Δευτέρα 11 Αυγούστου 2025

 

Του.Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου 

Ἡ εὐχὴ τῶν γονέων
εὐχὴ τῶν γονέων εἶναι ἡ μεγαλύτερη κληρονομιὰ γιὰ τὰ παιδιά. Γι᾿ αὐτὸ νὰ
φροντίζουν νὰ ἔχουν τὴν εὐχὴ τῶν γονέων. Δὲν εἶδες ὁ Ἰακώβ, μέχρι ποῦ ἔφθασε, γιὰ
νὰ πάρη τὴν εὐλογία τοῦ πατέρα του; Καὶ προβιὰ φόρεσε!
Εἰδικὰ ἡ εὐχὴ τῆς μητέρας εἶναι μεγάλο πράγμα! Κάποιος ἔλεγε: «Κάθε λόγος τῆς μητέρας μου εἶναι καὶ μιὰ λίρα χρυσή». Νά, καὶ πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ πόση ἐντύπωση μοῦ ἔκανε κάποιος ἀπὸ τὸ Γιοχάνεσμπουργκ! Ἦρθε στὸ Καλύβι τὸ
φθινόπωρο. «Γέροντα, ἡ μάνα μου ἀδιαθέτησε, μοῦ λέει, καὶ ἦρθα νὰ τὴν δῶ». Τρεῖς μῆνες δὲν πέρασαν, τὰ Χριστούγεννα ξαναῆρθε. «Πῶς πάλι ἐδῶ;», τὸν ρωτάω.
«Ἔμαθα, μοῦ λέει, πὼς πάλι ἀδιαθέτησε ἡ μάνα μου καὶ ἦρθα νὰ φιλήσω τὸ χέρι της,
γιατὶ εἶναι ἡλικιωμένη καὶ μπορεῖ νὰ πεθάνη. Γιὰ μένα ἡ μεγαλύτερη περιουσία εἶναι ἡ εὐχὴ τῆς μάνας μου». Ἑξῆντα χρονῶν ἄνθρωπος ξεκίνησε ἀπὸ τὸ Γιοχάνεσμπουργκ καὶ ἦρθε στὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ φιλήση τὸ χέρι τῆς μάνας του! Καὶ τώρα τέτοια εὐλογία ἔχει, ποὺ σκέφτεται νὰ κάνη ἕνα γηροκομεῖο μεγάλο γιὰ τοὺς κληρικοὺς καὶ νὰ τὸ
χαρίση στὴν Ἐκκλησία. Δηλαδὴ τὶς εὐλογίες δὲν ἔχει ποῦ νὰ τὶς βάλη κατὰ κάποιον τρόπο. Γιὰ μένα εἶναι φάρμακο μιὰ τέτοια ψυχή. Εἶναι σὰν νὰ εἶμαι στὴν ἔρημο Σαχάρα καὶ νὰ βρίσκω ξαφνικὰ λίγο νερό. Αὐτὰ χάνονται σιγὰ-σιγά.
Ἕνας ἄλλος ἦρθε μιὰ μέρα μὲ κλάματα στὸ Καλύβι. «Πάτερ, μὲ καταράστηκε ἡ
μάνα μου. Στὸ σπίτι ἔχουμε ὅλο ἀρρώστιες, στενοχώριες, ἡ δουλειά μου δὲν πάει καλά», μοῦ εἶπε. «Κι ἐσὺ δὲν θὰ ἤσουν ἐντάξει, τοῦ λέω. Δὲν μπορεῖ ἡ μάνα σου ἄδικα νὰ σὲ καταράστηκε». «Ναί, μοῦ λέει, ἤμουν κι ἐγώ...». «Νὰ πᾶς νὰ ζητήσης συγχώρηση ἀπὸ τὴν μάνα σου», τοῦ λέω. «Θὰ πάω, Πάτερ, μοῦ λέει. Δῶσε μου τὴν
εὐχή σου». «Τὴν εὐχή μου τὴν ἔχεις, τοῦ εἶπα, ἀλλὰ νὰ πάρης καὶ τὴν εὐχὴ τῆς μάνας
σου». «Δύσκολο νὰ μοῦ δώση τὴν εὐχή της», μοῦ λέει. «Νὰ πᾶς, κι ἂν δὲν σοῦ τὴν δώση, νὰ τῆς πῆς: "μοῦ εἶπε ἕνας Γέροντας πὼς κι ἐσὺ θὰ παραδώσης ψυχή"». Πῆγε, καὶ ἡ μάνα του τοῦ εὐχήθηκε: «Παιδί μου, νὰ ἔχης τὴν εὐλογία τοῦ Ἀβραάμ!». Ἦρθε μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ στὸ Ὄρος μὲ βυσσινάδες, μὲ λουκούμια. Ἦταν γεμάτος χαρά. Τὰ
παιδιά του ἦταν καλά, ἡ δουλειά του πήγαινε καλά. Συνέχεια βούρκωνε καὶ ἔλεγε «δόξα τῷ Θεῷ». Ἄλλαξε ὅλη ἡ ζωή του καὶ μιλοῦσε ὅλο πνευματικά. Πόσο μᾶλλον ὅταν κανεὶς ἔχη ἐξ ἀρχῆς σεβασμὸ πρὸς τοὺς γονεῖς! Πῶς νὰ μὴν ἔχη τὴν εὐλογία τοῦ
Θεοῦ;
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Δ’ «Οἰκογενειακή Ζωή» 
 
  
Ὁ Φύλακας Ἄγγελος προστατεύει τὰ παιδάκια
– Γέροντα, γιατί ὁ Θεὸς δίνει στὸν κάθε ἄνθρωπο ἕναν Φύλακα Ἄγγελο, ἀφοῦ
μπορεῖ ὁ ἴδιος νὰ μᾶς προστατεύση;
– Αὐτὸ εἶναι ξεχωριστὴ φροντίδα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ πλάσμα Του. Ὁ Φύλακας
Ἄγγελος εἶναι οἰκονομία Θεοῦ. Εἴμαστε χρεῶστες γι᾿ αὐτό. Οἱ Ἄγγελοι ἰδιαίτερα προστατεύουν τὰ μικρὰ παιδιά. Πῶς τὰ φυλᾶνε! Μιὰ φορὰ δυὸ παιδιὰ ἔπαιζαν ἔξω στὸν δρόμο. Τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο σημάδευε τὸ ἄλλο στὸ κεφάλι, γιὰ νὰ τὸ χτυπήση μὲ μιὰ πέτρα. Ἐκεῖνο δὲν τὸ ἔβλεπε. Τὴν τελευταία στιγμή, φαίνεται, ὁ Ἄγγελός του τὸ ἔκανε νὰ δῆ κάτι, τινάχτηκε πέρα καὶ γλίτωσε. Μιὰ μάνα πάλι εἶχε πάρει στὸ χωράφι καὶ τὸ μωρό της. Τὸ θήλασε, τὸ ἔβαλε στὴν κούνια καὶ πῆγε νὰ δουλέψη. Μετὰ ἀπὸ λίγο, ὅταν πῆγε κοντά του, τί νὰ δῆ! Τὸ παιδάκι κρατοῦσε ἕνα φίδι καὶ τὸ ἔβλεπε!
Ὅπως τὸ εἶχε θηλάσει, εἶχε μείνει γάλα γύρω ἀπὸ τὸ στοματάκι του. Πῆγε λοιπὸν τὸ φίδι καὶ ἔγλειφε τὸ γάλα μὲ τὴν γλῶσσα του καὶ τὸ παιδάκι τὸ ἔπιασε μὲ τὸ χέρι του.
Βάζει τὶς φωνὲς ἡ μάνα, τρόμαξε τὸ παιδί, ἄνοιξε τὸ χεράκι του καὶ ἔφυγε τὸ φίδι!
Φυλάει ὁ Θεὸς τὰ παιδιά.
– Γέροντα, τότε πῶς πολλὰ παιδάκια ὑποφέρουν ἀπὸ ἀρρώστιες κ.λπ.;
– Ὁ Θεὸς ξέρει τί θὰ ὠφελήση τὸν καθέναν καὶ δίνει ἀνάλογα. Δὲν δίνει στὸν ἄνθρωπο κάτι ποὺ δὲν θὰ τὸν ὠφελήση. Βλέπει λ.χ. ὅτι περισσότερο θὰ μᾶς ὠφελήση, ἂν μᾶς δώση ἕνα κουσούρι, μιὰ ἀναπηρία, παρὰ ἂν μᾶς προστατεύση νὰ μὴ
χτυπήσουμε ἢ νὰ μὴ μείνουμε ἀνάπηροι
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Δ’ «Οἰκογενειακή Ζωή».
 
 
 
 
Ἡ διανομὴ τῆς περιουσίας
Οἱ γονεῖς ποὺ ἔχουν τὴν οἰκονομικὴ δυνατότητα, ἔχουν εὐθύνη νὰ φροντίσουν
γιὰ τὸ μέλλον τῶν παιδιῶν τους. Φυσικά, τὸ κυριώτερο εἶναι νὰ τοὺς δώσουν καλὴ
ἀνατροφή, μετὰ νὰ τὰ μορφώσουν ἢ νὰ τὰ στείλουν νὰ μάθουν κάποια τέχνη, γιὰ νὰ
μποροῦν νὰ ζήσουν, καὶ ὕστερα νὰ τοὺς ἐξασφαλίσουν ἕνα σπιτάκι κ.λπ. Ὅταν τὸ
1924 ἡ οἰκογένειά μας ἦρθε στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὰ Φάρασα τῆς Καππαδοκίας, τότε μὲ
ὴν Ἀνταλλαγή, ὁ πατέρας μου, ὡς πρόεδρος τοῦ χωριοῦ, φρόντισε νὰ τακτοποιήση
ὅλους τοὺς συγχωριανούς μας. Τὴν οἰκογένειά μας τὴν ἄφησε τελευταία. Ἀργότερα
τὰ μεγαλύτερα ἀδέλφια μου τοῦ παραπονέθηκαν. «Ὅλους τοὺς φρόντισες, πατέρα,
εἶπαν, ἐμᾶς δὲν μᾶς σκέφτηκες». Ἂν εἶναι κανεὶς μόνος του, μπορεῖ ὅλα νὰ τὰ δώση
καὶ νὰ ἀδιαφορήση γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀπὸ αὐταπάρνηση, ἀπὸ ἀρχοντιά, ἀλλά, ἂν ἔχη
οἰκογένεια, πρέπει νὰ σκεφθῆ καὶ τὴν οἰκογένειά του.
Βέβαια, οἱ γονεῖς δὲν πρέπει νὰ ξεθαρρεύουν καὶ νὰ δίνουν στὰ παιδιὰ ὅσα
ἔχουν, ὅλα μαζί, γιατὶ τὰ παιδιὰ εἶναι ἄπειρα καὶ μπορεῖ νὰ ξανοιχτοῦν στὴν
σύγχρονη ζωὴ ποὺ δὲν ἔχει ἄκρη. Ὕστερα θὰ πονοῦν, ποὺ δὲν θὰ ἔχουν νὰ τὰ
βοηθήσουν. Νὰ προσέξουν ἐπίσης, ὥστε τὸ πιὸ ἀδύνατο παιδὶ νὰ τὸ ἐνισχύσουν περισσότερο ὑλικά, καὶ ἀκόμη περισσότερο ἠθικά, γιὰ νὰ μὴν τὸ πάρη σβάρνα ὁ πανικὸς τῆς ἀποτυχίας, ἀλλὰ καὶ μὲ διάκριση καὶ ἀγάπη νὰ τακτοποιήσουν ὅλα τὰ
παιδιά, γιὰ νὰ μὴν ψυχρανθοῦν μεταξύ τους.
Σπάνια βρίσκεις οἰκογένειες ἀγαπημένες, ποὺ ζοῦν πνευματικά, καὶ τὰ ἀδέλφια δὲν μαλώνουν γιὰ οἰκόπεδα καὶ περιουσίες καὶ δὲν τρέχουν στὰ δικαστήρια.
Εἶχα γνωρίσει μιὰ ἑπταμελῆ οἰκογένεια. Οἱ γονεῖς εἶχαν κάτι χρυσαφικά. Μετὰ τὸν θάνατό τους, τὰ παιδιὰ εἶπαν νὰ τὰ πάρη ὁ ἕνας ἀδελφὸς ποὺ τοὺς εἶχε γηροκομήσει.
Ἐκεῖνος ὅμως σκέφθηκε ὅτι ἡ ἀδελφή τους ἔχει μεγάλη οἰκογένεια καὶ ἔχει πιὸ πολλὴ ἀνάγκη καὶ τὰ ἔδωσε σ᾿ ἐκείνη. Αὐτὴ τὰ ἔδωσε στὸν ἄλλον ἀδελφό, ἐκεῖνος στὸν ἄλλον, καὶ τελικὰ γύρισαν στὸν πρῶτο! Ὅ,τι ἀκριβῶς ἔκαναν ἐκεῖνοι οἱ Πατέρες ποὺ διαβάζουμε στὸ Γεροντικό. Στὸ τέλος, ἐπειδὴ καὶ ἐκεῖνος δὲν ἤθελε νὰ τὰ κρατήση, τὰ
ἔδωσαν σὲ μιὰ ἐκκλησία.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Δ’ «Οἰκογενειακή Ζωή»
 
7  Κάποτε πῆγαν σταφύλια στὸν Ἀββᾶ Μακάριο. Ἐκεῖνος, ἂν καὶ τοῦ ἄρεζαν, ἔκανε
ἐγκράτεια καὶ τὰ ἔστειλε σὲ κάποιον ἀσθενῆ ἀδελφὸ ποὺ ἐπιθυμοῦσε νὰ φάη σταφύλια. Ὁ
ἀδελφός, μόλις τὰ εἶδε, χάρηκε πολύ, ἀλλά, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς δὲν ἤθελε νὰ ἱκανοποιήση τὴν
ἐπιθυμία του, τὰ ἔστειλε σὲ ἄλλον ἀδελφὸ καὶ τοῦ παρήγγειλε ὅτι αὐτὸς δὲν εἶχε ὄρεξη νὰ τὰ
φάη. Ἐκεῖνος ἔκανε πάλι τὸ ἴδιο, καὶ ἔτσι τὰ σταφύλια γύρισαν πολλοὺς ἀδελφούς, χωρὶς
κανεὶς νὰ τὰ δοκιμάση. Ὁ τελευταῖος δὲ ἀδελφὸς μὴ ξέροντας ὅτι προέρχονταν ἀπὸ τὸν Ἀββᾶ
Μακάριο τὰ ἔστειλε σ᾿ ἐκεῖνον ὡς μεγάλο δῶρο, ὁ ὁποῖος τὰ γνώρισε καὶ θαύμασε τὴν
ἐγκράτεια τῶν ἀδελφῶν. (Παλλαδίου, Ἐπισκόπου Ἑλενοπόλεως, Λαυσαϊκὴ Ἱστορία, Φιλοκαλία
τῶν Νηπτικῶν καὶ Ἀσκητικῶν, Τόμος 6, ἔκδ. «Τὸ Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1996, σ. 122).
 


Οἱ παρέες πολὺ ἐπηρεάζουν τὰ παιδιὰ
– Γέροντα, πῶς συμβαίνει ἕνας νέος, ἐνῶ ἀπὸ παιδὶ ζοῦσε πνευματικὰ καὶ εἶχε φιλότιμο, νὰ φθάση σὲ σημεῖο νὰ παραστρατήση τελείως;
– Ἂς μὴν κρίνη κανείς. Εἶναι πολλοὶ παράγοντες ποὺ ἐπιδροῦν. Τὰ παιδιὰ ποὺ ζοῦν κοσμικά, ἀπρόσεκτα, ἐλέγχονται, ὅταν βλέπουν τὰ ἄλλα ποὺ ζοῦν ἁγνά,πνευματικά, καὶ θέλουν νὰ τὰ παρασύρουν. Μιὰ φορὰ προχωροῦσαν στὸν δρόμο δυὸπαιδιά. Τὸ ἕνα κάποια στιγμὴ σκόνταψε καὶ ἔπεσε μέσα σὲ ἕναν λάκκο μὲ λασπόνερακαὶ ἔγιναν τὰ ροῦχα του ὅλο λάσπες. Μόλις πῆγαν παραπέρα, ἔσπρωξε τὸν φίλο του καὶ τὸν ἔρριξε σὲ ἕναν λάκκο, γιὰ νὰ λασπωθῆ, γιατὶ ἔνιωθε ἄσχημα νὰ εἶναι αὐτὸς λασπωμένος καὶ ἐκεῖνος καθαρός.
Οἱ παρέες πολὺ ἐπηρεάζουν τὰ παιδιά. Ἐγώ, ὅταν ἤμουν μικρός, εἶχα μέσα στὴν φύση μου τὴν ἀγάπη. Ξεκινοῦσα νὰ πάω κάπου μὲ τὰ ζῶα καὶ κοίταζα νὰ βάλω καὶ τὸν ἕναν ἐπάνω στὸ ζῶο, νὰ βάλω καὶ τὸν ἄλλον, νὰ πάρω καὶ τὸν μικρὸ ἀδελφό μου στὸν ὦμο. Μιὰ φορὰ ὁ ἕνας ἀδελφός μου σκότωσε ἕνα πουλάκι κι ἐγὼ στενοχωρέθηκα πολὺ καὶ τὸν μάλωσα. Πῆρα μετὰ τὸ πουλάκι καὶ τὸ ἔθαψα μὲ
κλάματα. Ἐκεῖνο τὸ διάστημα ἔκανα παρέα μὲ παιδιὰ τῆς ἡλικίας μου. Πηγαίναμε στὸ
δάσος, προσευχόμασταν, διαβάζαμε Συναξάρια, νηστεύαμε. Μετὰ οἱ μητέρες τους ἄρχισαν νὰ μὴν τὰ ἀφήνουν νὰ ἔρχωνται μαζί μου. «Μὴν κάνετε παρέα μ᾿ αὐτόν, τοὺς ἔλεγαν, θὰ σᾶς χτικιάση». Ὁπότε μὲ ἄφησαν καὶ ἔνιωθα μόνος. Μὲ κορόιδευαν κιόλας, «καλόγερο ἀπὸ ἐδῶ, μὲ ἔλεγαν, καλόγερο ἀπὸ ἐκεῖ», μοῦ εἶχαν κάνει τὴν ζωὴ
μαρτύριο. Ἔφθασα κάποτε σὲ σημεῖο ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ ἀντέξω τὴν κοροϊδία. Τότε
εἶπα κι ἐγώ: «Θὰ πάω μὲ τὰ μεγαλύτερα παιδιὰ καὶ θὰ ὑποκρίνωμαι». Ἄρχισα λοιπὸν νὰ κάνω συντροφιὰ μὲ μεγαλύτερα παιδιά. Πῆρα λάστιχα καὶ ἔκανα σφενδόνα.
Πρῶτα ἔβαζα δῆθεν σημάδι μόνο μὲ τὴν σφενδόνα. Ὕστερα πῆρα σκάγια καὶ εἶχα γίνει ὁ καλύτερος σκοπευτής. Μιὰ φορά, μόλις σκότωσα ἕνα πουλάκι καὶ τὸ εἶδα σκοτωμένο, συνῆλθα. Πέταξα καὶ τὰ λάστιχα, καὶ τὰ σκάγια. «Ἐσὺ ἔκλαιγες, εἶπα,
ὅταν ὁ ἀδελφός σου σκότωσε ἕνα πουλάκι, καὶ τὸν μάλωσες, ποὺ τὸ σκότωσε, καὶ
τώρα ποῦ ἔφθασες; Σκοτώνεις πουλιὰ καὶ σιγὰ-σιγὰ θὰ φθάσης νὰ σκοτώνης καὶ ζῶα». Πράγματι, ἂν συνέχιζα ἔτσι, θὰ προχωροῦσα στὸ κυνήγι ζώων καὶ μετὰ θὰ τὰ ἔγδερνα κιόλας.
Ἀπὸ μία εὐαισθησία σὲ τί κακότητα μπορεῖ νὰ φθάση κανείς, ἂν δὲν προσέξη καὶ παρασυρθῆ ἀπὸ κακὲς παρέες! Ἐνῶ, οἱ καλὲς συντροφιὲς πολὺ βοηθοῦν. Ὁ Θεὸς γέμισε τοὺς ἀνθρώπους μὲ διάφορα χαρίσματα. Ὁ ἄνθρωπος, ὅπως βλέπει τὴν
διαστροφὴ τῶν ἄλλων, ἔτσι μπορεῖ νὰ δῆ καὶ τὴν ἀρετή τους καὶ νὰ τὴν μιμηθῆ.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Δ’ «Οἰκογενειακή Ζωή»
  • Δεν υπάρχουν σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου