Γέροντα, όταν αντιμετωπίζω ένα θέμα και προσεύχωμαι γι' αυτό, πως θα καταλάβω ποιο είναι το θέλημα του Θεού;
- Το θέλημα του Θεού δεν βρίσκεται έτσι. Καλύτερα να ρωτάς για ένα πρόβλημά σου.
Να μη ζητάς πληροφορία από τον Θεό, εφόσον μπορείς να συμβουλευθής κάποιον άνθρωπο, γιατί μπορεί να πλανηθής. Κάποιος πήγαινε σε μια εκκλησία, στεκόταν μπροστά στο εικονοστάσι και έλεγε: «Παναγία μου, να πάρω χρήματα από το κουτί;».
Του έλεγε ο λογισμός:
«Πάρ' τα».
«Ναι, θα τα πάρω», έλεγε και έπαιρνε τα χρήματα. Μια-δυο-τρεις φορές, ένας επίτροπος προβληματίσθηκε.
«Τι γίνεται; Λέει. Κάποιος πρέπει να παίρνη τα χρήματα» και πήγε να παρακολουθήση.
Τι να δη; Σε λίγο ήρθε αυτός και επανέλαβε τα ίδια: «Παναγία μου, να πάρω τα χρήματα από το κουτί; ... Ναι, θα τα πάρω», είπε, οπότε τον έπιασε ο επίτροπος.
Πάντοτε, όταν υπάρχη άνθρωπος πνευματικός, τον οποίο μπορείς να ρωτήσης, πρέπει να ρωτήσης
. Όταν δεν υπάρχη άνθρωπος να ρωτήσης - λ.χ. βρίσκεσαι στην έρημο -, αλλά υπάρχη μέσα σου η δίψα της υπακοής, τότε ο Καλός Θεός γίνεται ο Ίδιος Γέροντας και σε φωτίζει και σε πληροφορεί. Δεν μπορείς, ας υποθέσουμε, να βρης κάποιον, για να σου εξηγήση ένα χωρίο από την Αγία Γραφή; Τότε σε φωτίζει ο Θεός και το καταλαβαίνεις
.Πάνε να ηρεμήσουν οι άνθρωποι είτε με ηρεμιστικά είτε με θεωρίες γιόγκα, και την πνευματική ηρεμία, που έρχεται, όταν ταπεινωθή ο άνθρωπος , δεν την επιδιώκουν ,για να έρθη η θεία παρηγοριά μέσα τους.
Και οι διάφοροι τουρίστες, που έρχονται από ξένες χώρες και περπατούν στους δρόμους, μέσα στον ήλιο ,στην ζέστη, μέσα στην σκόνη, μέσα σε τόση φασαρία, σκέψου πόσο υποφέρουν ! Τι ζόρισμα ,τι σφίξιμο εσωτερικό έχουν, ώστε το σκάσιμο αυτό το εξωτερικό το θεωρούν ανάσα !
Πόσο τους διώχνει ο εαυτός τους, που θεωρούν ανάπαυση όλη αυτήν την ταλαιπωρία !
Όταν δούμε άνθρωπο με μεγάλο άγχος, στεναχώρια και λύπη, ενώ τα έχει όλα - τίποτε δεν του λείπει - πρέπει να γνωρίζουμε ότι του λείπει ο Θεός.
- Το θέλημα του Θεού δεν βρίσκεται έτσι. Καλύτερα να ρωτάς για ένα πρόβλημά σου.
Να μη ζητάς πληροφορία από τον Θεό, εφόσον μπορείς να συμβουλευθής κάποιον άνθρωπο, γιατί μπορεί να πλανηθής. Κάποιος πήγαινε σε μια εκκλησία, στεκόταν μπροστά στο εικονοστάσι και έλεγε: «Παναγία μου, να πάρω χρήματα από το κουτί;».
Του έλεγε ο λογισμός:
«Πάρ' τα».
«Ναι, θα τα πάρω», έλεγε και έπαιρνε τα χρήματα. Μια-δυο-τρεις φορές, ένας επίτροπος προβληματίσθηκε.
«Τι γίνεται; Λέει. Κάποιος πρέπει να παίρνη τα χρήματα» και πήγε να παρακολουθήση.
Τι να δη; Σε λίγο ήρθε αυτός και επανέλαβε τα ίδια: «Παναγία μου, να πάρω τα χρήματα από το κουτί; ... Ναι, θα τα πάρω», είπε, οπότε τον έπιασε ο επίτροπος.
Πάντοτε, όταν υπάρχη άνθρωπος πνευματικός, τον οποίο μπορείς να ρωτήσης, πρέπει να ρωτήσης
. Όταν δεν υπάρχη άνθρωπος να ρωτήσης - λ.χ. βρίσκεσαι στην έρημο -, αλλά υπάρχη μέσα σου η δίψα της υπακοής, τότε ο Καλός Θεός γίνεται ο Ίδιος Γέροντας και σε φωτίζει και σε πληροφορεί. Δεν μπορείς, ας υποθέσουμε, να βρης κάποιον, για να σου εξηγήση ένα χωρίο από την Αγία Γραφή; Τότε σε φωτίζει ο Θεός και το καταλαβαίνεις
.Πάνε να ηρεμήσουν οι άνθρωποι είτε με ηρεμιστικά είτε με θεωρίες γιόγκα, και την πνευματική ηρεμία, που έρχεται, όταν ταπεινωθή ο άνθρωπος , δεν την επιδιώκουν ,για να έρθη η θεία παρηγοριά μέσα τους.
Και οι διάφοροι τουρίστες, που έρχονται από ξένες χώρες και περπατούν στους δρόμους, μέσα στον ήλιο ,στην ζέστη, μέσα στην σκόνη, μέσα σε τόση φασαρία, σκέψου πόσο υποφέρουν ! Τι ζόρισμα ,τι σφίξιμο εσωτερικό έχουν, ώστε το σκάσιμο αυτό το εξωτερικό το θεωρούν ανάσα !
Πόσο τους διώχνει ο εαυτός τους, που θεωρούν ανάπαυση όλη αυτήν την ταλαιπωρία !
Όταν δούμε άνθρωπο με μεγάλο άγχος, στεναχώρια και λύπη, ενώ τα έχει όλα - τίποτε δεν του λείπει - πρέπει να γνωρίζουμε ότι του λείπει ο Θεός.
Από το βιβλίο « Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο »
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Α’
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Α’
ηλιας Στεφανου χαιντουτη
-Γέροντα, αὐτὸ τὸ διάστημα ποὺ τὰ πράγματα εἶναι δύσκολα γιὰ τὴν Ἑλλάδα, κάνω πολὺ κομποσχοίνι, ἀλλὰ σκέφτομαι καὶ ὅτι ἡ σωτηρία τῆς Ἑλλάδας δὲν κρέμεται ἀπὸ τὸ κομποσχοίνι μου.
-Γέροντα, αὐτὸ τὸ διάστημα ποὺ τὰ πράγματα εἶναι δύσκολα γιὰ τὴν Ἑλλάδα, κάνω πολὺ κομποσχοίνι, ἀλλὰ σκέφτομαι καὶ ὅτι ἡ σωτηρία τῆς Ἑλλάδας δὲν κρέμεται ἀπὸ τὸ κομποσχοίνι μου.
-Δὲν εἶναι ὅτι ἡ σωτηρία τῆς Ἑλλάδας κρεμάστηκε ἀπὸ τὸ κομποσχοίνι σου,
ἀλλὰ τὸ νὰ σκέφτεσαι συνέχεια τὴν δυσκολία ποὺ περνάει ἡ Ἑλλάδα
σημαίνει ὅτι πονᾶς τὴν πατρίδα καὶ ζητᾶς τὴν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος
εἶναι ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ βοηθήση.
Νὰ προσεύχεσθε νὰ ἀναδείξη ὁ Θεὸς πνευματικοὺς ἀνθρώπους, Μακκαβαίους, γιατί ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη. Ἦρθε ὁ καιρὸς νὰ πολεμήση τὸ καλὸ μὲ τὸ κακό, γιατί τὴν παρανομία τὴν ἔχουν κάνει νόμο καὶ τὴν ἁμαρτία μόδα. Ὅταν ὅμως δεῖτε συμφορὲς στὴν Ἑλλάδα, τὸ κράτος νὰ βγάζη παλαβοὺς νόμους καὶ νὰ ὑπάρχη γενικὴ ἀστάθεια, μὴ φοβηθῆτε, θὰ βοηθήση ὁ Θεός.
-Ἔτσι ὅπως τὰ λέτε, Γέροντα, πρέπει νὰ τὰ ἀφήσουμε ὅλα καὶ νὰ δώσουμε τὶς δυνάμεις μας στὴν προσευχή.
-Μά, χωράει συζήτηση γι’ αὐτὸ τὸ πράγμα; Ὅλος ὁ κόσμος βράζει σὰν σὲ καζάνι. Ἡ Ἐκκλησία, ἡ πολιτεία, ὅλα τὰ ἔθνη εἶναι ἄνω-κάτω! Καὶ τί ἐξέλιξη θὰ ἔχουμε κανεὶς δὲν τὸ ξέρει. Ὁ Θεὸς νὰ βάλει τὸ χέρι του!
Ὅσο μπορεῖτε, νὰ εὔχεσθε ταπεινὰ γιὰ τὸν κόσμο ποὺ ἔδωσε πολλὰ δικαιώματα στὸν πονηρὸ καὶ ταλαιπωρεῖται.
Aπό το βιβλίο “Λόγοι Γέροντος Παισίου, τόμος ΣΤ, περί προσευχής» (σ.31-32).
Νὰ προσεύχεσθε νὰ ἀναδείξη ὁ Θεὸς πνευματικοὺς ἀνθρώπους, Μακκαβαίους, γιατί ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη. Ἦρθε ὁ καιρὸς νὰ πολεμήση τὸ καλὸ μὲ τὸ κακό, γιατί τὴν παρανομία τὴν ἔχουν κάνει νόμο καὶ τὴν ἁμαρτία μόδα. Ὅταν ὅμως δεῖτε συμφορὲς στὴν Ἑλλάδα, τὸ κράτος νὰ βγάζη παλαβοὺς νόμους καὶ νὰ ὑπάρχη γενικὴ ἀστάθεια, μὴ φοβηθῆτε, θὰ βοηθήση ὁ Θεός.
-Ἔτσι ὅπως τὰ λέτε, Γέροντα, πρέπει νὰ τὰ ἀφήσουμε ὅλα καὶ νὰ δώσουμε τὶς δυνάμεις μας στὴν προσευχή.
-Μά, χωράει συζήτηση γι’ αὐτὸ τὸ πράγμα; Ὅλος ὁ κόσμος βράζει σὰν σὲ καζάνι. Ἡ Ἐκκλησία, ἡ πολιτεία, ὅλα τὰ ἔθνη εἶναι ἄνω-κάτω! Καὶ τί ἐξέλιξη θὰ ἔχουμε κανεὶς δὲν τὸ ξέρει. Ὁ Θεὸς νὰ βάλει τὸ χέρι του!
Ὅσο μπορεῖτε, νὰ εὔχεσθε ταπεινὰ γιὰ τὸν κόσμο ποὺ ἔδωσε πολλὰ δικαιώματα στὸν πονηρὸ καὶ ταλαιπωρεῖται.
Aπό το βιβλίο “Λόγοι Γέροντος Παισίου, τόμος ΣΤ, περί προσευχής» (σ.31-32).
Ο γέροντας Παΐσιος, η νηστεία και η κατάκριση:
Κελί γέροντα Παΐσιου
ΠΡΩΙΝΟ ΡΟΦΗΜΑ
Πρωί στο κελί του Τιμίου Σταυρού του γέροντα Παΐσιου, κοντά στη Μονή
Σταυρονικήτα. Τρίτη μέρα της Σαρακοστής. Είμαστε έξω στο σκεπαστό κι ο
γέροντας βράζει γάλα στο καμινέτο, πάνω σ’ ένα κούτσουρο.
Παραδίπλα είναι, πλαγιασμένα στα χόρτα, τα δύο παιδιά του Γιάννη, που ανεβήκαμε μαζί στο Αγιονόρος – ο Γιάννης κάθεται μόνος του, απέναντι στο βράχο.
Πιο εδώ είναι δυο επισκέπτες, κι αυτοί από τη Θεσσαλονίκη. Στέκονται όρθιοι, ακουμπώντας στην καστανιά. Πενηντάρηδες κι οι δυο, χλωμοί, στρυφνοί. Φαίνονται να είναι από κάποια παρεκκλησιαστική οργάνωση, γιατί κοιτάζουνε αυστηρά, κάπως επιτιμητικά τον γέροντα και σχολιάζουνε μεταξύ τους χαμηλόφωνα.
Τα παιδιά παίζουνε, κάνουνε φασαρία –οπότε γυρίζει ο Παΐσιος και τα λέει ήρεμα:
«Μην κάνετε θόρυβο, γιατί εδώ δίπλα, κάτω απ’ το χώμα, είναι κρυμμένοι Αμερικανοί και θα ξυπνήσουν και θα ‘ρθουν να μας χαλάσουν την ησυχία μας».
Τα παιδιά σταματούνε, σωπαίνουνε παραξενεμένα.
Ο Γιάννης, απέναντι, γέρνει πλάγια στο βράχο, πάνω στο σάκο του. Ανάβει τσιγάρο.
Οι δυο επισκέπτες, που φαίνονται σκληροί ευσεβιστές, συνεχίζουν να βλέπουν με αποδοκιμασία τον γέροντα που προσέχει να μη φουσκώσει και χυθεί το γάλα. Ώσπου ο ένας δεν αντέχει και λέει στον καλόγερο:
«Γέροντα Παΐσιε, είμαστε στις πρώτες μέρες της Σαρακοστής, έχουμε αυστηρή νηστεία, κι εσύ βράζεις να πιεις γάλα;»
Ο γέροντας σωπαίνει. Δεν απαντάει. Πιάνει και κατεβάζει το κατσαρόλι, γιατί το γάλα έβρασε. Μετά πάει στο κελί, φέρνει έξι μικρά, παλιά, πορσελάνινα φλιτζανάκια, τα βάζει μερακλίδικα στη σειρά κι αδειάζει με προσοχή το γάλα μέσα σ’ αυτά. Περιμένει λίγο να κρυώσει, ενώ όλοι τον κοιτάζουνε με απορία, σιωπηλοί.
Οι δυο ευσεβιστές τα βλέπουνε όλα αυτά με αποστροφή, γιατί σκέφτονται ότι αφού είμαστε όλοι εδώ οι επισκέπτες, έξι και τα φλιτζανάκια, άρα και σ’ αυτούς θα τολμήσει ο καλόγερος να προσφέρει γάλα, τέτοιες μέρες σκληρής νηστείας.
Ο γέροντας Παΐσιος παίρνει τα γεμάτα φλιτζανάκια ένα-ένα, τα βάζει σ’ ένα ξύλινο δίσκο, τα κουβαλάει και τ’ αφήνει σε απόσταση εφτά μέτρων, στο χώμα, στην άκρη ενός θάμνου.
Τ’ ακουμπάει όλα εκεί, στη σειρά, έπειτα έρχεται, κάθεται δίπλα μας και αρχίζει να κάνει με το στόμα του κάτι σιγανά, παράξενα σφυρίγματα, κοιτάζοντας προς τους θάμνους.
Δεν περνούνε λίγα λεπτά, και πιο εκεί, μέσα από τα τσαλιά, βγαίνει πολύ προσεκτικά μια οχιά και ύστερα πέντε μικρά φιδάκια –τα παιδιά της.
Κρατάω την αναπνοή μου.
Τα φίδια έρχονται, πλησιάζουν όλα, ένα-ένα, σέρνοντας, περνούνε δίπλα μας, πάνε σιγά-σιγά στα φλιτζανάκια, κι αρχίζουν ήρεμα να πίνουν, να ρουφούνε το πρωινό γάλα τους…
Παραδίπλα είναι, πλαγιασμένα στα χόρτα, τα δύο παιδιά του Γιάννη, που ανεβήκαμε μαζί στο Αγιονόρος – ο Γιάννης κάθεται μόνος του, απέναντι στο βράχο.
Πιο εδώ είναι δυο επισκέπτες, κι αυτοί από τη Θεσσαλονίκη. Στέκονται όρθιοι, ακουμπώντας στην καστανιά. Πενηντάρηδες κι οι δυο, χλωμοί, στρυφνοί. Φαίνονται να είναι από κάποια παρεκκλησιαστική οργάνωση, γιατί κοιτάζουνε αυστηρά, κάπως επιτιμητικά τον γέροντα και σχολιάζουνε μεταξύ τους χαμηλόφωνα.
Τα παιδιά παίζουνε, κάνουνε φασαρία –οπότε γυρίζει ο Παΐσιος και τα λέει ήρεμα:
«Μην κάνετε θόρυβο, γιατί εδώ δίπλα, κάτω απ’ το χώμα, είναι κρυμμένοι Αμερικανοί και θα ξυπνήσουν και θα ‘ρθουν να μας χαλάσουν την ησυχία μας».
Τα παιδιά σταματούνε, σωπαίνουνε παραξενεμένα.
Ο Γιάννης, απέναντι, γέρνει πλάγια στο βράχο, πάνω στο σάκο του. Ανάβει τσιγάρο.
Οι δυο επισκέπτες, που φαίνονται σκληροί ευσεβιστές, συνεχίζουν να βλέπουν με αποδοκιμασία τον γέροντα που προσέχει να μη φουσκώσει και χυθεί το γάλα. Ώσπου ο ένας δεν αντέχει και λέει στον καλόγερο:
«Γέροντα Παΐσιε, είμαστε στις πρώτες μέρες της Σαρακοστής, έχουμε αυστηρή νηστεία, κι εσύ βράζεις να πιεις γάλα;»
Ο γέροντας σωπαίνει. Δεν απαντάει. Πιάνει και κατεβάζει το κατσαρόλι, γιατί το γάλα έβρασε. Μετά πάει στο κελί, φέρνει έξι μικρά, παλιά, πορσελάνινα φλιτζανάκια, τα βάζει μερακλίδικα στη σειρά κι αδειάζει με προσοχή το γάλα μέσα σ’ αυτά. Περιμένει λίγο να κρυώσει, ενώ όλοι τον κοιτάζουνε με απορία, σιωπηλοί.
Οι δυο ευσεβιστές τα βλέπουνε όλα αυτά με αποστροφή, γιατί σκέφτονται ότι αφού είμαστε όλοι εδώ οι επισκέπτες, έξι και τα φλιτζανάκια, άρα και σ’ αυτούς θα τολμήσει ο καλόγερος να προσφέρει γάλα, τέτοιες μέρες σκληρής νηστείας.
Ο γέροντας Παΐσιος παίρνει τα γεμάτα φλιτζανάκια ένα-ένα, τα βάζει σ’ ένα ξύλινο δίσκο, τα κουβαλάει και τ’ αφήνει σε απόσταση εφτά μέτρων, στο χώμα, στην άκρη ενός θάμνου.
Τ’ ακουμπάει όλα εκεί, στη σειρά, έπειτα έρχεται, κάθεται δίπλα μας και αρχίζει να κάνει με το στόμα του κάτι σιγανά, παράξενα σφυρίγματα, κοιτάζοντας προς τους θάμνους.
Δεν περνούνε λίγα λεπτά, και πιο εκεί, μέσα από τα τσαλιά, βγαίνει πολύ προσεκτικά μια οχιά και ύστερα πέντε μικρά φιδάκια –τα παιδιά της.
Κρατάω την αναπνοή μου.
Τα φίδια έρχονται, πλησιάζουν όλα, ένα-ένα, σέρνοντας, περνούνε δίπλα μας, πάνε σιγά-σιγά στα φλιτζανάκια, κι αρχίζουν ήρεμα να πίνουν, να ρουφούνε το πρωινό γάλα τους…
Προσευχή για τον κορωνοϊό (Ποίημα Μητροπολίτου Ἐδέσσης ΙΩΗΛ)
Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἀρχίατρος τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, ὁ δι᾽ ἡμᾶς ἐνανθρωπήσας, ἵνα ἰάσῃς τὸ μέγα τραῦμα τὸν ἄνθρωπον, ὁ μὴ καταφρονήσας τοὺς ἀνιάτως νοσήσαντας δέκα λεπρούς, ἀλλὰ τῇ σωστικῇ χάριτί σου καθαρίσας αὐτούς, ὁ διελθὼν ὡς Θεάνθρωπος τὰς ἡμέρας τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας σου εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας τοὺς ἀρρωστοῦντας καὶ κακῶς ἔχοντας, ὁ εὐεργετήσας καὶ ἀποκαταστήσας ὑγιαίνοντας, παραλυτικούς, τυφλούς, βαρέως ἡμαρτηκότας, δαιμονιῶντας καὶ ἐμπαθεῖς κατ᾽ ἄμφω, ἤγουν ἐν τῇ σαρκὶ καὶ τῷ νοΐ, πρόσδεξαι εὐμενῶς τὴν δέησιν ἡμῶν καὶ φυγάδευσον τῇ δυνάμει σου, τὸν φονευτὴν ἰὸν τὸν σχῆμα κορώνας φέροντα, καὶ προκαλοῦντα φοβίας ἢ καὶ θάνατον εἰς ἀσθενεῖς καὶ ἀναξιοπαθοῦντας.
Καὶ εἰ μὲν διὰ τὰς πολλὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, ἐπέτρεψας τὸν πειρασμὸν
τοῦτον, ἱκετεύομέν σοι ὡς ἐλεῆμον, ἵνα ἄρῃς αὐτὸν ἀφ’ ἡμῶν καὶ ἀπὸ πάσης
τῆς οἰκουμένης. Εἰ δὲ διὰ δοκιμασίαν τῆς πίστεως ᾠκονόμησας, τὴν
ἐπικράτησιν αὐτοῦ, παῦσον τὸν τάραχον τῶν ἀσθενῶν ἀπὸ τῆς ἐπιδημίας
αὐτοῦ. Εἰ δὲ ὑπὸ τῆς κακουργίας τοῦ ἀντικειμένου ἢ καὶ ἀμελείας τῶν
ἐπιπολαίων ἀνθρώπων οὗτος διεδόθη, θραῦσον τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ ὡς Θεὸς
παντοδύναμος. Φύλαξον τὴν νεότητα, καὶ περιφρούρησον τοὺς ἀσθενήσαντας,
καὶ τοὺς ἐν γήρατι ὄντας ἐκ τοῦ ἐπαράτου ἰοῦ θεράπευσον, καὶ πάντας
ἀπάλλαξον ἐκ τῆς συνοχῆς τῆς καρδίας, καὶ ἀντὶ ταύτης δώρησαι ἡμῖν,
ὑγιείαν ἄνεσιν καὶ πλατισμόν, πρεσβείαις τῆς Κυρίας Θεοτόκου καὶ πάντων
σου τῶν ἁγίων. Ἀμήν.
Καληνύχτα! Ευλογημένο ξημέρωμα σε όλους! Πρώτα ο Θεός αύριο με υγεία!
Καληνύχτα! Ευλογημένο ξημέρωμα σε όλους! Πρώτα ο Θεός αύριο με υγεία!
Άγιος γέροντας Παΐσιος: Γιατί δεν πρέπει να κατακρίνετε τους αμελείς μοναχούς
Μεγάλες αλήθειες και συμβουλές από το στόμα του οσίου
Οι πατέρες λένε ότι για να κρίνεις κάποιον άνθρωπο, πρέπει να τον βλέπεις όπως τον βλέπει ο Θεός.
Μεγάλες αλήθειες και συμβουλές από το στόμα του οσίου
Οι πατέρες λένε ότι για να κρίνεις κάποιον άνθρωπο, πρέπει να τον βλέπεις όπως τον βλέπει ο Θεός.
Πρέπει επίσης να μπαίνεις στην θέση του.
Κάποτε ένας νεαρός είπε στον άγιο Παΐσιο ότι είδε στις Καρυές έναν μοναχό που καθόταν στο καφενείο και σκανδαλίστηκε.
Τότε ο άγιος του απάντησε:
-Κοίταξε, παιδί μου, Αυτός ο άνθρωπος άφησε την οικογένειά του, την δουλειά του, την περιουσία του και ήρθε εδώ στο Άγιον Όρος και αγωνίζεται για την σωτηρία του.
Του έχει μείνει μία κακή συνήθεια, με την οποία παλεύει.
Αν θέλεις να κάνουμε μία συμφωνία:
Να αφήσεις και εσύ όλα αυτά που άφησε εκείνος, να έλθεις να γίνεις μοναχός, και εγώ θα σε αφήνω μία φορά την εβδομάδα να πηγαίνεις στις Καρυές.
Ο νέος έσκυψε το κεφάλι ντροπιασμένος και είπε:
-Δεν μπορώ, Γέροντα.
Διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, ας μην νομίσουμε αμέσως ότι ο άγιος τα είπε μόνο για αυτόν τον νέο.
Ας βάλουμε ένα ερωτηματικό μήπως τα λέει και για μας, που είμαστε έτοιμοι να πετάξουμε την πέτρα μόλις δούμε έναν μοναχό ή άλλον αφιερωμένο κληρικό, με αταίριαστη στο σχήμα του συμπεριφορά, ενώ ταυτόχρονα ξεχνάμε ότι εμείς δεν έχουμε κάνει για τον Θεό ούτε τα ελάχιστα από όσα έχει κάνει αυτός, και για αυτό άλλωστε δεν δεχόμαστε από τον διάβολο τις ίδιες επιθέσεις με αυτές που δέχεται ο μοναχός ή ο αφιερωμένος κληρικός.
Κάποτε ένας νεαρός είπε στον άγιο Παΐσιο ότι είδε στις Καρυές έναν μοναχό που καθόταν στο καφενείο και σκανδαλίστηκε.
Τότε ο άγιος του απάντησε:
-Κοίταξε, παιδί μου, Αυτός ο άνθρωπος άφησε την οικογένειά του, την δουλειά του, την περιουσία του και ήρθε εδώ στο Άγιον Όρος και αγωνίζεται για την σωτηρία του.
Του έχει μείνει μία κακή συνήθεια, με την οποία παλεύει.
Αν θέλεις να κάνουμε μία συμφωνία:
Να αφήσεις και εσύ όλα αυτά που άφησε εκείνος, να έλθεις να γίνεις μοναχός, και εγώ θα σε αφήνω μία φορά την εβδομάδα να πηγαίνεις στις Καρυές.
Ο νέος έσκυψε το κεφάλι ντροπιασμένος και είπε:
-Δεν μπορώ, Γέροντα.
Διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, ας μην νομίσουμε αμέσως ότι ο άγιος τα είπε μόνο για αυτόν τον νέο.
Ας βάλουμε ένα ερωτηματικό μήπως τα λέει και για μας, που είμαστε έτοιμοι να πετάξουμε την πέτρα μόλις δούμε έναν μοναχό ή άλλον αφιερωμένο κληρικό, με αταίριαστη στο σχήμα του συμπεριφορά, ενώ ταυτόχρονα ξεχνάμε ότι εμείς δεν έχουμε κάνει για τον Θεό ούτε τα ελάχιστα από όσα έχει κάνει αυτός, και για αυτό άλλωστε δεν δεχόμαστε από τον διάβολο τις ίδιες επιθέσεις με αυτές που δέχεται ο μοναχός ή ο αφιερωμένος κληρικός.
Γέροντα, ὑπάρχει περίπτωση ἕνας Ἅγιος νὰ μὴν κάνη θαύματα;
– Τὸ ἂν θὰ κάνη ἕνας Ἅγιος θαύματα ἢ ὄχι, αὐτὸ εἶναι θέμα τοῦ Θεοῦ.
Τὰ πολλὰ ὅμως θαύματα τῶν Ἁγίων μένουν ἄγνωστα.
Τίποτε δὲν εἶναι δύσκολο γιὰ τὸν Θεὸ καὶ γιὰ ἕναν Ἅγιο ποὺ ἔχει παρρησίαστὸν Θεό.
Ὁ Χριστὸς εἶπε: «Θὰ σᾶς δώσω δύναμη νὰ κάνετε θαύματα περισσότερα καὶ μεγαλύτερα ἀπὸ ὅσα ἔκανα ἐγώ»72.
Αὐτὸς ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ δείχνει καὶ τὴν ταπείνωσή Του καὶ τὸν πλοῦτο τῆς Χάριτος ποὺ μᾶς δίνει.
Εἶναι συγκινητικὴ ἡ ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ· ἔδωσε στοὺς Ἁγίους τὴν Χάρη καὶ τὴν δύναμη νὰ ἀνασταίνουν ἀκόμη καὶ νεκρούς, ὅπως Ἐκεῖνος.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ ΣΤ’ «Περί Προσευχής» - 58 -
72 Βλ. Ἰω. 14, 12.
72 Βλ. Ἰω. 14, 12.
Ὁ ἱερὸς ναὸς εἶναι τὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ.
Πολλοὶ ἄνθρωποι, Γέροντα, δὲν θεωροῦν ἀπαραίτητο τὸν ἐκκλησιασμό.
– Δὲν μπαίνουν στὸ βαθύτερο νόημα οἱ ἄνθρωποι· κόβουν τὸ καλώδιο, τὴν ἐπαφὴ μὲ τὸν Θεό, καὶ μετὰ δὲν μποροῦν νὰ βοηθηθοῦν.
Δυστυχῶς οἱ περισσότεροι Χριστιανοὶ δὲν ζοῦν μυστηριακά, γι’ αὐτὸ ὑπάρχει μιὰ ἐπίδραση δαιμονική.
Ἐγὼ πάντοτε λέω στοὺς λαϊκοὺς νὰ ἐκκλησιάζωνται, γιὰ νὰ ἁγιάζωνται. Καὶ μόνον ἂν σκεφθῆ κανεὶς ὅτι μπαίνοντας στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ μπαίνει στὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ κι ἐκεῖ δέχεται τὴν θεία Χάρη καὶ ἁγιάζεται, εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ συγκλονισθῆ.
Μέσα στὸν ναὸ μᾶς παρακολουθοῦν ὁ Χριστός, ἡ Παναγία, οἱ Ἅγιοι, ζητοῦμε τὴν βοήθειά τους, μποροῦμε ἁπλὰ νὰ συνομιλοῦμε μαζί τους.
Ἐκεῖ μᾶς δίνεται ἡ δυνατότητα νὰ ζήσουμε τὰ Μυστήρια.
Ἐκεῖ θυσιάζεται γιὰ μᾶς ὁ Χριστὸς καὶ μᾶς δίνει τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του.
Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ μᾶς συγκλονίζη
;– Γέροντα, τί θὰ μὲ βοηθήση, γιὰ νὰ συγκεντρώνωμαι στὴν Θεία Λειτουργία;
– Ἄγγελοι συμμετέχουν στὴν Θεία Λειτουργία.
«Ταῖς ἀγγελικαῖς ἀοράτως δορυφορούμενον...», ψάλλουμε. Νὰ σκέφτεσαι τί γίνεται ἐκείνη τὴν ὥρα, νὰ προσέχης στὶς αἰτήσεις ποὺ κάνει ὁ ἱερέας καὶ νὰ λὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον» μὲ τὴν καρδιά σου. Βλέπω τί σπατάλη γίνεται!
Σὲ μιὰ Θεία Λειτουργία πόσες ἀδελφὲς λένε στὰ Εἰρηνικὰτὸ «Κύριε ἐλέησον»; Τὸ λένε οἱ ψάλτριες ἀπὸ τὸ μουσικὸ βιβλίο καὶ οἱ περισσότερες εὐχαριστιέστε μὲ τὸ ὄμορφο «Κύριε ἐλέησον», χωρὶς νὰ συμμετέχη ἡ καρδιά.
Τί ὠφελεῖ ὅμως αὐτό; Ἀκόμη κι ἂν λέτε τὴν εὐχή, ἂν δὲν τὴν λέτε μὲ πόνο, καὶ αὐτὸ δὲν ὠφελεῖ.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ ΣΤ’ «Περί Προσευχής» - 104 -












Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου