Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Μιὰ φορά, στὸ Καλύβι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἀντὶ γιὰ λίγο κρασὶ ποὺ περίμενα σὰν φάρμακο γιὰ τὸ πρόβλημα ποὺ εἶχα στὰ ἔντερα, μοῦ ἔφεραν ἀπὸ τὸ μοναστήρι κατὰ λάθος ἕνα μπουκάλι ξίδι.
Δὲν εἶπα τίποτε, γιατὶ σκέφθηκα ὅτι ἔτσι ἤθελε ὁ Θεός. Πέρασαν περίπου σαράντα ἡμέρες, καὶ μὲ τὸ βρόχινο νερὸ ποὺ ἔπινα ἐπιδεινώθηκε ἡ κατάσταση.
Μιὰ μέρα ὑπέφερα πολύ. Καιγόμουν γιὰ νερό, ἀλλὰ φοβόμουν νὰ πιῶ, ἐπειδὴ τὴν προηγούμενη μέρα ποὺ ξεθάρρεψα λίγο, εἶχα ὅλη τὴν νύχτα πρόβλημα. Κάποια στιγμὴ ποὺ μπῆκα στὸν ναό, γιὰ νὰ ἀνάψω τὰ καντήλια, εἶδα ἕνα μπουκάλι κρασὶ μπροστὰ στὸ τέμπλο, κάτω ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας.
Τὸ μὲν μπουκάλι ἦταν δικό μου, τὸ γνώρισα· ἀλλὰ ἀπὸ ποῦ γέμισε; Οὔτε εἶχε ἔρθει κανεὶς ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες, καὶ ἐγὼ πολλὲς φορὲς εἶχα μπῆ στὸν ναὸ καὶ δὲν ὑπῆρχε τίποτε μπροστὰ στὸ τέμπλο.
Ἦταν στυφὸ κρασί, φάρμακο, ὅπως μὲ ὠφελεῖ. Τὴν ἴδια ἡμέρα μοῦ ἔφεραν κι ἕνα μεγάλο μπουκάλι κρασὶ ἀπὸ τὸ μοναστήρι.

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ ΣΤ’ «Περί Προσευχής» - 61 -

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου