Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2020

Εξαγνισμός της καρδιάς.

– Γέροντα, ο Χριστός χωράει σε όλες τις καρδιές;
– O Χριστός χωράει, οι άνθρωποι δεν Τον χωράνε, γιατί δεν προσπαθού...

Δείτε περισσότερα
 
 

Ο προβολέας του διαβόλου.
+++++++++++++++++++++++
Στο εξωτερικό αρχονταρίκι του κελιού του ο Γέροντας Παΐσιος άκουγε πονεμένους και μπερδεμένους ανθρώπους και σπάραζε ή καρδιά του. Ήθελε να τους βοηθήσει ουσιαστικά, αρχίζοντας με τη διδασκαλία κι επισφραγίζοντας την προσπάθεια με θερμή προσευχή το βράδυ. Γνώριζε πολύ καλά ότι ό ίδιος δεν μπορούσε να βοηθήσει κανέναν, πίστευε, όμως, ότι ό Θεός όλα μπορεί να τα κάνει, για αυτό και προσευχόταν με πόνο.
Το έργο του ήταν δύσκολο, γιατί συναντούσε την αντίδραση του διαβόλου. Ό Γέροντας είχε διαπιστώσει πολλές φορές ότι ό διάβολος με λύσσα πολεμούσε το πνευματικό του έργο.
Κάποτε είχαν πάει στο καλύβι του δυο άνθρωποι, πού αντιμετώπιζαν σοβαρά προσωπικά προβλήματα. Ό Γέροντας τους άκουσε με προσοχή και άρχισε να τους αναφέρει διάφορα παραδείγματα, προκειμένου να τονώσει την πίστη τους στο Θεό. Έβλεπε ότι οί άνθρωποι αυτοί διψούσαν να τον ακούσουν.
Όταν ή συζήτηση είχε φτάσει στο «ευαίσθητο σημείο», εμφανίστηκε στο σύρμα του φράχτη μια ομάδα επισκεπτών. Ό Γέροντας διέκοψε, για να τους χαιρετήσει και να τούς οδηγήσει σε κάποιο σημείο της αυλής του κελιού. Ξαναπήγε κοντά τους στους δυο αδελφούς για ολοκληρώσει τη σκέψη του. Δεν πέρασαν δυο λεπτά και ακούστηκε μια φωνή απ' την κάτω πόρτα της αυλής:
-Πάτερ, από πού θα μπούμε;
Ήταν μια άλλη παρέα. 'Ο Γέροντας τους απάντησε:
Ελάτε από πάνω. Πάρτε λουκούμια και νερό και καθίστε.
Ό Γέροντας είχε χάσει τον ειρμό των σκέψεων του. Άρχισε πάλι απ' την αρχή. Οι συνεχείς διακοπές τον πίεζαν κι ένιωθε άσχημα. Δεν μπορούσε να φτάσει στο δίδαγμα, πού ήθελε να προσφέρει στους δυο συνομιλητές του. Εφτά φορές τον διέκοψαν διάφοροι επισκέπτες. Τελικά αναγκάστηκε να βάλει δυο φρουρούς απ' τους ίδιους τους επισκέπτες. Πήρε έναν απ' το χέρι και του είπε .
Να σταματάει τους επισκέπτες πού θα έρχονταν, λέγοντας τους, ότι πρέπει να έχουν υπομονή και να περιμένουν. Το ίδιο είπε και σε κάποιον άλλο, πού τον τοποθέτησε στην επάνω πόρτα. Έτσι ό Γέροντας μετά από αρκετή ώρα κατάφερε να τελειώσει τη συζήτηση με τους δυο πονεμένους αδελφούς. Όταν τους αποχαιρετούσε, τους εξήγησε τι είχε συμβεί:
-Έβλεπε ό διάβολος, αδελφοί, ότι ό Θεός σας έστειλε εδώ, για να τονωθείτε, πνευματικά και δεν το άντεχε. Το έκανε απ' εδώ, το έκανε απ' εκεί κι έστειλε όλους τους επισκέπτες μαζεμένους, για να με διακόπτουν και να μη μπορέσω να σας βοηθήσω. "Ας είναι όμως. Άντε να πάτε στην ευχή της Παναγίας.
Ό Γέροντας ένιωθε ικανοποίηση, που βοήθησε τους δυο αδελφούς, και άρχισε να μετράει τους επισκέπτες, πού ήδη είχαν μαζευτεί.
Ήταν πολλοί. Ξεπερνούσαν τους τριάντα. Τους είπε να μαζευτούν όλοι στο υπαίθριο αρχονταρίκι, για να τους κεράσει. Μετά κάθισε κι αυτός κοντά τους και αφού τους έριξε μια ματιά, κατέβασε το κεφάλι του και περίμενε. Ένας απ' τους επισκέπτες άνοιξε την κουβέντα:
-Γέροντα, δεν μας λέτε κάτι, για το διάβολο, ό όποιος τόσο μας ταλαιπωρεί και μας απομακρύνει απ' το Θεό;
-Για το διάβολο να μιλήσουμε ή για τους αγγέλους; Εγώ, βέβαια, δεν ξέρω για τους αγγέλους. Για το διάβολο, όμως, μπορώ να σας πω δυο Ιστορίες.
Ό Γέροντας περίμενε λίγο να πιουν το νερό και οι άλλοι και άρχισε:
-Όταν ήμουν στο μοναστήρι του Στομίου στην Κόνιτσα, ό διάβολος προσπαθούσε να με παρασύρει χρησιμοποιώντας διάφορους τρόπους. Ένα βράδυ, μετά το απόδειπνο, έλεγα την ευχή στο κελί καθισμένος σ' ένα σκαμνί. Είχα μια καλή κατάσταση. Ξαφνικά ακούω διάφορα όργανα, κλαρίνα και νταούλια. Παραξενεύτηκα. «Τι είναι τούτα πάλι», είπα. «Το πανηγύρι πέρασε. Ποιοι παίζουν τώρα όργανα εκεί στον ξενώνα;». Σηκώθηκα απ' το σκαμνί και κοίταξα απ' το παράθυρο έξω.
Ήταν παντού ησυχία. Τότε κατάλαβα ότι ό διάβολος ήθελε να διακόψω την προσευχή.
Ακούγονταν καθαρά τα όργανα, Γέροντα, ρώτησε ένας απ' την παρέα. Μήπως νομίσατε ότι κάτι ακούγονταν;
-Τι λες, βρε παλικάρι; Άκουγα τα όργανα, όπως ακούγονται και στο πανηγύρι στις 8 Σεπτεμβρίου. Είχαν όρεξη οί οργανοπαίχτες του διαβόλου. Αντηχούσαν οι ρεματιές.
-Μετά, Γέροντα, ησυχάσατε; Σταμάτησαν οι πειρασμοί;
Όχι. Ό διάβολος δεν απογοητεύεται εύκολα. Εγώ ξανακάθισα στο σκαμνί, για να συνεχίσω την ευχή. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ, άλλα δεν με άφησε. Μετά από λίγη ώρα γέμισε το κελί μου με δυνατό φως. Ξαφνιάστηκα πάλι. Είδα ακόμα την οροφή να εξαφανίζεται και να μπαίνει στο κελί μια φωτεινή στήλη, πού ξεκινούσε απ' το ύψος του ουρανού. Στη κορυφή αυτής της στήλης υπήρχε ένας ξανθός νέος, πού έμοιαζε με το Χριστό.
Δεν έβλεπα, όμως, ολόκληρο το πρόσωπο του. Σηκώθηκα απ' το σκαμνί, για να δω καλύτερα. Εκείνη τη στιγμή μια εσωτερική φωνή με διαβεβαίωνε ότι είδα το Χριστό. Εγώ αντέδρασα αμέσως. Έκανα το σταυρό μου και μονολόγησα: «Ποιος είμαι εγώ, που αξιώθηκα να δω το Χριστό; Εγώ είμαι ανάξιος». Αυτό ήταν. Το φως και ό δήθεν Χριστός χάθηκαν. Ή οροφή ήταν στη θέση της.
-Αυτές οι καταστάσεις δεν προκαλούν φόβο, Γέροντα; Νομίζω ότι εγώ προσωπικά δεν θ' άντεχα, είπε ένας άλλος.
-Τι να έκανα; Μπορούσα να τον αποφύγω τον διάβολο; Όμως, πρέπει να ξέρετε ότι χρειάζεται θάρρος και προσευχή. Μη νομίζετε ότι ό διάβολος είναι πολύ δυνατός. Δειλός και φοβητσιάρης είναι.
Δεν πρέπει, όμως, να τον πιστεύουμε. Τι να σας πω! Κάποτε προθυμοποιήθηκε να μ' εξυπηρετήσει. Θυμάμαι, πού όταν έφυγα απ' το Στόμιο και πήγα στο Σινά, στο ασκητήριο της Αγίας Επιστήμης, ό διάβολος συχνά μ' ενοχλούσε. Εκεί το κελλάκι είχε τέσσερα σκαλάκια και πιο πέρα υπήρχαν διάφορες σπηλιές. Όταν είχε αστροφεγγιά, μου άρεσε να βγαίνω έξω και να τρυπώνω σε κάποια σπηλιά, για να κάνω την προσευχή μου πιο έντονη; Μια φορά λοιπόν φόρεσα την κάπα μου και βγήκα έξω.
Δεν είχε πολύ φως. Είχα ένα τσακμάκι και το αναβόσβηνα, για να βλέπω τα σκαλοπάτια και τα βράχια Κάποια στιγμή το τσακμάκι δεν άναβε. Τότε ένα δυνατό φως, σαν να ήταν από προβολέα, ήρθε απ' τον απέναντι βράχο και φώτισε τα πάντα γύρω. Εγώ αγρίεψα λίγο και ψιθύρισα: «Να μου λείψουν τέτοια φώτα». Και αμέσως ξαναμπήκα στο κελί. Ευθύς το φως χάθηκε. Είδατε το διάβολο, μου αχρήστεψε το τσακμάκι και θέλησε να μ' εξυπηρετήσει.
Σκέφθηκε: «Κρίμα δεν είναι αυτός ό καλός καλόγερος να παιδεύεται; "Ας του δώσω εγώ φως!». Είδατε καλοσύνη! Ήθελε να με φωτίσει!
-Γέροντα, μετά από μια τέτοια παρουσία του διαβόλου, τι νιώθει κανείς. Αισθάνεται δυνατός ή τον μαραζώνει ό φόβος;
Είναι φοβερό να βλέπεις το διάβολο δίπλα σου. Όμως, εμείς έχουμε το Χριστό μέσα μας και μπορούμε ν' αντιμετωπίζουμε το διάβολο χωρίς πανικό. Είναι μεγάλο κατόρθωμα να τον διώχνεις από κοντά σου με την προσευχή.
Γέροντα, σ' ευχαριστούμε για τις εμπειρίες, πού μας διηγήθηκες, είπαν όλοι με μια φωνή.
Το Χριστό και την Παναγία να ευχαριστείτε, είπε ό Γέροντας και άρχισε να τους αποχαιρετάει

 

 

 

«Ο κυριευμέ­νος από υλικά πράγματα είναι κυριευμένος πάντα από στε­νοχώρια και άγχος, γιατί πότε τρέμει μην του τα πάρουν και πότε μην του πάρουν την ψυχή. Ο τσιγκούνης πάλι, που αγκύλωσε το χέρι του από το πολύ σφίξιμο, έσφιξε και την καρδιά του και την έκανε πέτρινη.
Για να θερα­πευθεί, θα πρέπει να επισκεφθεί δυστυχισμένους ανθρώ­πους, να πονέσει, οπότε θα αναγκασθεί να ανοίξει σιγά-σιγά το χέρι του και θα μαλακώσει τότε και η πέτρινη καρδιά του και θα γίνει καρδιά ανθρώπινη και έτσι θα του ανοιχθεί και η πύλη του Παραδείσου».

(Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης)

 

 

 

Αν ζητούμε κάτι από τον Θεό, χωρίς να θυσιάζουμε και κάτι, δεν έχει αξία. Αν κάθωμαι και λέω: «Θεέ μου, Σε παρακαλώ, κάνε καλά τον τάδε άρρωστο», χωρίς να κάνω κάποια θυσία, είναι σαν να λέω απλώς καλά λόγια.

Ο Χριστός να δη την αγάπη μου, την θυσία μου, και τότε θα εκπληρώση το αίτημά μου, αν βέβαια αυτό είναι για το πνευματικό καλό του άλλου.
Γι’ αυτό, όταν οι άνθρωποι σας ζητούν να προσευχηθήτε για κάποιον άρρωστο, να τους λέτε να προσευχηθούν και αυτοί ή τουλάχιστον να αγωνισθούν να κόψουν τα κουσούρια τους.

Μερικοί άνθρωποι έρχονται και μου λένε: «Κάνε με καλά· έμαθα ότι μπορείς να με βοηθήσης». Θέλουν όμως να βοηθηθούν, χωρίς οι ίδιοι να καταβάλλουν καθόλου προσπάθεια.

Λες λ.χ. στον άλλον: «μην τρως γλυκά, κάνε αυτήν την θυσία, για να σε βοηθήση ο Θεός», και σου λένε: «Γιατί; Δεν μπορί να με κάνη καλά ο Θεός;». Δεν κάνουν μια θυσία για τον εαυτό τους, πόσο μάλλον να θυσιασθούν για τον άλλον.

Άλλος δεν τρώει γλυκά, για να βοηθήση ο Χριστός όσους πάσχουν από ζάχαρο, ή δεν κοιμάται, για να δώση λίγο ύπνο ο Χριστός σ’ αυτούς που πάσχουν από αϋπνίες. Έτσι συγγενεύει ο άνθρωπος με τον Θεό. Τότε ο Θεός δίνει την Χάρη Του.

Εγώ, όταν μου λέη κάποιος πως δεν μπορεί να προσευχηθή για κάποιον δικό του που είναι άρρωστος, του λέω να κάνη και αυτός μια θυσία για τον άρρωστο. Συνήθως του λέω να κάνη κάτι που θα είναι καλό και για την δική του υγεία.

(Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης)

 

 

Ένα δέντρο, αν δεν το περιποιούμαστε στη ρίζα του δεν το σκαλίζουμε, δεν το ποτίζουμε, δε μπορεί να καρπίσει και να προοδεύσει.
Έτσι και ο άνθρωπος, αν δεν καθαρισθεί και σκαλιστεί μέσα του, να φύγουν οι αμαρτίες και τα πάθη μέσω του πνευματικού, αν δεν θρέψει την ψυχή του με το λίπασμα του λόγου του Θεού και τη χάρη των Μυστηρίων, δεν θα καρπίσει αρετές.

(Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης)

 

 

 

«ΕΤΣΙ ΣΥΓΓΕΝΕΥΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ...» 

Αν ζητούμε κάτι από τον Θεό, χωρίς να θυσιάζουμε και κάτι, δεν έχει αξία. Αν κάθωμαι και λέω: «Θεέ μου, Σε παρακαλώ, κάνε καλά τον τάδε άρρωστο», χωρίς να κάνω κάποια θυσία, είναι σαν να λέω απλώς καλά λόγια.

Ο Χριστός να δη την αγάπη μου, την θυσία μου, και τότε θα εκπληρώση το αίτημά μου, αν βέβαια αυτό είναι για το πνευματικό καλό του άλλου.

Γι' αυτό, όταν οι άνθρωποι σας ζητούν να προσευχηθήτε για κάποιον άρρωστο, να τους λέτε να προσευχηθούν και αυτοί ή τουλάχιστον να αγωνισθούν να κόψουν τα κουσούρια τους.
Μερικοί άνθρωποι έρχονται και μου λένε: «Κάνε με καλά· έμαθα ότι μπορείς να με βοηθήσης». Θέλουν όμως να βοηθηθούν, χωρίς οι ίδιοι να καταβάλλουν καθόλου προσπάθεια.
Λες λ.χ. στον άλλον: «μην τρως γλυκά, κάνε αυτήν την θυσία, για να σε βοηθήση ο Θεός», και σου λένε: «Γιατί; Δεν μπορί να με κάνη καλά ο Θεός;».

Δεν κάνουν μια θυσία για τον εαυτό τους, πόσο μάλλον να θυσιασθούν για τον άλλον. Άλλος δεν τρώει γλυκά, για να βοηθήση ο Χριστός όσους πάσχουν από ζάχαρο, ή δεν κοιμάται, για να δώση λίγο ύπνο ο Χριστός σ' αυτούς που πάσχουν από αϋπνίες. Έτσι συγγενεύει ο άνθρωπος με τον Θεό. Τότε ο Θεός δίνειτην Χάρη Του.
Εγώ, όταν μου λέη κάποιος πως δεν μπορεί να προσευχηθή για κάποιον δικό του που είναι άρρωστος, του λέω να κάνη και αυτός μια θυσία για τον άρρωστο.

Συνήθως του λέω να κάνη κάτι που θα είναι καλό και για την δική του υγεία. Ήρθε κάποτε από την Γερμανία στο Καλύβι ένας πατέρας, που το κοριτσάκι του είχε αρχίσει να παραλύη.
Οι γιατροί το είχαν ξεγράψει. Ήταν ο καημένος τελείως απελπισμένος. «Κάνε κι εσύ μια θυσία, του είπα, για την υγεία του παιδιού σου.

Να κάνης μετάνοιες, δεν μπορείς· να προσευχηθής, δεν μπορείς, εντάξει. Πόσα τσιγάρα καπνίζεις την ημέρα;».
«Τεσσεράμισι κουτιά», μου λέει. «Να καπνίζης ένα κουτί, του λέω, και τα χρήματα που θα έδινες για τα υπόλοιπα να τα δίνης σε κανέναν φτωχό».

«Να γίνη, Πάτερ, καλά το παιδί, μου λέει, και εγώ θα το κόψω το τσιγάρο». «Ε, τότε δεν θα έχη αξία· τώρα πρέπει να το κόψης· πέταξε το τσιγάρο, του λέω.
Δεν αγαπάς το παιδί σου;». «Εγώ δε αγαπώ το παιδί μου; Από τον πέμπτο όροφο πετιέμαι κάτω για την αγάπη του παιδιού μου», μου λέει. «Εγώ δεν σου λέω να πεταχτής από τον πέμπτο όροφο κάτω, θα αφήσης το παιδί σου στον δρόμο κι εσύ θα χάσης την ψυχή σου.

Εγώ σου λέω να κάνης κάτι εύκολο. Να, πέταξε τώρα τα τσιγάρα!». Με κανέναν τρόπο δεν ήθελε να τα πετάξη. Και τελικά έφυγε έτσι και έκλαιγε! Πως να βοηθηθή αυτός ο άνθρωπος; Ενώ όσοι ακούν βοηθιούνται.

(Οσιος Παισιος Αγιορειτης)

 

 

 

«ΕΤΣΙ ΣΥΓΓΕΝΕΥΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ...»
+++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
Αν ζητούμε κάτι από τον Θεό, χωρίς να θυσιάζουμε και κάτι, δεν έχει αξία....

Δείτε περισσότερα
 

Νηστεία, αγρυπνία, προσευχή. Αυτά αν τα εφαρμόσεις στη ζωή σου αδελφέ μου θα πετύχεις πολλά. Στη ζωή σου να είσαι απλός. Βλέπεις την καλύβη μου που είναι φτωχική. Σπίτι σου να έχεις μόνο τα αναγκαία. Τα πολλά πράγματα δεν βοηθούν την πνευματική ζωή.

(Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης)

 

 

 

«Aγιε, πού πουλάνε την ταπείνωση;»
+++++++++++++++++++++++++++
Εγώ, Γέροντα, έχω ανάγκη από πολλή ταπείνωση…
– Να πας να αγοράσεις.
Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που πουλούν την ταπείνωση, και μάλιστα δωρεάν, αρκεί να την θέλεις…
– Ποιοι είναι αυτοί, Γέροντα;
– Είναι οι άνθρωποι που, όταν δεν έχουν καλή πνευματική κατάσταση, φέρονται αδιάκριτα και με την συμπεριφορά τους μάς ταπεινώνουν…
Η ταπείνωση δεν αγοράζεται από τον μπακάλη όπως τα ψώνια.
Όταν λέμε: «δώσ᾿ μου, Θεέ μου, ταπείνωση», ο Θεός δεν θα πάρει την σέσουλα και θ᾿ αρχίσει:
«πάρε ένα κιλό ταπείνωση εσύ», «μισό κιλό εσύ», αλλά θα επιτρέψει να έρθει λ.χ. κάποιος άνθρωπος αδιάκριτος να μάς φερθεί σκληρά ή θα πάρει από άλλον την Χάρη Του και θα έρθει να μάς βρίσει.
Έτσι θα δοκιμαστούμε και θα εργασθούμε, εάν θέλουμε να αποκτήσουμε την ταπείνωση…
Αλλά εμείς δεν σκεφτόμαστε ότι ο Θεός επιτρέπει να γίνει ο αδελφός μας κακός, για να βοηθηθούμε εμείς, και θυμώνουμε με τον αδελφό.
Και, ενώ ζητάμε από τον Θεό ταπείνωση, δεν δεχόμαστε τις ευκαιρίες που μάς στέλνει, για να ταπεινωθούμε, αλλά δυσανασχετούμε.
Κανονικά θα έπρεπε να χρωστάμε ευγνωμοσύνη σ᾿ αυτόν που μάς ταπεινώνει, γιατί αυτός είναι ο μεγαλύτερος ευεργέτης μας.
Όποιος ζητάει στην προσευχή του ταπείνωση από τον Θεό, αλλά δεν δέχεται τον άνθρωπο που του στέλνει ο Θεός, για να τον ταπεινώσει, δεν ξέρει τι ζητάει…
«Τι κράτησε ο Θεός για τον εαυτό του; Τίποτα.
Όπως και οι γονείς που μπορεί μέχρι και να φάνε κλωτσιές από τα παιδιά τους, αλλά θυσιάζονται γι’ αυτά.
Ο Θεός θυσιάστηκε για μας, γιατί μάς αγαπάει και μάς τα έδωσε όλα.
Να κινούμαι με θυσία και αρχοντιά και να σηκώνω και την ενόχληση που θα μου κάνει ο πλησίον μου.
Να χαίρομαι που με ενοχλούν και δεν ενοχλώ.
Κι έτσι θα δεχτώ τη Θεία Χάρη».

(Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης)

 

 

Εξαγνισμός της καρδιάς.
+++++++++++++++++++
– Γέροντα, ο Χριστός χωράει σε όλες τις καρδιές;
– O Χριστός χωράει, οι άνθρωποι δεν Τον χωράνε, γιατί δεν προσπαθού...

Δείτε περισσότερα

Ο προβολέας του διαβόλου.
+++++++++++++++++++++++
Στο εξωτερικό αρχονταρίκι του κελιού του ο Γέροντας Παΐσιος άκουγε πονεμένους και μπερδεμένους ανθρώπους και σπάραζε ή καρδιά του. Ήθελε να τους βοηθήσει ουσιαστικά, αρχίζοντας με τη διδασκαλία κι επισφραγίζοντας την προσπάθεια με θερμή προσευχή το βράδυ. Γνώριζε πολύ καλά ότι ό ίδιος δεν μπορούσε να βοηθήσει κανέναν, πίστευε, όμως, ότι ό Θεός όλα μπορεί να τα κάνει, για αυτό και προσευχόταν με πόνο.
Το έργο του ήταν δύσκολο, γιατί συναντούσε την αντίδραση του διαβόλου. Ό Γέροντας είχε διαπιστώσει πολλές φορές ότι ό διάβολος με λύσσα πολεμούσε το πνευματικό του έργο.
Κάποτε είχαν πάει στο καλύβι του δυο άνθρωποι, πού αντιμετώπιζαν σοβαρά προσωπικά προβλήματα. Ό Γέροντας τους άκουσε με προσοχή και άρχισε να τους αναφέρει διάφορα παραδείγματα, προκειμένου να τονώσει την πίστη τους στο Θεό. Έβλεπε ότι οί άνθρωποι αυτοί διψούσαν να τον ακούσουν.
Όταν ή συζήτηση είχε φτάσει στο «ευαίσθητο σημείο», εμφανίστηκε στο σύρμα του φράχτη μια ομάδα επισκεπτών. Ό Γέροντας διέκοψε, για να τους χαιρετήσει και να τούς οδηγήσει σε κάποιο σημείο της αυλής του κελιού. Ξαναπήγε κοντά τους στους δυο αδελφούς για ολοκληρώσει τη σκέψη του. Δεν πέρασαν δυο λεπτά και ακούστηκε μια φωνή απ' την κάτω πόρτα της αυλής:
-Πάτερ, από πού θα μπούμε;
Ήταν μια άλλη παρέα. 'Ο Γέροντας τους απάντησε:
Ελάτε από πάνω. Πάρτε λουκούμια και νερό και καθίστε.
Ό Γέροντας είχε χάσει τον ειρμό των σκέψεων του. Άρχισε πάλι απ' την αρχή. Οι συνεχείς διακοπές τον πίεζαν κι ένιωθε άσχημα. Δεν μπορούσε να φτάσει στο δίδαγμα, πού ήθελε να προσφέρει στους δυο συνομιλητές του. Εφτά φορές τον διέκοψαν διάφοροι επισκέπτες. Τελικά αναγκάστηκε να βάλει δυο φρουρούς απ' τους ίδιους τους επισκέπτες. Πήρε έναν απ' το χέρι και του είπε .
Να σταματάει τους επισκέπτες πού θα έρχονταν, λέγοντας τους, ότι πρέπει να έχουν υπομονή και να περιμένουν. Το ίδιο είπε και σε κάποιον άλλο, πού τον τοποθέτησε στην επάνω πόρτα. Έτσι ό Γέροντας μετά από αρκετή ώρα κατάφερε να τελειώσει τη συζήτηση με τους δυο πονεμένους αδελφούς. Όταν τους αποχαιρετούσε, τους εξήγησε τι είχε συμβεί:
-Έβλεπε ό διάβολος, αδελφοί, ότι ό Θεός σας έστειλε εδώ, για να τονωθείτε, πνευματικά και δεν το άντεχε. Το έκανε απ' εδώ, το έκανε απ' εκεί κι έστειλε όλους τους επισκέπτες μαζεμένους, για να με διακόπτουν και να μη μπορέσω να σας βοηθήσω. "Ας είναι όμως. Άντε να πάτε στην ευχή της Παναγίας.
Ό Γέροντας ένιωθε ικανοποίηση, που βοήθησε τους δυο αδελφούς, και άρχισε να μετράει τους επισκέπτες, πού ήδη είχαν μαζευτεί.
Ήταν πολλοί. Ξεπερνούσαν τους τριάντα. Τους είπε να μαζευτούν όλοι στο υπαίθριο αρχονταρίκι, για να τους κεράσει. Μετά κάθισε κι αυτός κοντά τους και αφού τους έριξε μια ματιά, κατέβασε το κεφάλι του και περίμενε. Ένας απ' τους επισκέπτες άνοιξε την κουβέντα:
-Γέροντα, δεν μας λέτε κάτι, για το διάβολο, ό όποιος τόσο μας ταλαιπωρεί και μας απομακρύνει απ' το Θεό;
-Για το διάβολο να μιλήσουμε ή για τους αγγέλους; Εγώ, βέβαια, δεν ξέρω για τους αγγέλους. Για το διάβολο, όμως, μπορώ να σας πω δυο Ιστορίες.
Ό Γέροντας περίμενε λίγο να πιουν το νερό και οι άλλοι και άρχισε:
-Όταν ήμουν στο μοναστήρι του Στομίου στην Κόνιτσα, ό διάβολος προσπαθούσε να με παρασύρει χρησιμοποιώντας διάφορους τρόπους. Ένα βράδυ, μετά το απόδειπνο, έλεγα την ευχή στο κελί καθισμένος σ' ένα σκαμνί. Είχα μια καλή κατάσταση. Ξαφνικά ακούω διάφορα όργανα, κλαρίνα και νταούλια. Παραξενεύτηκα. «Τι είναι τούτα πάλι», είπα. «Το πανηγύρι πέρασε. Ποιοι παίζουν τώρα όργανα εκεί στον ξενώνα;». Σηκώθηκα απ' το σκαμνί και κοίταξα απ' το παράθυρο έξω.
Ήταν παντού ησυχία. Τότε κατάλαβα ότι ό διάβολος ήθελε να διακόψω την προσευχή.
Ακούγονταν καθαρά τα όργανα, Γέροντα, ρώτησε ένας απ' την παρέα. Μήπως νομίσατε ότι κάτι ακούγονταν;
-Τι λες, βρε παλικάρι; Άκουγα τα όργανα, όπως ακούγονται και στο πανηγύρι στις 8 Σεπτεμβρίου. Είχαν όρεξη οί οργανοπαίχτες του διαβόλου. Αντηχούσαν οι ρεματιές.
-Μετά, Γέροντα, ησυχάσατε; Σταμάτησαν οι πειρασμοί;
Όχι. Ό διάβολος δεν απογοητεύεται εύκολα. Εγώ ξανακάθισα στο σκαμνί, για να συνεχίσω την ευχή. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ, άλλα δεν με άφησε. Μετά από λίγη ώρα γέμισε το κελί μου με δυνατό φως. Ξαφνιάστηκα πάλι. Είδα ακόμα την οροφή να εξαφανίζεται και να μπαίνει στο κελί μια φωτεινή στήλη, πού ξεκινούσε απ' το ύψος του ουρανού. Στη κορυφή αυτής της στήλης υπήρχε ένας ξανθός νέος, πού έμοιαζε με το Χριστό.
Δεν έβλεπα, όμως, ολόκληρο το πρόσωπο του. Σηκώθηκα απ' το σκαμνί, για να δω καλύτερα. Εκείνη τη στιγμή μια εσωτερική φωνή με διαβεβαίωνε ότι είδα το Χριστό. Εγώ αντέδρασα αμέσως. Έκανα το σταυρό μου και μονολόγησα: «Ποιος είμαι εγώ, που αξιώθηκα να δω το Χριστό; Εγώ είμαι ανάξιος». Αυτό ήταν. Το φως και ό δήθεν Χριστός χάθηκαν. Ή οροφή ήταν στη θέση της.
-Αυτές οι καταστάσεις δεν προκαλούν φόβο, Γέροντα; Νομίζω ότι εγώ προσωπικά δεν θ' άντεχα, είπε ένας άλλος.
-Τι να έκανα; Μπορούσα να τον αποφύγω τον διάβολο; Όμως, πρέπει να ξέρετε ότι χρειάζεται θάρρος και προσευχή. Μη νομίζετε ότι ό διάβολος είναι πολύ δυνατός. Δειλός και φοβητσιάρης είναι.
Δεν πρέπει, όμως, να τον πιστεύουμε. Τι να σας πω! Κάποτε προθυμοποιήθηκε να μ' εξυπηρετήσει. Θυμάμαι, πού όταν έφυγα απ' το Στόμιο και πήγα στο Σινά, στο ασκητήριο της Αγίας Επιστήμης, ό διάβολος συχνά μ' ενοχλούσε. Εκεί το κελλάκι είχε τέσσερα σκαλάκια και πιο πέρα υπήρχαν διάφορες σπηλιές. Όταν είχε αστροφεγγιά, μου άρεσε να βγαίνω έξω και να τρυπώνω σε κάποια σπηλιά, για να κάνω την προσευχή μου πιο έντονη; Μια φορά λοιπόν φόρεσα την κάπα μου και βγήκα έξω.
Δεν είχε πολύ φως. Είχα ένα τσακμάκι και το αναβόσβηνα, για να βλέπω τα σκαλοπάτια και τα βράχια Κάποια στιγμή το τσακμάκι δεν άναβε. Τότε ένα δυνατό φως, σαν να ήταν από προβολέα, ήρθε απ' τον απέναντι βράχο και φώτισε τα πάντα γύρω. Εγώ αγρίεψα λίγο και ψιθύρισα: «Να μου λείψουν τέτοια φώτα». Και αμέσως ξαναμπήκα στο κελί. Ευθύς το φως χάθηκε. Είδατε το διάβολο, μου αχρήστεψε το τσακμάκι και θέλησε να μ' εξυπηρετήσει.
Σκέφθηκε: «Κρίμα δεν είναι αυτός ό καλός καλόγερος να παιδεύεται; "Ας του δώσω εγώ φως!». Είδατε καλοσύνη! Ήθελε να με φωτίσει!
-Γέροντα, μετά από μια τέτοια παρουσία του διαβόλου, τι νιώθει κανείς. Αισθάνεται δυνατός ή τον μαραζώνει ό φόβος;
Είναι φοβερό να βλέπεις το διάβολο δίπλα σου. Όμως, εμείς έχουμε το Χριστό μέσα μας και μπορούμε ν' αντιμετωπίζουμε το διάβολο χωρίς πανικό. Είναι μεγάλο κατόρθωμα να τον διώχνεις από κοντά σου με την προσευχή.
Γέροντα, σ' ευχαριστούμε για τις εμπειρίες, πού μας διηγήθηκες, είπαν όλοι με μια φωνή.
Το Χριστό και την Παναγία να ευχαριστείτε, είπε ό Γέροντας και άρχισε να τους αποχαιρετάει

 

 

 

«Ο κυριευμέ­νος από υλικά πράγματα είναι κυριευμένος πάντα από στε­νοχώρια και άγχος, γιατί πότε τρέμει μην του τα πάρουν και πότε μην του πάρουν την ψυχή. Ο τσιγκούνης πάλι, που αγκύλωσε το χέρι του από το πολύ σφίξιμο, έσφιξε και την καρδιά του και την έκανε πέτρινη.
Για να θερα­πευθεί, θα πρέπει να επισκεφθεί δυστυχισμένους ανθρώ­πους, να πονέσει, οπότε θα αναγκασθεί να ανοίξει σιγά-σιγά το χέρι του και θα μαλακώσει τότε και η πέτρινη καρδιά του και θα γίνει καρδιά ανθρώπινη και έτσι θα του ανοιχθεί και η πύλη του Παραδείσου».

(Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης)

 

 

 

Αν ζητούμε κάτι από τον Θεό, χωρίς να θυσιάζουμε και κάτι, δεν έχει αξία. Αν κάθωμαι και λέω: «Θεέ μου, Σε παρακαλώ, κάνε καλά τον τάδε άρρωστο», χωρίς να κάνω κάποια θυσία, είναι σαν να λέω απλώς καλά λόγια.

Ο Χριστός να δη την αγάπη μου, την θυσία μου, και τότε θα εκπληρώση το αίτημά μου, αν βέβαια αυτό είναι για το πνευματικό καλό του άλλου.
Γι’ αυτό, όταν οι άνθρωποι σας ζητούν να προσευχηθήτε για κάποιον άρρωστο, να τους λέτε να προσευχηθούν και αυτοί ή τουλάχιστον να αγωνισθούν να κόψουν τα κουσούρια τους.

Μερικοί άνθρωποι έρχονται και μου λένε: «Κάνε με καλά· έμαθα ότι μπορείς να με βοηθήσης». Θέλουν όμως να βοηθηθούν, χωρίς οι ίδιοι να καταβάλλουν καθόλου προσπάθεια.

Λες λ.χ. στον άλλον: «μην τρως γλυκά, κάνε αυτήν την θυσία, για να σε βοηθήση ο Θεός», και σου λένε: «Γιατί; Δεν μπορί να με κάνη καλά ο Θεός;». Δεν κάνουν μια θυσία για τον εαυτό τους, πόσο μάλλον να θυσιασθούν για τον άλλον.

Άλλος δεν τρώει γλυκά, για να βοηθήση ο Χριστός όσους πάσχουν από ζάχαρο, ή δεν κοιμάται, για να δώση λίγο ύπνο ο Χριστός σ’ αυτούς που πάσχουν από αϋπνίες. Έτσι συγγενεύει ο άνθρωπος με τον Θεό. Τότε ο Θεός δίνει την Χάρη Του.

Εγώ, όταν μου λέη κάποιος πως δεν μπορεί να προσευχηθή για κάποιον δικό του που είναι άρρωστος, του λέω να κάνη και αυτός μια θυσία για τον άρρωστο. Συνήθως του λέω να κάνη κάτι που θα είναι καλό και για την δική του υγεία.

(Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης)

 

 

Ένα δέντρο, αν δεν το περιποιούμαστε στη ρίζα του δεν το σκαλίζουμε, δεν το ποτίζουμε, δε μπορεί να καρπίσει και να προοδεύσει.
Έτσι και ο άνθρωπος, αν δεν καθαρισθεί και σκαλιστεί μέσα του, να φύγουν οι αμαρτίες και τα πάθη μέσω του πνευματικού, αν δεν θρέψει την ψυχή του με το λίπασμα του λόγου του Θεού και τη χάρη των Μυστηρίων, δεν θα καρπίσει αρετές.

(Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης)

 

 

 

«ΕΤΣΙ ΣΥΓΓΕΝΕΥΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ...»
+++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
Αν ζητούμε κάτι από τον Θεό, χωρίς να θυσιάζουμε και κάτι, δεν έχει αξία. Αν κάθωμαι και λέω: «Θεέ μου, Σε παρακαλώ, κάνε καλά τον τάδε άρρωστο», χωρίς να κάνω κάποια θυσία, είναι σαν να λέω απλώς καλά λόγια.

Ο Χριστός να δη την αγάπη μου, την θυσία μου, και τότε θα εκπληρώση το αίτημά μου, αν βέβαια αυτό είναι για το πνευματικό καλό του άλλου.

Γι' αυτό, όταν οι άνθρωποι σας ζητούν να προσευχηθήτε για κάποιον άρρωστο, να τους λέτε να προσευχηθούν και αυτοί ή τουλάχιστον να αγωνισθούν να κόψουν τα κουσούρια τους.
Μερικοί άνθρωποι έρχονται και μου λένε: «Κάνε με καλά· έμαθα ότι μπορείς να με βοηθήσης». Θέλουν όμως να βοηθηθούν, χωρίς οι ίδιοι να καταβάλλουν καθόλου προσπάθεια.
Λες λ.χ. στον άλλον: «μην τρως γλυκά, κάνε αυτήν την θυσία, για να σε βοηθήση ο Θεός», και σου λένε: «Γιατί; Δεν μπορί να με κάνη καλά ο Θεός;».

Δεν κάνουν μια θυσία για τον εαυτό τους, πόσο μάλλον να θυσιασθούν για τον άλλον. Άλλος δεν τρώει γλυκά, για να βοηθήση ο Χριστός όσους πάσχουν από ζάχαρο, ή δεν κοιμάται, για να δώση λίγο ύπνο ο Χριστός σ' αυτούς που πάσχουν από αϋπνίες. Έτσι συγγενεύει ο άνθρωπος με τον Θεό. Τότε ο Θεός δίνειτην Χάρη Του.
Εγώ, όταν μου λέη κάποιος πως δεν μπορεί να προσευχηθή για κάποιον δικό του που είναι άρρωστος, του λέω να κάνη και αυτός μια θυσία για τον άρρωστο.

Συνήθως του λέω να κάνη κάτι που θα είναι καλό και για την δική του υγεία. Ήρθε κάποτε από την Γερμανία στο Καλύβι ένας πατέρας, που το κοριτσάκι του είχε αρχίσει να παραλύη.
Οι γιατροί το είχαν ξεγράψει. Ήταν ο καημένος τελείως απελπισμένος. «Κάνε κι εσύ μια θυσία, του είπα, για την υγεία του παιδιού σου.

Να κάνης μετάνοιες, δεν μπορείς· να προσευχηθής, δεν μπορείς, εντάξει. Πόσα τσιγάρα καπνίζεις την ημέρα;».
«Τεσσεράμισι κουτιά», μου λέει. «Να καπνίζης ένα κουτί, του λέω, και τα χρήματα που θα έδινες για τα υπόλοιπα να τα δίνης σε κανέναν φτωχό».

«Να γίνη, Πάτερ, καλά το παιδί, μου λέει, και εγώ θα το κόψω το τσιγάρο». «Ε, τότε δεν θα έχη αξία· τώρα πρέπει να το κόψης· πέταξε το τσιγάρο, του λέω.
Δεν αγαπάς το παιδί σου;». «Εγώ δε αγαπώ το παιδί μου; Από τον πέμπτο όροφο πετιέμαι κάτω για την αγάπη του παιδιού μου», μου λέει. «Εγώ δεν σου λέω να πεταχτής από τον πέμπτο όροφο κάτω, θα αφήσης το παιδί σου στον δρόμο κι εσύ θα χάσης την ψυχή σου.

Εγώ σου λέω να κάνης κάτι εύκολο. Να, πέταξε τώρα τα τσιγάρα!». Με κανέναν τρόπο δεν ήθελε να τα πετάξη. Και τελικά έφυγε έτσι και έκλαιγε! Πως να βοηθηθή αυτός ο άνθρωπος; Ενώ όσοι ακούν βοηθιούνται.

(Οσιος Παισιος Αγιορειτης)

 

 

 

«ΕΤΣΙ ΣΥΓΓΕΝΕΥΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ...»
+++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
Αν ζητούμε κάτι από τον Θεό, χωρίς να θυσιάζουμε και κάτι, δεν έχει αξία....

Δείτε περισσότερα
 

Νηστεία, αγρυπνία, προσευχή. Αυτά αν τα εφαρμόσεις στη ζωή σου αδελφέ μου θα πετύχεις πολλά. Στη ζωή σου να είσαι απλός. Βλέπεις την καλύβη μου που είναι φτωχική. Σπίτι σου να έχεις μόνο τα αναγκαία. Τα πολλά πράγματα δεν βοηθούν την πνευματική ζωή.

(Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης)

 

 

 

«Aγιε, πού πουλάνε την ταπείνωση;»
+++++++++++++++++++++++++++
Εγώ, Γέροντα, έχω ανάγκη από πολλή ταπείνωση…
– Να πας να αγοράσεις.
Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που πουλούν την ταπείνωση, και μάλιστα δωρεάν, αρκεί να την θέλεις…
– Ποιοι είναι αυτοί, Γέροντα;
– Είναι οι άνθρωποι που, όταν δεν έχουν καλή πνευματική κατάσταση, φέρονται αδιάκριτα και με την συμπεριφορά τους μάς ταπεινώνουν…
Η ταπείνωση δεν αγοράζεται από τον μπακάλη όπως τα ψώνια.
Όταν λέμε: «δώσ᾿ μου, Θεέ μου, ταπείνωση», ο Θεός δεν θα πάρει την σέσουλα και θ᾿ αρχίσει:
«πάρε ένα κιλό ταπείνωση εσύ», «μισό κιλό εσύ», αλλά θα επιτρέψει να έρθει λ.χ. κάποιος άνθρωπος αδιάκριτος να μάς φερθεί σκληρά ή θα πάρει από άλλον την Χάρη Του και θα έρθει να μάς βρίσει.
Έτσι θα δοκιμαστούμε και θα εργασθούμε, εάν θέλουμε να αποκτήσουμε την ταπείνωση…
Αλλά εμείς δεν σκεφτόμαστε ότι ο Θεός επιτρέπει να γίνει ο αδελφός μας κακός, για να βοηθηθούμε εμείς, και θυμώνουμε με τον αδελφό.
Και, ενώ ζητάμε από τον Θεό ταπείνωση, δεν δεχόμαστε τις ευκαιρίες που μάς στέλνει, για να ταπεινωθούμε, αλλά δυσανασχετούμε.
Κανονικά θα έπρεπε να χρωστάμε ευγνωμοσύνη σ᾿ αυτόν που μάς ταπεινώνει, γιατί αυτός είναι ο μεγαλύτερος ευεργέτης μας.
Όποιος ζητάει στην προσευχή του ταπείνωση από τον Θεό, αλλά δεν δέχεται τον άνθρωπο που του στέλνει ο Θεός, για να τον ταπεινώσει, δεν ξέρει τι ζητάει…
«Τι κράτησε ο Θεός για τον εαυτό του; Τίποτα.
Όπως και οι γονείς που μπορεί μέχρι και να φάνε κλωτσιές από τα παιδιά τους, αλλά θυσιάζονται γι’ αυτά.
Ο Θεός θυσιάστηκε για μας, γιατί μάς αγαπάει και μάς τα έδωσε όλα.
Να κινούμαι με θυσία και αρχοντιά και να σηκώνω και την ενόχληση που θα μου κάνει ο πλησίον μου.
Να χαίρομαι που με ενοχλούν και δεν ενοχλώ.
Κι έτσι θα δεχτώ τη Θεία Χάρη».

(Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης)

 

 

 

Όσο κανείς είναι νέος, πρέπει να αγωνίζεται, διότι, όσο γερνά, δε μπορεί να κάνει τίποτα. Τότε, στα γεράματα, τον πειράζει ακόμα και το ρεύμα που δημιουργείται από την κλειδαρότρυπα!

(Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης)

 

 

 

Ο Άγιος Παΐσιος για την Παναγία.
++++++++++++++++++++++++
Οι άνθρωποι όταν δυσκολευόμαστε στη ζωή μας ζητάμε βοήθεια από τους Αγίους και την Παναγία. Για ποιο λόγο όμως άλλοτε ανταποκρίνονται στις παρακλήσεις μας και άλλοτε όχι;
– Γέροντα, γιατί η Παναγία άλλοτε µου δίνει αµέσως αυτό που της ζητώ και άλλοτε όχι;
– Η Παναγία, όποτε έχουµε ανάγκη, απαντά αµέσως στην προσευχή µας∙ όποτε δεν έχουµε, µας αφήνει, για να αποκτήσουµε λίγη παλληκαριά.
Όταν ήµουν στην Μονή Φιλοθέου, µια φορά, αµέσως µετά την αγρυπνία της Παναγίας µε έστειλε ένας Προϊστάμενος να πάω ένα γράµµα στην Μονή Ιβήρων. Ύστερα έπρεπε να πάω κάτω στον αρσανά της µονής και να περιµένω ένα γεροντάκι που θα ερχόταν µε το καραβάκι, για να το συνοδεύσω στο µοναστήρι µας – απόσταση µιάµιση ώρα µε τα πόδια.
Ήµουν από νηστεία και από αγρυπνία. Τότε την νηστεία του Δεκαπενταυγούστου την χώριζα στα δύο∙µέχρι της Μεταµορφώσεως δεν έτρωγα τίποτε, την ηµέρα της Μεταµορφώσεως έτρωγα, και µετά µέχρι της Παναγίας πάλι δεν έτρωγα τίποτε.
Έφυγα λοιπόν αµέσως µετά την αγρυπνία και ούτε σκέφθηκα να πάρω µαζί µου λίγο παξιµάδι. Έφθασα στην Μονή Ιβήρων, έδωσα το γράµµα και κατέβηκα στον αρσανά, για να περιµένω το καραβάκι. Θα ερχόταν κατά τις τέσσερις το απόγευµα, αλλά αργούσε να έρθη.
Άρχισα εν τω µεταξύ να ζαλίζωµαι. Πιό πέρα είχε µια στοίβα από κορµούς δένδρων, σαν τηλεγραφόξυλα, και είπα µε τον λογισµο µου: «Ας πάω να καθήσω εκεί που είναι λίγο απόµερα, για να µη µε δη κανείς και αρχίση να µε ρωτάη τι έπαθα». Όταν κάθησα, µου πέρασε ο λογισµός να κάνω κοµποσχοίνι στην Παναγία να µου οικονοµήση κάτι.
Αλλά αµέσως αντέδρασα στον λογισµο και είπα: «Ταλαίπωρε, για τέτοια τιποτένια πραγµατα θα ενοχλής την Παναγία;». Τότε βλέπω µπροστά µου έναν Μοναχό. Κρατούσε ένα στρογγυλό ψωµι, δύο σύκα και ένα µεγάλο τσαµπι σταφύλι. «Πάρε αυτά, µου είπε, εις δόξαν της Κυρίας Θεοτόκου», και χάθηκε. Ε, τότε διαλύθηκα∙ µε έπιασαν τα κλάµατα, ούτε ήθελα να φάω πιά … Πα, πα! Τι Μάνα είναι Αυτή! Να φροντίζη και για τις µικρότερες λεπτοµέρειες! Ξέρεις τι θα πη αυτό!

 

Όσο κανείς είναι νέος, πρέπει να αγωνίζεται, διότι, όσο γερνά, δε μπορεί να κάνει τίποτα. Τότε, στα γεράματα, τον πειράζει ακόμα και το ρεύμα που δημιουργείται από την κλειδαρότρυπα!

(Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης)

 

 

 

Ο Άγιος Παΐσιος για την Παναγία.
++++++++++++++++++++++++
Οι άνθρωποι όταν δυσκολευόμαστε στη ζωή μας ζητάμε βοήθεια από τους Αγίους και την Παναγία. Για ποιο λόγο όμως άλλοτε ανταποκρίνονται στις παρακλήσεις μας και άλλοτε όχι;
– Γέροντα, γιατί η Παναγία άλλοτε µου δίνει αµέσως αυτό που της ζητώ και άλλοτε όχι;
– Η Παναγία, όποτε έχουµε ανάγκη, απαντά αµέσως στην προσευχή µας∙ όποτε δεν έχουµε, µας αφήνει, για να αποκτήσουµε λίγη παλληκαριά.
Όταν ήµουν στην Μονή Φιλοθέου, µια φορά, αµέσως µετά την αγρυπνία της Παναγίας µε έστειλε ένας Προϊστάμενος να πάω ένα γράµµα στην Μονή Ιβήρων. Ύστερα έπρεπε να πάω κάτω στον αρσανά της µονής και να περιµένω ένα γεροντάκι που θα ερχόταν µε το καραβάκι, για να το συνοδεύσω στο µοναστήρι µας – απόσταση µιάµιση ώρα µε τα πόδια.
Ήµουν από νηστεία και από αγρυπνία. Τότε την νηστεία του Δεκαπενταυγούστου την χώριζα στα δύο∙µέχρι της Μεταµορφώσεως δεν έτρωγα τίποτε, την ηµέρα της Μεταµορφώσεως έτρωγα, και µετά µέχρι της Παναγίας πάλι δεν έτρωγα τίποτε.
Έφυγα λοιπόν αµέσως µετά την αγρυπνία και ούτε σκέφθηκα να πάρω µαζί µου λίγο παξιµάδι. Έφθασα στην Μονή Ιβήρων, έδωσα το γράµµα και κατέβηκα στον αρσανά, για να περιµένω το καραβάκι. Θα ερχόταν κατά τις τέσσερις το απόγευµα, αλλά αργούσε να έρθη.
Άρχισα εν τω µεταξύ να ζαλίζωµαι. Πιό πέρα είχε µια στοίβα από κορµούς δένδρων, σαν τηλεγραφόξυλα, και είπα µε τον λογισµο µου: «Ας πάω να καθήσω εκεί που είναι λίγο απόµερα, για να µη µε δη κανείς και αρχίση να µε ρωτάη τι έπαθα». Όταν κάθησα, µου πέρασε ο λογισµός να κάνω κοµποσχοίνι στην Παναγία να µου οικονοµήση κάτι.
Αλλά αµέσως αντέδρασα στον λογισµο και είπα: «Ταλαίπωρε, για τέτοια τιποτένια πραγµατα θα ενοχλής την Παναγία;». Τότε βλέπω µπροστά µου έναν Μοναχό. Κρατούσε ένα στρογγυλό ψωµι, δύο σύκα και ένα µεγάλο τσαµπι σταφύλι. «Πάρε αυτά, µου είπε, εις δόξαν της Κυρίας Θεοτόκου», και χάθηκε. Ε, τότε διαλύθηκα∙ µε έπιασαν τα κλάµατα, ούτε ήθελα να φάω πιά … Πα, πα! Τι Μάνα είναι Αυτή! Να φροντίζη και για τις µικρότερες λεπτοµέρειες! Ξέρεις τι θα πη αυτό!

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου