Ὁ Ὅσιος Παΐσιος γιὰ τὴν χήρα ποὺ φιλοξένησε τὸν Προφήτη Ἠλία
Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Πάθη καὶ Ἀρετὲς», Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι Ε΄, ἔκδοσις Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης
Εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι
καθῆκον μας νὰ κάνουμε τὸ καλό, γιατί ὁ Θεὸς εἶναι ὅλος ἀγάπη. Εἶδες ἡ
χήρα πού φιλοξένησε τὸν προφήτη Ἠλία; Εἰδωλολάτρης ἦταν, ἀλλὰ τί ἀγάπη
εἶχε μέσα της! Ὅταν ὁ Προφήτης πῆγε καὶ τῆς ζήτησε ψωμί, τοῦ εἶπε:
«Ἔχουμε λίγο λάδι καὶ ἀλεύρι· αὐτὸ θὰ φάω μὲ τὰ παιδιά μου καὶ μετὰ θὰ
πεθάνουμε». Δὲν τοῦ εἶπε: «Δὲν ἔχουμε νὰ σοῦ δώσουμε». Καὶ ὅταν ὁ
Προφήτης, γιὰ νὰ δοκιμάσει τὴν προαίρεσή της, τῆς εἶπε νὰ φτιάξη ψωμὶ
πρῶτα γιὰ ἐκεῖνον καὶ μετὰ γιὰ τὰ παιδιά της, ἡ καημένη ἀμέσως τοῦ
ἒφτιαξε.
Ἂν δὲν εἶχε μέσα της ἀγάπη, θὰ ἔβαζε
λογισμούς. «Δὲν φτάνει ποὺ τοῦ λέω ὅτι ἔχουμε λίγο, θὰ ἔλεγε, ζητάει νὰ
φτιάξω πρῶτα γιὰ ἐκεῖνον!».
Φάνηκε ἡ προαίρεσή της, γιὰ νὰ ἔχουμε ἐμεῖς παραδείγματα. Ἀλλὰ ἐμεῖς διαβάζουμε...
Ἁγία Εὐφημία στὸν Ἅγιο Παΐσιο: "Ἂν ἤξερα τί δόξα ἔχουν οἱ Ἅγιοι, θὰ ἔκανα ὅ,τι μποροῦσα νὰ περάσω πιὸ μεγάλα μαρτύρια"
Ἱερομονάχου Ἰσαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, σελίδες: 224-228
Ἔκδοσις Καλύβης Ἀναστάσεως, Καψάλα, Ἅγιον Ὅρος
Ἦταν στὴν αὐλὴ τῆς Καλύβης του ὁ Γέροντας
(Παΐσιος), ὅταν τὸν ἐπισκέφθηκε κάποιο πνευματικό του τέκνο.
Ἐπανελάμβανε συνεχῶς ἀπὸ τὴν καρδιά του: «Δόξα σοὶ ὁ Θεός», πάλιν καὶ
πολλάκις. Σὲ μιὰ στιγμὴ ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε: «Ἀχρηστεύεται κανεὶς μὲ τὴν
καλὴ ἔννοια»;
-Ποιός, Γέροντα;
-Ἥσυχα καθόμουν στὸ Κελλί μου, ἦρθε καὶ μὲ παλάβωσε. Ὡραία περνοῦν ἐπάνω.
-Τί συμβαίνει, Γέροντα;
-Θὰ σοῦ πῶ, ἀλλὰ μὴν τὸ πεῖς σὲ κανέναν.
Τοῦ διηγήθηκε τότε τὸ ἕξης: «Εἶχα γυρίσει ἀπὸ τὸν κόσμο, ὅπου εἶχα βγεῖ γιὰ ἕνα ἐκκλησιαστικὸ θέμα. (Μὲ τὸ μακαρίτη Τρίτση).
Τὴν Τρίτη, κατὰ ἡ ὥρα 10 τὸ πρωί, ἤμουν
μέσα στὸ Κελί μου καὶ ἔκανα τὶς Ὧρες. Ἀκούω χτύπημα στὴν πόρτα καὶ μιὰ
γυναικεία φωνὴ νὰ λέει: «Δὶ' εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἠμῶν…». Σκέφθηκα:
«Πῶς βρέθηκε γυναίκα μέσα στὸ Ὅρος;». Ἐν τούτοις ἔνιωσα μιὰ θεία γλυκύτητα μέσα μου καὶ ρώτησα:
-Ποιὸς εἶναι;
-Ἡ Εὐφημία! (ἀπαντᾶ).
-Σκεφτόμουν, «ποιὰ Εὐφημία; Μήπως καμιὰ
γυναίκα ἔκανε καμιὰ τρέλα καὶ ἦρθε μὲ ἀνδρικὰ στὸ Ὅρος; Τώρα τί νὰ
κάνω;». Ξαναχτυπᾶ. Ρωτάω: «Ποιὸς εἶναι;». «Ἡ Εὐφημία», ἅπαντα καὶ πάλι.
Σκέφτομαι καὶ δὲν ἀνοίγω. Στὴν τρίτη φορὰ ποὺ χτύπησε, ἄνοιξε μόνη της ἡ
πόρτα, ποὺ εἶχε σύρτη ἀπὸ....


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου