Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2021

Αρσένιος Καππαδόκης│ Ο βαπτιστής του Παϊσίου και οι δύο ανακομιδές

Μια περιήγηση στην κορφιάτικη παράμετρο του σήμερα (10/11) εορτάζοντος Αγ. Αρσενίου του Καππαδοκίας, πρόσφυγα, θανόντα και ταφέντα στην Κέρκυρα το 1924.

Γράφει ο Ηλίας Αλεξόπουλος

ΜΕΡΕΣ από ατσάλι και φωτιά. Πιο ‘δώ, μπαρούτι. Πιο ‘κεί, η ανατριχιαστική ριπή απ’ το λεπίδι, που έκοβε λαιμούς. Σπαραγμός. Ξεκληρισμένες φαμελιές, μ’ ένα δεμάτι πράματα στην πλάτη. Π’ όλες ξερνάνε μοιρολόγια. Κι αίμα. Σ’ αυτή τη γη, που κάποτε μοσχοβολούσε το χώμα κι ο βασιλικός, τώρα φύτρωνε μονάχα η απόγνωση. Κι ο πόνος…

ΜΕΡΕΣ του ’22. Προσφυγιά. Ξεριζωμός. Κορμιά, όσα το μπόρεσαν, σκαρφαλωμένα σε ξύλινα, βρώμικα σκαριά και σε τσαλακωμένες λαμαρίνες, κάνουν προσευχή το «η Σμύρνη μάνα μ’, καίγεται» και ψάχνουν γλιτωμό σε νέους τόπους. Σε όλη την Ελλάδα, μέχρι εδώ. Παντού. Κι από παντού…

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΛΟΙ, από τον Πόντο. Το Τιβάν, την Πράσαρη, την Κιλικία. Καππαδόκες. Κερασούντιοι. Θρακιώτες και Αρμένιοι. Απ’ τα παράλια. Σμυρνιοί, Μπουρνοβαλήδες… Κάποια στιγμή και ύστερα, το βάφτισαν «Ανταλλαγή». Και το κύμα συνεχίστηκε. Το ’23. Το ’24. Έστω, πιο μεμονωμένα…

ΕΝΑ ΤΕΤΟΙΟ κύμα κόπιασε, απ’ τον Πειραιά, Οκτώβρη του ’24. Μέρα, 16. Πόντιοι, απ’ τα Φάρασα (Καππαδοκία), κεφαλοχώρι έξι χωριών, 400 τόσες ρωμέικες φαμίλιες και μία τουρκική, στ’ αγριοβούνια του Αντίταυρου. Στο Φρούριο τους έβαλαν – κι εκκλησιάζονταν στην εκκλησιά του Αγ. Γεωργίου. Κι αφού ξαπόστασαν κομμάτι, έκαμαν καταγραφή. «Πρόδρομος Εζνεπίδης… Μήτηρ αυτού, Χατζηάννα… Σύζυγος, Ευλογία…Τέκνα, τέσσερα…»

ΤΟΝ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ, τον έλεγαν Αρσένιο˙ ήταν – δεν ήταν τεσσάρων μηνών. Χρόνια μετά, θα τον μαθαίναμε αλλιώς: Άγιος Παϊσιος, ο Αγιορείτης…

Στα Φάρασα…

ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ, η οικογένεια του Παΐσιου δεν έμεινε πολύ. Κάπου χρόνο – έπειτα, μεταφέρθηκαν στην Κόνιτσα, όπου τους δόθηκε γη κι εγκαταστάθηκαν. Αρκούσε, ωστόσο, για να στοιχειοθετήσει έναν αξιόλογο «δεσμό» με το νησί. Κι ένα μεγάλο βίωμα…

ΗΤΑΝ 10 Νοεμβρίου (του ’24). Φρούριο. Ένας γηραιός ιερέας (απ’ τους Καππαδόκες του Οκτώβρη), ασθενεί. Τον βάζουν στο Νοσοκομείο. Εντός του Κάστρου. Πάλεψαν, δεν το κατάφεραν. Λύγισε. Οι Φαρασαίοι τον θρηνούν. Ήταν ο πνευματικός τους. Ο «Χατζηεφέντης» τους. Το στήριγμά τους στο δρόμο για το γλιτωμό. Κάποιοι θυμήθηκαν πως το ‘νιωθε: «Σαράντα μέρες στην Ελλάδα και μετά θα πεθάνω σε ένα νησί»

ΕΙΠΑΝ πως «έφυγε» ευτυχής, έχοντας προλάβει να προσκυνήσει τον Άγιο Σπυρίδωνα, τους Αγ. Ιάσωνα και Σωσίπατρο και να δει, σ’ όνειρο, την Παναγιά, να τον πάει σ’ όλα τα μοναστήρια «τ’ Αγιονόρους», όπως πάντα ήθελε, αλλά «οι καιροί δεν ήρθαν βολικοί» – η διασωθείσα διήγηση δική του, στον ψάλτη του, τον Πρόδρομο, μία μέρα πριν απ’ το αιώνιο ταξίδι (βλ. Γέροντος Παΐσίου Αγιορείτου, «Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης», Σουρωτή, 1994).

«Ήρθε εδώ η Παναγία μας. Με πήγε στο Αγιονόρος και με γύρισε σε όλα τα μοναστήρια. Τί να σου πω, παιδί μου;… Εργαστήριο προσευχής, παντού μικρά κελλιά και ασκηταριά, όπου ακατάπαυστα ακούς την προσευχή της καρδιάς και φεύγεις έχοντας πάρει στα ρούχα σου τα αρώματα του Παραδείσου, που βγαίνουν από το μοσχολίβανο και το αγνό μελισσοκέρι… Είκοσι μεγάλα μοναστήρια, ναούς βυζαντινούς, με εικόνες και λείψανα από όλους τους αγίους της Εκκλησίας, στα χώματά του θαμμένα και ξεχασμένα εκεί. Σκηνώματα αγίων που καλλιέργησαν την προσευχή και πότισαν τις σκήτες με δάκρυα και ιδρώτες… Τί να σου πω και γι’ αυτές τις εικόνες του «Άξιον εστί», της Παραμυθίας, της Γερόντισσας, της Φοβεράς Προστασίας…. Η καρδιά μου, όμως, έμεινε στην εσφαγμένη εικόνα των Ιβήρων. Αμάν, ομορφιά και χάρη!… Μέχρι που ακούσαμε την καμπάνα τη μεγάλη των Ιβήρων με τον βαθύ της ήχο. Είχαν μπει στη Λειτουργία, όταν με έφερε πίσω στην Κέρκυρα αφήνοντας στο πέρασμά της την ευωδία που βγαίνει από το πανάγιο σώμα της.»

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ Εζνεπίδη ήταν ακόμη πιο κοντά του. Δεν ήταν μόνο πως στο Φρούριο ο ιερέας διέμενε μαζί με την φαμίλια. Ο Πρόδρομος, πατέρας του Παΐσιου, ήταν ο πρόεδρος του χωριού, «το παλικάρι των Ρωμιών». Μαζί είχαν προλάβει, πριν εγκαταλείψουν τις εστίες τους, να κρύψουν εικόνες και σταυρούς, μην πά’ και πέσουν στα χέρια των Νεότουρκων. Και πάνω στο φευγιό, στο καράβι για Ελλάδα…

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ του π. Γεώργιου Μάνου, στο «Λιόγερμα της Ανατολής…» (παραπομπή μέσω Βιτάλη):

«Κάποια στιγμή, ο πρόεδρος Εζνεπίδης πασχίζει να φτάσει στο μέρος του πατρός. Του πήγε στα πόδια του μισοπεθαμένο σχεδόν το μικρότερο παιδί τους (σ.σ. τον Παΐσιο). Είχε μελανιάσει! Κάποιος είχε πατήσει το μωρό στο στήθος, άθελά του, σε ‘κείνη την κοσμοσυρροή και αυτό ανάσαινε βαριά˙ θα το χάνανε. Η μεγάλη και παρήγορη αγάπη του γέροντα, που γνώριζε μύριους τρόπους να συντρέχει το ποίμνιό του, ήταν αυτή που έσωσε το παιδί. Προσευχήθηκε, σταύρωσε το παιδί, το κράτησε στα χέρια του, το χάιδεψε, το ξανασταύρωσε στο μέτωπο, στο στόμα και στο στήθος, το ασπάστηκε. Το έδωσε στη μάνα του και από τη θέση του (μέσα στο καράβι) αγνάντεψε το πέλαγος…»

ΠΡΙΝ, στα Φάρασα, ο Γέρων είχε προλάβει να βαφτίσει τον μικρό˙ 7 τ’ Αυγούστου ήταν. Μια εβδομάδα πριν απ’ τον ξεριζωμό τους. Δεν είχε σαρανταρίσει, καν. Μα, τα μαντάτα κοντοζύγωναν. Και στάζαν’ από τρόμο. Έτσι, μια μέρα, μετά την εκκλησιά, με νονά «την κυρ’ – Αναστασία», σύζυγο του ψάλτη του, του Πρόδρομου, ο Γέροντας το έσπευσε. Προστάζοντας, περίπου, τη νονά να του δώσει τ’ όνομά του: Αρσένιος. «Για να αφήσω καλόγερο στο πόδι μου…»

ΗΤΑΝ ο Γέρων Αρσένιος Χατζηεφέντης. Ο Άγιος Αρσένιος Καππαδοκίας. Ο Ταφείς, τέλη του ’24, στο Κοιμητήριο της Γαρίτσας κι αφήνοντας, κληρονομιά του, στον μικρό Αρσένιο, την παλαιά, Καινή Διαθήκη του. Γιατί «κάποτε θα κάμει μεγάλη προκοπή στα πνευματικά. Το όνομά του θα γίνει ξακουστό. Ετούτο το μωρό είναι σκεύος εκλογής… Βλέπω στο κεφαλάκι του φωτοστέφανο λαμπρό…»

Ο ΒΙΤΑΛΗΣ δεν παλεύει με διλήμματα: «Ήταν θέλημα Θεού να ζήσει ο μικρούλης Αρσένιος και να γίνει άξιος διάδοχος του “ουσιαστικού” νονού του, Γέροντα π. Αρσενίου του Καππαδόκη». Αλλά τούτο αφορούσε μια άλλη, αργότερη, εποχή. Με ένα δεύτερο κεφάλαιο στη σχέση Κέρκυρας – Παΐσιου…

ΚΕΡΚΥΡΑ, 1958. Απ’ τον θάνατο του Αρσενίου έχουν περάσει, πια, 34 χρόνια. Ο Παΐσιος, έχει αφήσει πίσω προ πολλού την κοσμική ζωή (μαραγκός). Βρίσκεται απ’ το ’49 στον Άγιο Όρος, έχει ήδη λάβει (1956) το όνομα (Παΐσιος – νωρίτερα, Αβέρκιος), προς τιμήν του Μητροπολίτη Καισαρείας, Παϊσίου Β’ (συντοπίτης του, απ’ την Καππαδοκία) κι έχει ήδη εμφανίσει τα πρώτα «σημάδια» αγιότητας.

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ του Αρσενίου, μέσα από διηγήσεις και σημεία, τον συγκινεί πάντα –παιδί ακόμη, λέγεται, σημείωνε τα θαύματά του σε τετράδιο… 

ΜΗΝΑ ΟΚΤΩΒΡΙΟ, φθινόπωρο με δύστροπο καιρό, φθάνει με το πλοίο στο νησί (Κέρκυρα). Συγκινημένος – ήταν η πρώτη του φορά μετά το ’25 και ο σκοπός, ιερός: η αποκομιδή των οστών του Αρσενίου. «Συνέχεια βροχές», γράφει ο ίδιος (ό.π.), «Ο Ιερεύς του Κοιμητηρίου μου είπε ή να πάω ξανά άλλη εποχή ή να παραμείνω μέχρι να σταματήσουν οι βροχές. Του είπα “θα έρθω αύριο το πρωί στο Κοιμητήρι και ο Πατήρ θα βοηθήση”. Την επομένη το πρωί ξεκίνησα με κατακλυσμό, αλλά μόλις έφθασα στο Κοιμητήρι, έπαψε αμέσως η δυνατή εκείνη βροχή και βγήκε ήλιος. Έγινε με καλοσύνη η εκταφή του, διάβασε και το Τρισάγιο ο Ιερεύς, και φεύγοντας με τα Λείψανα, άρχισε πάλι η δυνατή βροχή να συνεχίζη. Ο Ιερεύς τότε μου είπε: “ο Πατήρ έκανε το θαύμα του”…».

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΜΕΝΟΣ, επιστρέφει στο ξενοδοχείο. Με τα λείψανα σε μια βαλίτσα. Μπαίνει στο δωμάτιο. Την τοποθετεί στο μαξιλάρι, ανοίγει το καπάκι για να βλέπει τα οστά, γονατίζει και προσεύχεται.

ΟΙ ΩΡΕΣ περνούν. Έξω, σκοτάδι. Ανάβει το φως και συνεχίζει την προσευχή. Ώσπου «στις εννέα με δέκα η ώρα το βράδυ (ώρα κοσμική), ενώ προσευχόμουν γονατιστός, άκουσα μία φωνή άγρια να με απειλή και να μου λέγη: “τί Λείψανα είναι αυτά;” Και μία δύναμη ένοιωσα να ορμάη επάνω μου, χωρίς να βλέπω ολόκληρο σώμα· δύο χέρια μαύρα και άγρια να με σφίγγουν γερά, για να με πνίξουν. Εκείνη την στιγμή που κινδύνεψα, δεν ξέρω πώς μου ήρθε, φώναξα δυνατά: “Άγιε Αρσένιε, βοήθησέ με!” Αμέσως τότε ένοιωσα μία άλλη δύναμη, ενός αθλητού, να αρπάζη εκείνα τα φοβερά χέρια και να τα πετάη πέρα και να με ελευθερώνη. Η καρδιά μου χτυπούσε γλυκά…»

ΕΚΕΙΝΟ το βράδυ ο Παΐσιος συνέχισε την προσευχή ως το ξημέρωμα. Και το πρωί, έφυγε για Κόνιτσα. Κατά διήγησή του, το γεγονός της προηγούμενης, το εμπιστεύτηκε σε μόνο δύο πνευματικούς, φοβούμενος μήπως, στόμα σε στόμα, αλλοιωθεί. «Το ότι ήταν Άγιος ο Πατήρ Αρσένιος, για μένα (ωστόσο) δεν υπήρχε (πια) καμία αμφιβολία…» Όταν τ’ αναγνώρισε και η επίσημη εκκλησία, το ρολόι του χρόνου έγραφε 1986 (Συνοδική Πράξη 11/2). Άγιος Αρσένιος ο Καππαδοκίας. Σαν σήμερα αποδημήσας (1840 – 1924, Κέρκυρα) και τέτοια μέρα εορτάζων…

Ο Παϊσιος μετέφερε τα ιερά του λείψανα πρώτα στην Κόνιτσα και μετά (1970) στη γυναικεία μονή Αγ. Ιωάννη του Θεολόγου, στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης.

ΚΕΡΚΥΡΑ, 1995… Επί Μητροπολίτου, πια, Τιμόθεου, αποφασίζεται η β’ ανακομιδή των λειψάνων τ’ Αρσενίου, στο Δημοτικό Κοιμητήριο της Κέρκυρας (λόγω της κακοκαιρίας του ’58, είχαν αφεθεί αρκετά). Ο Παϊσιος ευλογεί. Αλλά το έργο είναι δύσκολο. Τα ίχνη του τάφου έχουν χαθεί. Η πλάκα, λείπει˙ λέγεται πως την είχε πάρει μαζί του ο Παϊσιος το ’58, ενθυμούμενος, ωστόσο, πως ο τάφος βρισκόταν δίπλα -και ίδια σειρά- μ’ αυτόν ενός άλλου Καππαδόκη ιερέα, του Γερμανού Κυριακίδη.

ΟΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ του Παϊσιου (ο Κωνσταντίνος Θύμης, βλ. πηγές, ξετυλίγοντας βιωματικές μνήμες εποχής, σημειώνει πως τον επισκέφτηκαν επ’ αυτού τρεις ιερείς, οι Αρχιμανδρίτες Ευθύμιος Δούης και Τιμόθεος Άνθης και ο φοιτητής Θεολογίας, Φίλιππος Τζέκος) υπήρξε ο ένας ερευνητικός πόλος. Ο άλλος, ήταν στο νησί. Κοιμητήριο, βιβλίο ταφών Δήμου Κερκυραίων, αφηγήσεις παλαιών – όπως, εκ των σημαντικότερων, ο άλλοτε υπάλληλος του νεκροταφείου, Αυγουστίνος Κογεβίνας.

ΕΝΤΕΛΕΙ, ο τάφος εντοπίστηκε. Η αποκομιδή ολοκληρώθηκε. Και το μνήμα ανακαινίστηκε. Κοσμούμενο έκτοτε, απ’ την ψηφιδωτή εικόνα του Αγίου, εντοιχισμένη σε προσκυνητάρι…

ΕΝ ΤΑΧΕΙ

# Το κοσμικό του όνομα ήταν Θεόδωρος Αννητσαλήχος (παρ. Αρτζίδης). Το ένα απ’ τα δύο αγόρια (Βλάσιος, ο αδελφός του) του δάσκαλου, Ελευθερίου («Χατζηλευτέρης», μετά από ταξίδι στους Αγ. Τόπους) και της Βαρβάρας (Φράγκου ή Φραγκοπούλου, παρ. «Τσάπαρη»). Τους έχασαν νωρίς. Κι ανετράφησαν απ’ την αδελφή της μητέρας τους.

# Παιδί, μαρτυρείται πως διεσώθη από πνιγμό στον χείμαρρο Εβκάση, δια θαύματος του Αγ. Γεωργίου. Παρόντος και του αδελφού του. Το περιστατικό καθόρισε τη ζωή των δύο αδελφών που δόθηκαν,  καθένας με τον τρόπο του, στην Εκκλησία. Ο Βλάσιος εξελίχθηκε σε λαμπρό ιεροψάλτη και διδάσκαλο της βυζαντινής μουσικής, φθάνοντας ίσαμε την Πόλη.

# Αργότερα, εστάλη για μόρφωση στη Νίγδη (στον γεωγραφικό χώρο της Καππαδοκίας), όπου ζούσε η αδελφή του πατέρα του (δασκάλα κι αυτή κι υπεύθυνη, τότε, της φροντίδας του). Κι έπειτα, ως τα 26 του, σε συγγενείς στη Σμύρνη. Έτσι έμαθε καλά γράμματα: ελληνικά (συν τα εκκλησιαστικά), ενώ ακόμη μιλούσε τουρκικά, αρμενικά και λίγα γαλλικά.

# Στα 26 του εκάρη μοναχός (Αρσένιος) και κοινοβίασε στην Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου στα Φλαβιανά (Zincidere Kayseri) της Καππαδοκίας, ενώ λίγο αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος από τον, επίσης Φαρασιώτη, μητροπολίτη Καισαρείας, Παΐσιο Β’ και στάλθηκε στη γενέτειρά του, ασκώντας, παράλληλα, χρέη διδασκάλου. Συχνά τα μαθήματα γίνονταν σε μια σπηλιά, στο ξωκλήσι της Παναγιάς (Κάντσι).

Ιερός ναός Αγίων Βαραχησίου και Ιωνά

# Το 1870 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος κι έλαβε τον τίτλο του Αρχιμανδρίτη. Μετά την προσκυνηματική επίσκεψή του στα Ιεροσόλυμα απέκτησε το προσωνύμιο «Χατζηεφέντης». Διήγε ασκητικό βίο, Τετάρτη και Παρασκευή έγκλειστος και προσευχόμενος, έκανε εράνους, τόνωνε τους Έλληνες χριστιανούς, ενώ δίχως διακρίσεις, διάβαζε κάθε προστρέξαντα ασθενούντα χριστιανό ή Τούρκο (και ήταν πολλοί).

# Μαρτυρούνται πολλά θεραπευτικά ή θαυματουργικά του περιστατικά: κάποτε έδιωξε το δαιμόνιο απ’ την κοιλιά Τουρκάλας ή ίσιωσε το κεφάλι Τούρκου λήσταρχου ή χάρισε τη λαλιά σε έναν έτερο, βουβό. Μαρτυρείται κι αυτό: πως κάποτε απέτρεψε την εισβολή Τούρκων στο χωριό, αφού, όπως λέγαν’, παρουσιάστηκε ο Άγιος Χρυσόστομος στη γέφυρα και τους εμπόδισε.

# Για τις θεραπείας του δεν δέχτηκε ποτέ αμοιβή. Περιστατικό: κάποτε τον επισκέφτηκε Τούρκος, με δύο ζώα «μπαχτσίσι», επειδή η στείρα γυναίκα του, του χάρισε δύο παιδιά με το ευλογημένο φυλακτό που της έστειλε ο «Χατζεφεντής». Τότε ο γέροντας, απάτησε: «Στο χωριό σου φτωχούς δεν είχες; Τι μου τα κουβάλησες εδώ; Για να σου πω το αφερίμ (μπράβο); Εγώ μπαχτσίσια δεν μαζεύω…»

# Εφημέρευε στον Ι.Ν. των Αγ. Βαραχησίου και Ιωνά, όπου διάβαζε το Ευαγγέλιο πρώτα ελληνικά, ακολούθως φαρασιώτικα και μετά τουρκικά. Κι αυτό, καθώς, είχε μεταφράσει πολλές περικοπές του Ευαγγελίου στα φαρασιώτικα, προκειμένου να το κατανοούν καλύτερα οι ολιγογράμματοι χριστιανοί της περιοχής του. Συνολικά, διετέλεσε πνευματικός καθοδηγητής των Φαρασιωτών για σχεδόν μισό αιώνα.

# Το σπίτι του, όπου δεχόταν τους… ασθενείς του, ήταν ετοιμόρροπο και δίπλα είχε ένα μικρό ατομικό κελί με πάτωμα από… χώμα. Στο ανατολικό μέρος είχε ένα ράφι και πάνω εικονοστάσι με αρκετές εικόνες, όπου έκαιγε ακοίμητο κανδήλι. Κάτω απ’ αυτό υπήρχε πάντα ένα δέρμα, όπου γονατιστός προσευχόταν. Πιο πέρα ένα ράφι φιλοξενούσε τα αγαπημένα του βιβλία.

BIBΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

Μοναχού Παϊσίου του Αγιορείτου, «Ο Άγ. Αρσένιος ο Καππαδόκης», Σουρωτή Θεσ/νίκης, 1994.

Μιλτ. Γ. Βιτάλης, «Μυστικοί Ασκητικοί Αγώνες του Αγίου Παϊσίου», εκδ. Ήλεκτρον, Αθήνα, 2019.

• Κωνσταντίνος Θύμης, «Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης (1840-1924) και ο τάφος του στην Κέρκυρα», via corfutvnews.gr.

• Aγνώστου, «Αρσένιος ο Καππαδόκης, ο άγιος ο θαυματουργός. Βίος και πολιτεία», oodegr.com

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου