Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ
  
«ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΟΧΙ ΒΟΛΕΥΤΗΣ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΣΟΥ»

Ἡ ἡσυχία ποὺ ἐπικρατεῖ μὲ ἀνησυχεῖ. Κάτι ἑτοιμάζεται. Δὲν ἔχουμε καταλάβει καλὰ σὲ τί χρόνια ζοῦμε οὔτε σκεφτόμαστε ὅτι θὰ πεθάνουμε. Δὲν ξέρω τί θὰ γίνη· πολὺ δύσκολη κατάσταση! Ἡ τύχη τοῦ κόσμου κρέμεται ἀπὸ τὰ χέρια μερικῶν, ἀλλὰ ἀκόμη ὁ Θεὸς κρατᾶ φρένο. Χρειάζεται νὰ κάνουμε πολλὴ προσευχὴ μὲ πόνο, γιὰ νὰ βάλη ὁ Θεὸς τὸ χέρι Του. Νὰ τὸ πάρουμε στὰ ζεστὰ καὶ νὰ ζήσουμε πνευματικά. Εἶναι πολὺ δύσκολα τὰ χρόνια. Ἔχει πέσει πολλὴ στάχτη, σαβούρα, ἀδιαφορία. Θέλει πολὺ φύσημα, γιὰ νὰ φύγη. Οἱ παλιοὶ ἔλεγαν ὅτι θὰ ἔρθη ὥρα ποὺ θὰ κλωτσήσουν οἱ ἄνθρωποι. Πετᾶνε τοὺς φράκτες, δὲν ὑπολογίζουν τίποτε. Εἶναι φοβερό! Ἔγινε μιὰ βαβυλωνία. Νὰ κάνουμε προσευχὴ νὰ βγοῦν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ αὐτὴν τὴν βαβυλωνία. Διαβάστε τὴν προσευχὴ τῶν Τριῶν Παίδων (1), νὰ δῆτε μὲ πόση ταπείνωση προσεύχονταν· καὶ τὸν 82ο Ψαλμό: «Ὁ Θεός, τίς ὁμοιωθήσεταί σοι, μὴ σιγήσῃς...». Αὐτὸ πρέπει νὰ γίνη, ἀλλιῶς δὲν γίνεται χωριό. Θέλει θεϊκὴ ἐπέμβαση.


Μπαίνουν μερικὲς ἀρρώστιες εὐρωπαϊκὲς καὶ προχωροῦν ὅλο πρὸς τὸ χειρότερο. Μοῦ εἶπε ἕνας Κύπριος οἰκογενειάρχης ποὺ μένει στὴν Ἀγγλία: «Κινδυνεύουμε πνευματικά. Πρέπει νὰ φύγω ἀπὸ τὴν Ἀγγλία οἰκογενειακῶς». Βλέπεις ἐκεῖ ὁ πατέρας νὰ παίρνη τὴν κόρη, ἡ μάνα τὸν γιό. Ὅλους τοὺς στεφανώνουν, ὅλους τοὺς εὐλογοῦν. Κάτι πράγματα..., ντρέπομαι νὰ τὰ πῶ. Καὶ ἐμεῖς κοιμόμαστε μὲ τὰ τσαρούχια. Δὲν λέω νὰ πάρουμε πλακάτ, ἀλλὰ νὰ στρέψουμε τὴν προσοχή μας στὸν μεγάλο κίνδυνο ποὺ περιμένουμε καὶ νὰ ὑψώνουμε τὰ χέρια στὸν Θεό. Νὰ κοιτάξουμε πῶς νὰ ἀμυνθοῦμε κατὰ τοῦ κακοῦ. Χρειάζεται νὰ κρατᾶμε λίγο φρένο, γιατὶ ὅλα πᾶνε νὰ τὰ ἰσοπεδώσουν. Τώρα εἶναι νὰ λέη κανεὶς τὸ ψαλμικό: «Θοῦ τοὺς ἄρχοντας αὐτῶν ὡς τὸν Ὠρὴβ καὶ Ζὴβ καὶ Ζεβεὲ καὶ Σαλμανά..., οἵτινες εἶπαν· κληρονομήσωμεν ἑαυτοῖς τὸ ἁγιαστήριον τοῦ Θεοῦ» (2).

Σύγχυση μεγάλη ὑπάρχει. Μύλος γίνεται· εἶναι ζαλισμένοι οἱ ἄνθρωποι. Ὁ κόσμος εἶναι ὅπως οἱ μέλισσες. Ἂν χτυπήσης τὴν κυψέλη, οἱ μέλισσες βγαίνουν ἔξω καὶ ἀρχίζουν «βούου...» καὶ γυρίζουν γύρω ἀπὸ τὴν κυψέλη ἀναστατωμένες. Ὕστερα ἡ κατεύθυνσή τους θὰ ἐξαρτηθῆ ἀπὸ τὸν ἄνεμο ποὺ θὰ φυσήξη. Ἂν φυσήξη βοριάς, θὰ πᾶνε μέσα. Ἂν φυσήξη νοτιάς, θὰ φύγουν. Ἔτσι καὶ τὸν κόσμο τὸν φυσάει... «Ἐθνικὸς Βοριάς», «Ἐθνικὸς Νοτιάς», καὶ εἶναι ὁ καημένος ζαλισμένος. Ὅμως, ἂν καὶ γίνεται τέτοιο βράσιμο, νιώθω μέσα μου μιὰ παρηγοριά, μιὰ σιγουριά. Μπορεῖ νὰ ξεράθηκε ἡ ἐλιά, ἀλλὰ θὰ πετάξη νέα βλαστάρια. Ὑπάρχει μιὰ μερίδα Χριστιανῶν, στοὺς ὁποίους ἀναπαύεται ὁ Θεός. Ὑπάρχουν ἀκόμη οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, οἱ ἄνθρωποι τῆς προσευχῆς, καὶ ὁ Καλὸς Θεὸς μᾶς ἀνέχεται, καὶ πάλι θὰ οἰκονομήση τὰ πράγματα. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς προσευχῆς μᾶς δίνουν ἐλπίδα. Μὴ φοβᾶσθε. Περάσαμε σὰν ἔθνος τόσες μπόρες καὶ δὲν χαθήκαμε, καὶ θὰ φοβηθοῦμε τὴν θύελλα ποὺ πάει νὰ ξεσπάση; Οὔτε τώρα θὰ χαθοῦμε. Ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει μέσα του κρυμμένη δύναμη γιὰ ὥρα ἀνάγκης. Θὰ εἶναι λίγα τὰ δύσκολα χρόνια. Μιὰ μπόρα θὰ εἶναι.

Δὲν σᾶς τὰ λέω αὐτά, γιὰ νὰ φοβηθῆτε, ἀλλὰ γιὰ νὰ ξέρετε ποῦ βρισκόμαστε. Γιὰ μᾶς εἶναι μιὰ μεγάλη εὐκαιρία, εἶναι πανηγύρι οἱ δυσκολίες, τὸ μαρτύριο. Νὰ εἶστε μὲ τὸν Χριστό, νὰ ζῆτε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές Του καὶ νὰ προσεύχεσθε, γιὰ νὰ ἔχετε θεῖες δυνάμεις καὶ νὰ μπορέσετε νὰ ἀντιμετωπίσετε τὶς δυσκολίες. Νὰ ἀφήσετε τὰ πάθη, γιὰ νὰ ἔρθη ἡ θεία Χάρις. Αὐτὸ ποὺ θὰ βοηθήση πολὺ εἶναι νὰ μπῆ μέσα μας ἡ καλὴ ἀνησυχία: ποῦ βρισκόμαστε, τί θὰ συναντήσουμε, γιὰ νὰ λάβουμε τὰ μέτρα μας καὶ νὰ ἑτοιμασθοῦμε. Ἡ ζωή μας νὰ εἶναι πιὸ μετρημένη. Νὰ ζοῦμε πιὸ πνευματικά. Νὰ εἴμαστε πιὸ ἀγαπημένοι. Νὰ βοηθοῦμε τοὺς πονεμένους, τοὺς φτωχοὺς μὲ ἀγάπη, μὲ πόνο, μὲ καλωσύνη. Νὰ προσευχώμαστε νὰ βγοῦν καλοὶ ἄνθρωποι.


1) Βλ. Δαν. 2–21, Προσευχὴ Ἀζαρίου καὶ Ὕμνος τῶν Τριῶν Παίδων.
2) Βλ. Ψαλμ. 82, 12-13 καὶ βλ. Κριτ. 7 καὶ 8.
 
 
  
Ο ΘΕΟΣ ΘΑ ΔΩΣΗ ΤΗ ΛΥΣΗ
 
Ὁ Καλὸς Θεὸς ὅλα θὰ τὰ οἰκονομήση μὲ τὸν καλύτερο τρόπο, ἀλλὰ χρειάζεται πολλὴ ὑπομονὴ καὶ προσοχή, γιατὶ πολλὲς φορές, μὲ τὸ νὰ βιάζωνται οἱ ἄνθρωποι νὰ ξεμπλέξουν τὰ κουβάρια, τὰ μπλέκουν περισσότερο. Ὁ Θεὸς μὲ ὑπομονὴ τὰ ξεμπλέκει. Δὲν θὰ πάη πολὺ αὐτὴ ἡ κατάσταση. Θὰ πάρη σκούπα ὁ Θεός! Κατὰ τὸ 1860, ἐπειδὴ ὑπῆρχε στὸ Ἅγιον Ὄρος πολὺς τουρκικὸς στρατός, γιὰ ἕνα διάστημα δὲν εἶχε μείνει στὴν Μονὴ Ἰβήρων κανένας μοναχός. Εἶχαν φύγει οἱ Πατέρες, ἄλλοι μὲ τὰ ἅγια Λείψανα, ἄλλοι γιὰ νὰ βοηθήσουν στὴν Ἐπανάσταση. Ἐρχόταν στὸ μοναστήρι μόνον ἕνας μοναχὸς ἀπὸ μακριὰ ποὺ ἄναβε τὰ κανδήλια καὶ σκούπιζε. Μέσα καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ μοναστήρι ἦταν τουρκικὸς στρατός, καὶ αὐτὸς ὁ καημένος σκούπιζε καὶ ἔλεγε: «Παναγία μου, τί θὰ γίνη μ' αὐτὴν τὴν κατάσταση;». Μιὰ φορὰ ποὺ προσευχόταν μὲ πόνο στὴν Παναγία, βλέπει νὰ τὸν πλησιάζη μιὰ γυναίκα – ἦταν ἡ Παναγία –  ποὺ ἔλαμπε καὶ τὸ πρόσωπό της ἀκτινοβολοῦσε. Τοῦ παίρνει τὴν σκούπα ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τοῦ λέει: «Ἐσὺ δὲν ξέρεις νὰ σκουπίζης καλά· ἐγὼ θὰ σκουπίσω». Καὶ ἄρχισε νὰ σκουπίζη. Ὕστερα ἐξαφανίσθηκε μέσα στὸ Ἱερό. Σὲ τρεῖς μέρες ἔφυγαν ὅλοι οἱ Τοῦρκοι! Τοὺς ἔδιωξε ἡ Παναγία.

Ὁ Θεὸς ὅ,τι δὲν εἶναι σωστὸ θὰ τὸ πετάξη πέρα, ὅπως τὸ μάτι πετάει τὸ σκουπιδάκι. Δουλεύει ὁ διάβολος, ἀλλὰ δουλεύει καὶ ὁ Θεὸς καὶ ἀξιοποιεῖ τὸ κακό, ὥστε νὰ προκύψη ἀπὸ αὐτὸ καλό. Σπάζουν λ.χ. τὰ πλακάκια καὶ ὁ Θεὸς τὰ παίρνει καὶ φτιάχνει ὡραῖο μωσαϊκό. Γι' αὐτὸ μὴ στενοχωρῆσθε καθόλου, διότι πάνω ἀπὸ ὅλα καὶ ἀπὸ ὅλους εἶναι ὁ Θεός, ποὺ κυβερνᾶ τὰ πάντα καὶ θὰ καθίση τὸν καθέναν στὸ σκαμνί, γιὰ νὰ ἀπολογηθῆ γιὰ τὸ τί ἔπραξε, ὁπότε καὶ θὰ τὸν ἀνταμείψη ἀνάλογα. Θὰ ἀμειφθοῦν αὐτοὶ ποὺ θὰ βοηθήσουν μιὰ κατάσταση καὶ θὰ τιμωρηθῆ αὐτὸς ποὺ κάνει τὸ κακό. Τελικὰ ὁ Θεὸς θὰ βάλη τὰ πράγματα στὴν θέση τους, ἀλλὰ ὁ καθένας μας θὰ δώση λόγο γιὰ τὸ τί ἔκανε σ᾿ αὐτὰ τὰ δύσκολα χρόνια μὲ τὴν προσευχή, μὲ τὴν καλωσύνη.

Σήμερα προσπαθοῦν νὰ γκρεμίσουν τὴν πίστη, γι᾿ αὐτὸ ἀφαιροῦν σιγὰ-σιγὰ ἀπὸ καμμιὰ πέτρα, γιὰ νὰ σωριασθῆ τὸ οἰκοδόμημα τῆς πίστεως. Ὅλοι ὅμως εὐθυνόμαστε γιὰ τὸ γκρέμισμα αὐτό· ὄχι μόνον αὐτοὶ ποὺ ἀφαιροῦν τὶς πέτρες καὶ τὸ γκρεμίζουν, ἀλλὰ καὶ ὅσοι βλέπουμε νὰ γκρεμίζεται καὶ δὲν προσπαθοῦμε νὰ τὸ ὑποστυλώσουμε. Ὅποιος σπρώχνει στὸ κακὸ τὸν ἄλλον θὰ δώση λόγο στὸν Θεὸ γι' αὐτό. Καὶ ὁ διπλανὸς ὅμως θὰ δώση λόγο, γιατὶ ἔβλεπε ἐκεῖνον νὰ κάνη κακὸ στὸν συνάνθρωπό του καὶ δὲν ἀντιδροῦσε.
Ὁ κόσμος εὔκολα πιστεύει ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει τὸν τρόπο νὰ πείθη.

Ἐγὼ ἀπὸ τὰ θηρία δὲν ἔχω παράπονο. Βλέπεις, τὰ ζῶα δὲν μποροῦν νὰ κάνουν μεγάλο κακό, γιατὶ δὲν ἔχουν μυαλό, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ φεύγει μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ γίνεται χειρότερος ἀπὸ τὸ μεγαλύτερο θηρίο! Κάνει μεγάλο κακό. Τὸ δυνατὸ ξίδι γίνεται ἀπὸ τὸ χαλασμένο κρασί. Τὰ ἄλλα τὰ τεχνητὰ ξίδια δὲν εἶναι τόσο δυνατά... Πιὸ φοβερὸ εἶναι, ὅταν ὁ διάβολος συμμαχήση μὲ ἕναν ἄνθρωπο διεστραμμένο· τότε κάνει διπλὸ κακὸ στοὺς ἄλλους, ὅπως ὁ σαρκικὸς λογισμός, ὅταν συμμαχήση μὲ τὴν σάρκα, τότε κάνει μεγαλύτερο κακὸ στὴν σάρκα. Γιὰ νὰ συνεργασθῆ ὁ διάβολος μὲ ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο, πρέπει αὐτὸς νὰ εἶναι ὑπολογίσιμος, νὰ ἔχη κακὴ προαίρεση, κακία.

Στὴν συνέχεια, Θεὸς φυλάξοι, αὐτοὶ θὰ φέρουν δυσκολίες, θὰ στριμώξουν ἀνθρώπους, μοναστήρια. Ἡ Ἐκκλησία, ὁ Μοναχισμός, θὰ τοὺς κάνη κακό, γιατὶ θὰ τοὺς ἐμποδίση στὰ σχέδιά τους. Μόνον πνευματικὰ μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπισθῆ ἡ σημερινὴ κατάσταση, ὄχι κοσμικά. Θὰ σηκωθῆ ἀκόμη λίγη φουρτούνα, θὰ πετάξη ἔξω κονσερβοκούτια, σκουπίδια, ὅλα τὰ ἄχρηστα, καὶ μετὰ θὰ ξεκαθαρίσουν τὰ πράγματα. Σ' αὐτὴν τὴν κατάσταση θὰ δῆτε, ἄλλοι θὰ ἔχουν καθαρὸ μισθὸ καὶ ἄλλοι θὰ ξοφλοῦν χρέη. Θὰ γίνουν ἔτσι τὰ πράγματα, ποὺ δὲν θὰ στενοχωριέται κανεὶς γιὰ τὴν ταλαιπωρία ποὺ θὰ περνᾶνε – δὲν θὰ λέη φυσικὰ «δόξα σοι ὁ Θεός».
Πόσο ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ! Αὐτὰ ποὺ γίνονται σήμερα (1) καὶ αὐτὰ ποὺ σκέφτονται νὰ κάνουν, ἂν γίνονταν πρὶν ἀπὸ εἴκοσι χρόνια ποὺ εἶχε περισσότερη πνευματικὴ ἄγνοια ὁ κόσμος, θὰ ἦταν πολὺ δύσκολα. Τώρα ξέρει ὁ κόσμος· ἡ Ἐκκλησία δυνάμωσε. Ὁ Θεὸς ἀγαπάει τὸν ἄνθρωπο, τὸ πλάσμα Του, καὶ θὰ φροντίση γι᾿ αὐτὰ ποὺ τοῦ χρειάζονται, φθάνει ὁ ἄνθρωπος νὰ πιστεύη καὶ νὰ τηρῆ τὶς ἐντολές Του.


1) Εἰπώθηκε τὸν Ἰούνιο τοῦ 1985.


  
«ΕΠΙΚΑΤΑΡΑΤΟΣ Ο ΠΟΙΩΝ ΤΑ ΕΡΓΑ ΚΥΡΙΟΥ ΑΜΕΛΩΣ» (1)
ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ Ν' ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΚΟ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Παλιά, ἂν ἕνας εὐλαβὴς ἀσχολεῖτο μὲ τὴν κατάσταση στὸν κόσμο, δὲν πρέπει νὰ ἦταν καλά· ἦταν γιὰ κλείσιμο στὸν Πύργο. Σήμερα ἀντίθετα, ἂν ἕνας εὐλαβὴς δὲν ἐνδιαφέρεται καὶ δὲν πονάη γιὰ τὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατεῖ στὸν κόσμο, εἶναι γιὰ κλείσιμο στὸν Πύργο. Γιατὶ τότε αὐτοὶ ποὺ κυβερνοῦσαν εἶχαν Θεὸ μέσα τους, ἐνῶ σήμερα πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ κυβερνοῦν δὲν πιστεύουν. Εἶναι πολλοὶ τώρα ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιδιώκουν νὰ τὰ διαλύσουν ὅλα, οἰκογένεια, νεολαία, Ἐκκλησία.
Τὸ νὰ ἐνδιαφέρεται κανεὶς τώρα καὶ νὰ ἀνησυχῆ γιὰ τὴν κατάσταση στὴν ὁποία βρίσκεται τὸ ἔθνος μας εἶναι ὁμολογία, γιατὶ ἡ Πολιτεία τὰ βάζει μὲ τὸν θεῖο νόμο. Ψηφίζει νόμους ἐνάντιους στὸν νόμο τοῦ Θεοῦ.

Εἶναι καὶ μερικοὶ ἀδιάφοροι ποὺ οὔτε στὸν θεσμὸ τῆς Ἐκκλησίας πιστεύουν οὔτε Ἔθνος παραδέχονται καί, γιὰ νὰ ἔχουν τὸ χουζούρι τους, λένε «ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει νὰ μὴν ἐνδιαφέρεσαι γιὰ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου», καὶ ἔτσι ἀδιαφοροῦν! Ἀλλὰ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἄλλο ἐννοοῦσε. Τότε τὰ εἰδωλολατρικὰ ἔθνη εἶχαν ἐξουσία. Μερικοὶ ξέκοψαν ἀπὸ τὸ κράτος καὶ πίστεψαν στὸν Χριστό. Ἔλεγε λοιπὸν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σ' αὐτοὺς «ἐσεῖς μὴν ἀσχολῆσθε μὲ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου», γιὰ νὰ ξεχωρίζουν ἀπὸ τὸν κόσμο, γιατὶ ὅλος ὁ κόσμος ἦταν εἰδωλολατρικός. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ὅμως ποὺ ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος καὶ ἐπικράτησε ὁ Χριστιανισμός, δημιουργήθηκε σιγὰ-σιγὰ ἡ μεγάλη χριστιανικὴ παράδοση μὲ τὶς Ἐκκλησίες, τὰ μοναστήρια, τὴν τέχνη, τὸ τυπικὸ τῆς λατρείας κ.λπ. Ἔχουμε λοιπὸν εὐθύνη νὰ τὰ διατηρήσουμε ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ μὴν ἀφήσουμε τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἐκκλησίας νὰ τὰ διαλύσουν. Ἔχω ἀκούσει καὶ Πνευματικοὺς νὰ λένε: «Ἐσεῖς μὴν ἀσχολῆσθε μ' αὐτά»! Ἂν εἶχαν μεγάλη ἁγιότητα καὶ ἔφθαναν μὲ τὴν προσευχὴ σὲ τέτοια κατάσταση, ποὺ νὰ μὴν τοὺς ἐνδιαφέρη τίποτε, νὰ τοὺς φιλοῦσα καὶ τὰ πόδια. Ἀλλὰ τώρα ἀδιαφοροῦν, γιατὶ θέλουν νὰ τὰ ἔχουν καλὰ μὲ ὅλους καὶ νὰ καλοπερνοῦν.

Ἡ ἀδιαφορία δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε στοὺς κοσμικούς, πόσο μᾶλλον στοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους. Ἕνας ἄνθρωπος τίμιος, πνευματικός, δὲν πρέπει νὰ κάνη τίποτε μὲ ἀδιαφορία. «Ἐπικατάρατος ὁ ποιῶν τὰ ἔργα Κυρίου ἀμελῶς», λέει ὁ Προφήτης Ἰερεμίας.


1) Βλ. Ιερ. 31,10.
2) Ψηλὸ ὀχυρωματικὸ οἰκοδόμημα τῶν μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ποὺ χρησίμευε γιὰ τὴν ἀπόκρουση τῶν πειρατῶν.
3) Πρβ. Β´ Τιμ. 2, 4.

 
  
ΝΑ ΑΝΑΠΑΥΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ
 
Παλιὰ στοὺς δέκα οἱ ἕξι ἦταν θεοφοβούμενοι, οἱ δύο μέτριοι καὶ οἱ δύο ἀδιάφοροι, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ εἶχαν μέσα τους πίστη. Σήμερα δὲν εἶναι ἔτσι. Δὲν ξέρω ποῦ θὰ πάη αὐτὴ ἡ κατάσταση. Νὰ προσπαθήσουμε τώρα, ὅσο μποροῦμε, νὰ βοηθήσουμε πνευματικὰ τοὺς ἀνθρώπους· ὅπως ἔγινε τότε μὲ τὸν κατακλυσμό, μὲ τὴν κιβωτὸ τοῦ Νῶε, ἔτσι καὶ τώρα νὰ γλυτώσουν μερικοί, νὰ μὴ σακατευθοῦν πνευματικά. Θέλει πολλὴ προσοχή, πολλὴ διάκριση, νὰ δῆ κανεὶς τὰ πράγματα ἀπὸ πολλὲς πλευρὲς καὶ νὰ ἀναπαύση τοὺς ἀνθρώπους. Μήπως ἐμένα μὲ ἀναπαύει νὰ μαζεύωνται οἱ ἄνθρωποι ἢ ἤθελα νὰ βλέπω τόσο κόσμο; Ὄχι, ἀλλὰ σ᾿ αὐτὴν τὴν κατάσταση ποὺ βρισκόμαστε, θέλουν λίγη βοήθεια οἱ καημένοι οἱ ἄνθρωποι. Ἐγὼ δὲν ἔγινα παπᾶς, γιὰ νὰ μὴν ἔχω νὰ κάνω μὲ κόσμο, καὶ τελικὰ περισσότερο ἀσχολοῦμαι μὲ τὸν κόσμο. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς ξέρει τὴν διάθεσή μου καὶ μοῦ δίνει περισσότερα ἀπὸ ὅσα θὰ μοῦ ἔδινε ἂν ἔκανα αὐτὸ ποὺ μὲ ἀνέπαυε. Πόσες φορὲς παρακαλῶ τὴν Παναγία νὰ μοῦ οἰκονομήση ἕναν τόπο μακρινό, ἥσυχο, νὰ μὴ βλέπω, νὰ μὴν ἀκούω τίποτε, νὰ κάνω προσευχὴ γιὰ ὅλον τὸν κόσμο, ἀλλὰ δὲν μ᾿ ἀκούει· σὲ ἄλλα τιποτένια μ' ἀκούει. Βλέπω ὅτι τώρα ὁ Θεός, ὅταν πρόκειται νὰ ἔχω κόσμο, μὲ βιδώνει στὸ κρεββάτι μὲ κάποια ἀρρώστια, γιὰ νὰ ξεκουρασθῶ. Δὲν μοῦ δίνει τὴν γλυκύτητα ποὺ ἔνιωθα παλιότερα στὴν προσευχή, γιατὶ δὲν θὰ μποροῦσα νὰ ἀποχωρισθῶ ἀπὸ αὐτήν. Τότε, ὅταν ἐρχόταν κανεὶς στὸ Καλύβι, ζοριζόμουν νὰ βγῶ ἀπὸ ἐκείνη τὴν κατάσταση τὴν πνευματική (1).

Ἐκεῖ στὸ Καλύβι γίνομαι πρόγραμμα τῶν ἀνθρώπων. Διαβάζω μέσα Ψαλτήρι, ἀπ' ἔξω χτυποῦν. Τοὺς λέω «περιμένετε ἕνα τέταρτο» καὶ αὐτοὶ φωνάζουν: «Ἔ, Πάτερ, σταμάτα τὴν προσευχή· ὁ Θεὸς δὲν παρεξηγεῖται». Κατάλαβες; Μέχρις ἐκεῖ φθάνουν! Δὲν εἶναι μόνον ποὺ θὰ σταματήσω, ἀλλὰ ἂν βγῶ, μετὰ πάει, τέλειωσε. Ὅ,τι κάνω μέχρι τότε. Τὸ πρωί, στὶς ἑξήμισι–ἑπτὰ ἡ ὥρα πρέπει νὰ ἔχω τελειώσει καὶ τὸν Ἑσπερινό, γιὰ νὰ εἶμαι σίγουρος. «Φῶς... πρωϊνὸν ἁγίας δόξης»! Τὴν ὥρα ποὺ τελειώνετε ἐσεῖς τὸν Ὄρθρο, ἐγὼ ἔχω τελειώσει καὶ τὰ κομποσχοίνια τοῦ Ἑσπερινοῦ. Ἂν προλάβω νὰ πάρω ἀντίδωρο τὸ πρωί, καλά· μετὰ οὔτε τσάι· γίνομαι πτῶμα, πέφτω κάτω. Ἀκόμη καὶ τὸ Πάσχα, τὴν Διακαινήσιμο, εἶχα κάνει ἐνάτες, τριήμερα (2). Μπορεῖς–δὲν μπορεῖς, πρέπει νὰ μπορῆς. Μιὰ μέρα, δὲν ξέρω τί ἐμπόδια εἶχε ὁ κόσμος – ἴσως εἶχε φουρτούνα ἡ θάλασσα καὶ δὲν εἶχε καράβι – καὶ δὲν ἦρθε κανεὶς στὸ Καλύβι. Πά, πά, ἔζησα μιὰ σιναΐτικη μέρα, ὅπως τότε στὴν σπηλιὰ τῆς Ἁγίας Ἐπιστήμης (3)! Ὅταν ἡ θάλασσα ἔχη φουρτούνα, ἐγὼ ἔχω μπουνάτσα· ὅταν ἔχη μπουνάτσα, τότε ἔχω φουρτούνα.

Ἔχω βέβαια τὴν δυνατότητα νὰ πάω κάπου νὰ ἡσυχάσω. Ξέρετε πόσοι μοῦ ἔχουν πεῖ νὰ μοῦ κάνουν τὰ ἔξοδα, γιὰ νὰ πάω στὴν Καλιφόρνια, στὸν Καναδᾶ; «Ἔχουμε Ἡσυχαστήριο, λένε, νὰ ᾿ρθῆς». Ἂν βρεθῶ σὲ ἄγνωστο τόπο, θὰ εἶναι σὰν νὰ βρίσκωμαι στὸν Παράδεισο. Δὲν θὰ μὲ ξέρη κανείς, θὰ ἔχω τὸ πρόγραμμά μου, θὰ ζήσω καλογερικά, ὅπως θέλω. Βλέπεις ὅμως, ὅταν τελειώνη ὁ πόλεμος, τότε ἀπολύεται κανείς. Τώρα ἔχουμε πόλεμο, πνευματικὸ πόλεμο. Πρέπει νὰ εἶμαι στὴν πρώτη γραμμή. Τί μαρξιστὲς ὑπάρχουν, τί μασόνοι, τί σατανιστὲς καὶ τόσοι ἄλλοι! Πόσοι δαιμονισμένοι, πόσοι ἀναρχικοί, πόσοι πλανεμένοι ἔρχονται, γιὰ νὰ τοὺς ἐπισφραγίσω τὴν πλάνη τους! Καὶ πόσους μοῦ τοὺς στέλνουν, χωρὶς νὰ τοὺς προβληματίσουν, ἄλλοι γιὰ νὰ τοὺς ξεφορτωθοῦν, ἄλλοι γιὰ νὰ μὴ βγάλουν αὐτοὶ τὸ φίδι ἀπὸ τὴν τρύπα... Νὰ ξέρατε πόσο στριμώχνομαι καὶ ἀπὸ πόσες μεριές! Πίκρα τὸ στόμα μου ἀπὸ τὸν πόνο τῶν ἀνθρώπων. Μέσα μου ὅμως νιώθω παρηγοριά. Ἂν φύγω, τὸ θεωρῶ σὰν νὰ φεύγω ἀπὸ τὴν πρώτη γραμμή, σὰν νὰ ὀπισθοχωρῶ. Τὸ θεωρῶ προδοσία. Ἔτσι τὸ νιώθω. Μήπως ξεκίνησα γιὰ τέτοια πράγματα ἢ ξεκίνησα γιὰ νὰ βοηθάω μοναστήρια; Γιὰ ἀλλοῦ ξεκίνησα καὶ ἀλλοῦ βρέθηκα, καὶ τώρα πῶς παλεύω! Καὶ βλέπεις, ὁ ἄλλος δὲν μιλάει. Δὲν πάει νὰ διαλύσουν τὴν Ἐκκλησία; «Δὲν πειράζει!», λέει. Πηγαίνει καὶ μὲ τὸν ἕναν καὶ μὲ τὸν ἄλλον, ἀρκεῖ νὰ βολευτῆ. Τί νὰ βολευτῆ! Αὐτὸν τὸν βολεύει ὁ διάβολος τελικά. Αὐτὰ εἶναι ἄτιμα πράγματα. Ἂν ἤθελα ἐγὼ νὰ κάνω αὐτὸ ποὺ μὲ εὐχαριστεῖ, οὔ, ξέρετε πόσο εὔκολο ἦταν; Σκοπὸς ὅμως εἶναι νὰ κάνω ὄχι αὐτὸ ποὺ βολεύει ἐμένα, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ βολεύει τὸν ἄλλον. Ἂν σκεφτόμουν πῶς νὰ βολευτῶ ἐγώ, ἔχω τὴν δυνατότητα νὰ βολευτῶ σὲ πολλὲς μεριές. Γιὰ νὰ περάσης ὅμως στὴν βουλὴ τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ γίνης «βουλευτὴς» τοῦ Θεοῦ, ὄχι «βολευτὴς» τοῦ ἑαυτοῦ σου.


1) Ὁ Γέροντας μετὰ ἀπὸ μιὰ ἔντονη πνευματικὴ κατάσταση ποὺ ἔζησε – ἔνιωθε νὰ λειώνη ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο σὰν τὴν λαμπάδα ποὺ βρίσκεται σὲ θερμὸ χῶρο – ἔλαβε τὴν πληροφορία ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῆ τὴν βοήθειά του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ἀπὸ τότε διέθετε τὴν ἡμέρα στοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὸν ἐπισκέπτονταν καὶ τὴν νύχτα προσευχόταν γιὰ τὰ ποικίλα προβλήματα τοῦ κόσμου. Ὅταν ὅμως τὸ πλῆθος τῶν προσκυνητῶν αὐξήθηκε κατὰ πολύ, εἶχε τὸν λογισμὸ νὰ ἀπομακρυνθῆ σὲ ἄγνωστο τόπο, γιὰ νὰ διαθέτη ὅλον τὸν χρόνο του στὴν προσευχή. Τότε γιὰ δεύτερη φορὰ εἶχε πληροφορία νὰ παραμείνη στὸ Κελλί του, στὴν «Παναγούδα», καὶ νὰ ἀναπαύη τὸν κόσμο.
2) Ἀποχὴ ἀπὸ φαγητὸ καὶ νερὸ μέχρι τὴν ἐνάτη ὥρα βυζαντινὴ (3 μ.μ.) ἢ γιὰ τρεῖς ἡμέρες.
3) Ὁ Γέροντας ἀσκήτεψε στὸ Σινᾶ, στὸ ἀσκητήριο τῆς Ἁγίας Ἐπιστήμης, τὰ χρόνια 1962-1964.


ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Β'- ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου