-Γέροντα, ο Αββάς Ισαάκ γράφει: «Ο ταπεινόφρων, όταν παρίσταται ενώπιον του Θεού, δεν θέλει να τολμήσει να προσευχηθή». Δηλαδή τι κάνει; -Αισθάνεται τον εαυτό του ανάξιο να προσευχηθή, να συνομιλήσει με τον Θεό. -Και τι κάνει, Γέροντα; -Του αρκεί αυτό το ότι παρίσταται ενώπιον του Θεού. -Γέροντα, εσείς με τι τρόπους καλλιεργούσατε την ευχή στους διαφόρους τόπους που μονάσατε; -Χανόμουν στην ευχή! Ξέρεις τι θα πη χανόμουν; Βυθιζόμουν..., ένα γλυκό βύθισμα... -Θέλετε να πείτε, Γέροντα, ότι χάνατε την αίσθηση του τόπου και του χρόνου; -Ναι, χανόμουν τελείως... Για να φέρω έναν λογισμό, έπρεπε να σταματήσω την ευχή. Ξέρεις τι θα πη να βυθίζεσαι, να…
- Γέροντα, πώς είναι το άκτιστο φως; - Που να ξέρω; Εγώ στο Καλύβι έχω μια κτιστή σόμπα που την ανάβω, για να ζεσταθώ. Αν θέλω φως, ανάβω ένα κερί να βλέπω!Ποτέ να μη ζητά κανείς φώτα ή χαρίσματα του Θεού, αλλά μόνο μετάνοια, η οποία θα φέρη την ταπείνωση, και μετά ο Καλός Θεός θα του δώση ό,τι έχει ανάγκη. Πήγα μια φορά να δω τον πατέρα Δαβίδ τον Διονυσιάτη. Έμενε σε ένα κελλί, μέσα στα κουρέλια, μέσα στο σκοτάδι. Αλλά μέσα σ’ αυτό το σκοτεινό κελλί, εκείνος ζούσε μέσα στο φως. Ήταν πολύ προχωρημένος στην ευχή, είχε φθάσει σε…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου