Εις εαυτόν έλθών...{70 }
Θεός είναι πολύ κοντά μας, άλλα και πολύ ψηλά. Για να ¨κάμψη κανείς τον Θεό, ώστε νά κατεβή να μείνη μαζί του, πρέπει νά ταπεινωθή και νά μετανοήση.
Τότε ό πολυεύσπλαχνος θεός, βλέποντας την ταπείνωση του, τον υψώνει ώς τούς Ουρανούς και τόν αγαπάει πολύ.
Χαρά εσται εν τω ούρανω επί ένί άμαρτωλω μετανοουντι {71} , λέει τό Ευαγγέλιο.
Ό Θεός έδωσε στον άνθρωπο τόν νοϋ, γιά νά αναλογίζεται τό σφάλμα του, νά μετανοη και νά ζητάη συγχώρηση.
Ό αμετανόητος άνθρωπος είναι σκληρό πράγμα. Είναι πολύ ανόητος, επειδή δεν θέλει νά μετανοήση, γιά νά απαλλαγή από τήν μικρή κόλαση πού ζή, ή οποία τόν οδηγεί στήν χειρότερη, τήν αιώνια.
Έτσι στερείται και τις επίγειες παραδεισένιες χαρές, οί όποιες συνεχίζουν στόν Παράδεισο, κοντά στον Θεό, μέ τίς πολύ μεγαλύτερες χαρές, τίς αιώνιες
. Όσο ό άνθρωπος βρίσκεται μακριά άπό τόν Θεό, είναι εκτός εαυτού.
Βλέπεις, στο Ευαγγέλιο γράφει ότι ό άσωτος υιός
εις εαυτόν έλθών είπε-πορεύσομαι προς τον πατέρα μου.
Δηλαδή, όταν συνήλθε, όταν μετάνοιωσε, τότε είπε: ¨Θα επιστρέψω στον πατέρα μου.
Όσο ζοϋσε στήν αμαρτία, ήταν εκτός εαυτού, δέν ήταν στα λογικά του, γιατί ή αμαρτία είναι έξω από τήν λογική. -
Θεός είναι πολύ κοντά μας, άλλα και πολύ ψηλά. Για να ¨κάμψη κανείς τον Θεό, ώστε νά κατεβή να μείνη μαζί του, πρέπει νά ταπεινωθή και νά μετανοήση.
Τότε ό πολυεύσπλαχνος θεός, βλέποντας την ταπείνωση του, τον υψώνει ώς τούς Ουρανούς και τόν αγαπάει πολύ.
Χαρά εσται εν τω ούρανω επί ένί άμαρτωλω μετανοουντι {71} , λέει τό Ευαγγέλιο.
Ό Θεός έδωσε στον άνθρωπο τόν νοϋ, γιά νά αναλογίζεται τό σφάλμα του, νά μετανοη και νά ζητάη συγχώρηση.
Ό αμετανόητος άνθρωπος είναι σκληρό πράγμα. Είναι πολύ ανόητος, επειδή δεν θέλει νά μετανοήση, γιά νά απαλλαγή από τήν μικρή κόλαση πού ζή, ή οποία τόν οδηγεί στήν χειρότερη, τήν αιώνια.
Έτσι στερείται και τις επίγειες παραδεισένιες χαρές, οί όποιες συνεχίζουν στόν Παράδεισο, κοντά στον Θεό, μέ τίς πολύ μεγαλύτερες χαρές, τίς αιώνιες
. Όσο ό άνθρωπος βρίσκεται μακριά άπό τόν Θεό, είναι εκτός εαυτού.
Βλέπεις, στο Ευαγγέλιο γράφει ότι ό άσωτος υιός
εις εαυτόν έλθών είπε-πορεύσομαι προς τον πατέρα μου.
Δηλαδή, όταν συνήλθε, όταν μετάνοιωσε, τότε είπε: ¨Θα επιστρέψω στον πατέρα μου.
Όσο ζοϋσε στήν αμαρτία, ήταν εκτός εαυτού, δέν ήταν στα λογικά του, γιατί ή αμαρτία είναι έξω από τήν λογική. -
Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου.
70 Λουκ. 15, 17
Μὴν ἀπελπίζεσαι.
Ὅταν σφάλλουμε, ξεσκεπάζεται ὁ πραγματικὸς ἑαυτός μας, τὸν γνωρίζουμε καὶ προσπαθοῦμε νὰ διορθωθοῦμε. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο προχωροῦμε θετικὰ καὶ δὲν ζοῦμε μὲ ψευδαισθήσεις ὅτι πᾶμε καλά.
Ἐγὼ χαίρομαι, ὅταν ἐκδηλώνεται μιὰ ἀδυναμία μου, ὅταν ξεφυτρώνουν τὰ πάθη μου
Ἐὰν δὲν ξεφύτρωναν, θὰ νόμιζα ὅτι ἁγίασα, ἐνῶ οἱ σπόροι τῶν παθῶν θὰ ἦταν κρυμμένοι στὴν καρδιά μου. Ἔτσι κι ἐσύ, ὅταν θυμώσης ἢ πέσης στὴν κατάκριση, θὰ στενοχωρηθῆς φυσικά, γιατὶ ἔπεσες, ἀλλὰ πρέπει νὰ χαρῆς κιόλας, γιατὶ ἐκδηλώθηκε ἡ ἀδυναμία σου, ὁπότε θὰ ἀγωνισθῆς νὰ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ αὐτήν.
Ὅταν σφάλλουμε, ξεσκεπάζεται ὁ πραγματικὸς ἑαυτός μας, τὸν γνωρίζουμε καὶ προσπαθοῦμε νὰ διορθωθοῦμε. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο προχωροῦμε θετικὰ καὶ δὲν ζοῦμε μὲ ψευδαισθήσεις ὅτι πᾶμε καλά.
Ἐγὼ χαίρομαι, ὅταν ἐκδηλώνεται μιὰ ἀδυναμία μου, ὅταν ξεφυτρώνουν τὰ πάθη μου
Ἐὰν δὲν ξεφύτρωναν, θὰ νόμιζα ὅτι ἁγίασα, ἐνῶ οἱ σπόροι τῶν παθῶν θὰ ἦταν κρυμμένοι στὴν καρδιά μου. Ἔτσι κι ἐσύ, ὅταν θυμώσης ἢ πέσης στὴν κατάκριση, θὰ στενοχωρηθῆς φυσικά, γιατὶ ἔπεσες, ἀλλὰ πρέπει νὰ χαρῆς κιόλας, γιατὶ ἐκδηλώθηκε ἡ ἀδυναμία σου, ὁπότε θὰ ἀγωνισθῆς νὰ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ αὐτήν.
Αγίου Παΐσιου Αγιορείτου..!!!!
Ἡ θεία παρηγοριὰ στὴν προσευχὴ.
– Γέροντα, πότε οἰκονομάει ὁ Θεὸς νὰ αἰσθανθῆ κάποιος θεία εὐωδία;.
Ὁ Θεὸς δίνει εὐωδία ἄλλοτε τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς καὶ ἄλλοτε σὲ ὥρα ποὺ δὲν προσεύχεσαι, γιὰ νὰ παρηγορήση, νὰ ἐνδυναμώση, νὰ πληροφορήση· πάντοτε γιὰ κάποιον σκοπό.– Ὁρισμένες φορές, Γέροντα, ἐκεῖ ποὺ λέω τὴν εὐχὴ καὶ ζητῶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ,αἰσθάνομαι κάποια ἀλλοίωση μέσα μου, μιὰ κατάνυξη.
– Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζητᾶ ταπεινὰ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ἀναγνωρίζη τὴν ἁμαρτωλότητά του, τότε ὁ Θεὸς τοῦ στέλνει τὴν Χάρη Του καὶ ἀλλοιώνεται πνευματι‐κά. Πονάει ποὺ λύπησε τὸν Θεὸ μὲ τὶς ἁμαρτίες του, μετανοιώνει, νιώθει συντριβή,καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀνταμείβει μὲ αὐτὴν τὴν θεία παρηγοριά.– Γέροντα, ὅταν λέω τὴν εὐχή, νιώθω μιὰ παρηγοριά, μιὰ χαρά. Αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ εἶναι πλάνη;
– Καλὸ εἶναι αὐτό, ἀλλὰ καλύτερα νὰ μὴ δίνης σημασία. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν δίνη σημασία σὲ αὐτά, ὁ Θεὸς συγκινεῖται περισσότερο καὶ τὸν βοηθάει μὲ ἄλλον τρόπο. Νὰ προσέξης νὰ μὴ ζητᾶς νὰ προσευχηθῆς, γιὰ νὰ νιώσης εὐχαρίστηση, χαρά. Τὸ παιδάκι τρέχει στὸν πατέρα του, ὄχι γιατὶ θὰ τοῦ δώση σοκο‐λάτα, ἀλλὰ γιατὶ τὸν ἀγαπάει· ἄλλο ἂν ἐκεῖνος θελήση νὰ τοῦ δώση καὶ σοκολάτα. Ἡ προσευχὴ ποὺ κάνουμε, γιὰ νὰ νιώσουμε ἀγαλλίαση, καὶ ὄχι γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Θεό, δὲν εἶναι πραγματικὴ προσευχή.
– Μερικὲς φορές, Γέροντα, ἐνῶ προσεύχομαι γιὰ κάποια δύσκολη κατάσταση,αἰσθάνομαι νὰ λέω μέσα μου δοξολογία. Εἶναι φυσιολογικὸ αὐτό;
– Μετὰ τὴν προσευχὴ νιώθεις θεία παρηγοριά;
– Δὲν ξέρω, Γέροντα, ἂν εἶναι θεία παρηγοριά, ἀλλὰ νιώθω μιὰ γαλήνη καὶ σιγουριά.
– Αὐτὸ ἔχει ἐλπίδα στὸν Θεὸ καὶ θεία παρηγοριά.
– Πῶς μπορεῖ, Γέροντα, νὰ καταλάβη κανεὶς ὅτι ἐπικοινωνεῖ σωστὰ μὲ τὸν Θεό;
– Ἂν ἔχη μέσα του τὴν θεϊκὴ παρηγοριά. Αὐτὴ ἡ θεϊκὴ παρηγοριὰ δὲν συγκρίνεται μὲ τὴν ἀνθρώπινη, ὅπως ὁ Παράδεισος δὲν συγκρίνεται μὲ τὴν γῆ.
– Γέροντα, κοπιάζω στὴν προσευχή, ἀλλὰ δὲν νιώθω παρηγοριά.
– Αὐτὸ καλὸ εἶναι, γιατὶ δουλεύεις χωρὶς νὰ πληρώνεσαι. Ἂς δώσουμε ἐμεῖς τὴν καρδιά μας στὸν Θεὸ ζητώντας ταπεινὰ τὸ ἔλεός Του, καὶ Ἐκεῖνος ξέρει τί πρέπει νὰ μᾶς δώση. Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος δὲν ἐπιδιώκει τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὴνσωτηρία τῆς ψυχῆς του. Δὲν ἀγωνίζεται γιὰ τὶς θεῖες ἡδονές· ἀγωνίζεται μὲ φιλότιμο καὶ δέχεται ὅ,τι τοῦ δίνει ὁ Θεός.
– Γέροντα, πότε οἰκονομάει ὁ Θεὸς νὰ αἰσθανθῆ κάποιος θεία εὐωδία;.
Ὁ Θεὸς δίνει εὐωδία ἄλλοτε τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς καὶ ἄλλοτε σὲ ὥρα ποὺ δὲν προσεύχεσαι, γιὰ νὰ παρηγορήση, νὰ ἐνδυναμώση, νὰ πληροφορήση· πάντοτε γιὰ κάποιον σκοπό.– Ὁρισμένες φορές, Γέροντα, ἐκεῖ ποὺ λέω τὴν εὐχὴ καὶ ζητῶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ,αἰσθάνομαι κάποια ἀλλοίωση μέσα μου, μιὰ κατάνυξη.
– Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζητᾶ ταπεινὰ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ἀναγνωρίζη τὴν ἁμαρτωλότητά του, τότε ὁ Θεὸς τοῦ στέλνει τὴν Χάρη Του καὶ ἀλλοιώνεται πνευματι‐κά. Πονάει ποὺ λύπησε τὸν Θεὸ μὲ τὶς ἁμαρτίες του, μετανοιώνει, νιώθει συντριβή,καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀνταμείβει μὲ αὐτὴν τὴν θεία παρηγοριά.– Γέροντα, ὅταν λέω τὴν εὐχή, νιώθω μιὰ παρηγοριά, μιὰ χαρά. Αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ εἶναι πλάνη;
– Καλὸ εἶναι αὐτό, ἀλλὰ καλύτερα νὰ μὴ δίνης σημασία. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν δίνη σημασία σὲ αὐτά, ὁ Θεὸς συγκινεῖται περισσότερο καὶ τὸν βοηθάει μὲ ἄλλον τρόπο. Νὰ προσέξης νὰ μὴ ζητᾶς νὰ προσευχηθῆς, γιὰ νὰ νιώσης εὐχαρίστηση, χαρά. Τὸ παιδάκι τρέχει στὸν πατέρα του, ὄχι γιατὶ θὰ τοῦ δώση σοκο‐λάτα, ἀλλὰ γιατὶ τὸν ἀγαπάει· ἄλλο ἂν ἐκεῖνος θελήση νὰ τοῦ δώση καὶ σοκολάτα. Ἡ προσευχὴ ποὺ κάνουμε, γιὰ νὰ νιώσουμε ἀγαλλίαση, καὶ ὄχι γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Θεό, δὲν εἶναι πραγματικὴ προσευχή.
– Μερικὲς φορές, Γέροντα, ἐνῶ προσεύχομαι γιὰ κάποια δύσκολη κατάσταση,αἰσθάνομαι νὰ λέω μέσα μου δοξολογία. Εἶναι φυσιολογικὸ αὐτό;
– Μετὰ τὴν προσευχὴ νιώθεις θεία παρηγοριά;
– Δὲν ξέρω, Γέροντα, ἂν εἶναι θεία παρηγοριά, ἀλλὰ νιώθω μιὰ γαλήνη καὶ σιγουριά.
– Αὐτὸ ἔχει ἐλπίδα στὸν Θεὸ καὶ θεία παρηγοριά.
– Πῶς μπορεῖ, Γέροντα, νὰ καταλάβη κανεὶς ὅτι ἐπικοινωνεῖ σωστὰ μὲ τὸν Θεό;
– Ἂν ἔχη μέσα του τὴν θεϊκὴ παρηγοριά. Αὐτὴ ἡ θεϊκὴ παρηγοριὰ δὲν συγκρίνεται μὲ τὴν ἀνθρώπινη, ὅπως ὁ Παράδεισος δὲν συγκρίνεται μὲ τὴν γῆ.
– Γέροντα, κοπιάζω στὴν προσευχή, ἀλλὰ δὲν νιώθω παρηγοριά.
– Αὐτὸ καλὸ εἶναι, γιατὶ δουλεύεις χωρὶς νὰ πληρώνεσαι. Ἂς δώσουμε ἐμεῖς τὴν καρδιά μας στὸν Θεὸ ζητώντας ταπεινὰ τὸ ἔλεός Του, καὶ Ἐκεῖνος ξέρει τί πρέπει νὰ μᾶς δώση. Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος δὲν ἐπιδιώκει τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὴνσωτηρία τῆς ψυχῆς του. Δὲν ἀγωνίζεται γιὰ τὶς θεῖες ἡδονές· ἀγωνίζεται μὲ φιλότιμο καὶ δέχεται ὅ,τι τοῦ δίνει ὁ Θεός.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ ΣΤ’«Περί Προσευχής» ‐ 124 ‐
Ἡ θεία παρηγοριὰ στὴν προσευχὴ.
– Γέροντα, πότε οἰκονομάει ὁ Θεὸς νὰ αἰσθανθῆ κάποιος θεία εὐωδία;.
Ὁ Θεὸς δίνει εὐωδία ἄλλοτε τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς καὶ ἄλλοτε σὲ ὥρα ποὺ δὲν προσεύχεσαι, γιὰ νὰ παρηγορήση, νὰ ἐνδυναμώση, νὰ πληροφορήση· πάντοτε γιὰ κάποιον σκοπό.– Ὁρισμένες φορές, Γέροντα, ἐκεῖ ποὺ λέω τὴν εὐχὴ καὶ ζητῶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ,αἰσθάνομαι κάποια ἀλλοίωση μέσα μου, μιὰ κατάνυξη.
– Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζητᾶ ταπεινὰ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ἀναγνωρίζη τὴν ἁμαρτωλότητά του, τότε ὁ Θεὸς τοῦ στέλνει τὴν Χάρη Του καὶ ἀλλοιώνεται πνευματι‐κά. Πονάει ποὺ λύπησε τὸν Θεὸ μὲ τὶς ἁμαρτίες του, μετανοιώνει, νιώθει συντριβή,καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀνταμείβει μὲ αὐτὴν τὴν θεία παρηγοριά.– Γέροντα, ὅταν λέω τὴν εὐχή, νιώθω μιὰ παρηγοριά, μιὰ χαρά. Αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ εἶναι πλάνη;
– Καλὸ εἶναι αὐτό, ἀλλὰ καλύτερα νὰ μὴ δίνης σημασία. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν δίνη σημασία σὲ αὐτά, ὁ Θεὸς συγκινεῖται περισσότερο καὶ τὸν βοηθάει μὲ ἄλλον τρόπο. Νὰ προσέξης νὰ μὴ ζητᾶς νὰ προσευχηθῆς, γιὰ νὰ νιώσης εὐχαρίστηση, χαρά. Τὸ παιδάκι τρέχει στὸν πατέρα του, ὄχι γιατὶ θὰ τοῦ δώση σοκο‐λάτα, ἀλλὰ γιατὶ τὸν ἀγαπάει· ἄλλο ἂν ἐκεῖνος θελήση νὰ τοῦ δώση καὶ σοκολάτα. Ἡ προσευχὴ ποὺ κάνουμε, γιὰ νὰ νιώσουμε ἀγαλλίαση, καὶ ὄχι γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Θεό, δὲν εἶναι πραγματικὴ προσευχή.
– Μερικὲς φορές, Γέροντα, ἐνῶ προσεύχομαι γιὰ κάποια δύσκολη κατάσταση,αἰσθάνομαι νὰ λέω μέσα μου δοξολογία. Εἶναι φυσιολογικὸ αὐτό;
– Μετὰ τὴν προσευχὴ νιώθεις θεία παρηγοριά;
– Δὲν ξέρω, Γέροντα, ἂν εἶναι θεία παρηγοριά, ἀλλὰ νιώθω μιὰ γαλήνη καὶ σιγουριά.
– Αὐτὸ ἔχει ἐλπίδα στὸν Θεὸ καὶ θεία παρηγοριά.
– Πῶς μπορεῖ, Γέροντα, νὰ καταλάβη κανεὶς ὅτι ἐπικοινωνεῖ σωστὰ μὲ τὸν Θεό;
– Ἂν ἔχη μέσα του τὴν θεϊκὴ παρηγοριά. Αὐτὴ ἡ θεϊκὴ παρηγοριὰ δὲν συγκρίνεται μὲ τὴν ἀνθρώπινη, ὅπως ὁ Παράδεισος δὲν συγκρίνεται μὲ τὴν γῆ.
– Γέροντα, κοπιάζω στὴν προσευχή, ἀλλὰ δὲν νιώθω παρηγοριά.
– Αὐτὸ καλὸ εἶναι, γιατὶ δουλεύεις χωρὶς νὰ πληρώνεσαι. Ἂς δώσουμε ἐμεῖς τὴν καρδιά μας στὸν Θεὸ ζητώντας ταπεινὰ τὸ ἔλεός Του, καὶ Ἐκεῖνος ξέρει τί πρέπει νὰ μᾶς δώση. Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος δὲν ἐπιδιώκει τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὴνσωτηρία τῆς ψυχῆς του. Δὲν ἀγωνίζεται γιὰ τὶς θεῖες ἡδονές· ἀγωνίζεται μὲ φιλότιμο καὶ δέχεται ὅ,τι τοῦ δίνει ὁ Θεός.
– Γέροντα, πότε οἰκονομάει ὁ Θεὸς νὰ αἰσθανθῆ κάποιος θεία εὐωδία;.
Ὁ Θεὸς δίνει εὐωδία ἄλλοτε τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς καὶ ἄλλοτε σὲ ὥρα ποὺ δὲν προσεύχεσαι, γιὰ νὰ παρηγορήση, νὰ ἐνδυναμώση, νὰ πληροφορήση· πάντοτε γιὰ κάποιον σκοπό.– Ὁρισμένες φορές, Γέροντα, ἐκεῖ ποὺ λέω τὴν εὐχὴ καὶ ζητῶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ,αἰσθάνομαι κάποια ἀλλοίωση μέσα μου, μιὰ κατάνυξη.
– Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζητᾶ ταπεινὰ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ἀναγνωρίζη τὴν ἁμαρτωλότητά του, τότε ὁ Θεὸς τοῦ στέλνει τὴν Χάρη Του καὶ ἀλλοιώνεται πνευματι‐κά. Πονάει ποὺ λύπησε τὸν Θεὸ μὲ τὶς ἁμαρτίες του, μετανοιώνει, νιώθει συντριβή,καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀνταμείβει μὲ αὐτὴν τὴν θεία παρηγοριά.– Γέροντα, ὅταν λέω τὴν εὐχή, νιώθω μιὰ παρηγοριά, μιὰ χαρά. Αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ εἶναι πλάνη;
– Καλὸ εἶναι αὐτό, ἀλλὰ καλύτερα νὰ μὴ δίνης σημασία. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν δίνη σημασία σὲ αὐτά, ὁ Θεὸς συγκινεῖται περισσότερο καὶ τὸν βοηθάει μὲ ἄλλον τρόπο. Νὰ προσέξης νὰ μὴ ζητᾶς νὰ προσευχηθῆς, γιὰ νὰ νιώσης εὐχαρίστηση, χαρά. Τὸ παιδάκι τρέχει στὸν πατέρα του, ὄχι γιατὶ θὰ τοῦ δώση σοκο‐λάτα, ἀλλὰ γιατὶ τὸν ἀγαπάει· ἄλλο ἂν ἐκεῖνος θελήση νὰ τοῦ δώση καὶ σοκολάτα. Ἡ προσευχὴ ποὺ κάνουμε, γιὰ νὰ νιώσουμε ἀγαλλίαση, καὶ ὄχι γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Θεό, δὲν εἶναι πραγματικὴ προσευχή.
– Μερικὲς φορές, Γέροντα, ἐνῶ προσεύχομαι γιὰ κάποια δύσκολη κατάσταση,αἰσθάνομαι νὰ λέω μέσα μου δοξολογία. Εἶναι φυσιολογικὸ αὐτό;
– Μετὰ τὴν προσευχὴ νιώθεις θεία παρηγοριά;
– Δὲν ξέρω, Γέροντα, ἂν εἶναι θεία παρηγοριά, ἀλλὰ νιώθω μιὰ γαλήνη καὶ σιγουριά.
– Αὐτὸ ἔχει ἐλπίδα στὸν Θεὸ καὶ θεία παρηγοριά.
– Πῶς μπορεῖ, Γέροντα, νὰ καταλάβη κανεὶς ὅτι ἐπικοινωνεῖ σωστὰ μὲ τὸν Θεό;
– Ἂν ἔχη μέσα του τὴν θεϊκὴ παρηγοριά. Αὐτὴ ἡ θεϊκὴ παρηγοριὰ δὲν συγκρίνεται μὲ τὴν ἀνθρώπινη, ὅπως ὁ Παράδεισος δὲν συγκρίνεται μὲ τὴν γῆ.
– Γέροντα, κοπιάζω στὴν προσευχή, ἀλλὰ δὲν νιώθω παρηγοριά.
– Αὐτὸ καλὸ εἶναι, γιατὶ δουλεύεις χωρὶς νὰ πληρώνεσαι. Ἂς δώσουμε ἐμεῖς τὴν καρδιά μας στὸν Θεὸ ζητώντας ταπεινὰ τὸ ἔλεός Του, καὶ Ἐκεῖνος ξέρει τί πρέπει νὰ μᾶς δώση. Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος δὲν ἐπιδιώκει τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὴνσωτηρία τῆς ψυχῆς του. Δὲν ἀγωνίζεται γιὰ τὶς θεῖες ἡδονές· ἀγωνίζεται μὲ φιλότιμο καὶ δέχεται ὅ,τι τοῦ δίνει ὁ Θεός.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ ΣΤ’«Περί Προσευχής» ‐ 124 ‐
Στὸν χῶρο τῆς δοξολογίας ὑπάρχουν δύο καταστάσεις.
Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν περάση ἀπὸ τὴν πρώτη, δὲν μπορεῖ νὰ φθάση στὴν δεύτερη.
Στὴν πρώτη κατάσταση ἔχει κανεὶς πίκρες, ἀλλὰ ὅλα τὰ παίρνει δεξιά. Βάζει καλὸ λογισμό, ρίχνει τὸ βάρος στὸν ἑαυτό του, ταπεινώνεται, μετανοεῖ καὶ εὐχαριστεῖ γιὰ ὅλα τὸν Θεό:
«Θεέ μου,λέει,
Σὲ εὐχαριστῶ· ἐξ ἁμαρτιῶν μου τὰ περνῶ αὐτά. Μοῦ χρειάζονται καὶ περισσότερα, ἀλλὰ δὲν ἀντέχω. Σὲ παρακαλῶ, δῶσε μου ὑπομονὴ καὶ δύναμη, γιὰ νὰ ἀντέξω».
Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν περάση ἀπὸ τὴν πρώτη, δὲν μπορεῖ νὰ φθάση στὴν δεύτερη.
Στὴν πρώτη κατάσταση ἔχει κανεὶς πίκρες, ἀλλὰ ὅλα τὰ παίρνει δεξιά. Βάζει καλὸ λογισμό, ρίχνει τὸ βάρος στὸν ἑαυτό του, ταπεινώνεται, μετανοεῖ καὶ εὐχαριστεῖ γιὰ ὅλα τὸν Θεό:
«Θεέ μου,λέει,
Σὲ εὐχαριστῶ· ἐξ ἁμαρτιῶν μου τὰ περνῶ αὐτά. Μοῦ χρειάζονται καὶ περισσότερα, ἀλλὰ δὲν ἀντέχω. Σὲ παρακαλῶ, δῶσε μου ὑπομονὴ καὶ δύναμη, γιὰ νὰ ἀντέξω».
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ ΣΤ’«Περί Προσευχής» ‐ 120 ‐





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου