ηλιας Στεφανου χαιντουτη
Γέροντα, νιώθω ότι δεν θα μου φθάση όλη μου η ζωή για να ζητώ το έλεος του Θεού.
– Θα σε ελεήση ο Θεός.
Μόνο να προσεύχεσαι απλά και συνέχεια, ζητώντας ταπεινά το έλεός Του για τον εαυτό σου και για όλους τους ανθρώπους. Όταν ζητάμε το έλεος του Θεού και αγωνιζώμαστε χωρίς άγχος, ταπεινά, με φιλότιμο, ο Θεός θα δώση και σ’ εμάς και στους άλλους ό,τι χρειάζεται.
– Μήπως, Γέροντα, εκτός από το έλεος του Θεού χρειάζεται να ζητώ και κάτι άλλο;
– Μέσα στο έλεος του Θεού υπάρχουν όλα. Αλλά, αν χρειάζεσαι και κάτι συγκεκριμένο, μπορείς να το ζητήσης από τον Θεό.
Ἦρθε ἕνας στὸ Καλύβι ποὺ ἦταν ἀπὸ τὴν Φλώρινα.
«Μέσα ἀπὸ τὴν Φλώρινα, τοῦ λέω, εἶσαι;».
«Ναί, ἀπὸ μέσα», μοῦ λέει. «Ἐσεῖς ἐκεῖ ἔχετε καὶ καλὸ μητροπολίτη», τοῦ λέω.
«Σὲ ποιά ὁμάδα παίζει;», μοῦ λέει.
Αὐτὸς νόμιζε ὅτι ἦταν ποδοσφαιριστής! Ἦταν προσηλωμένος στὸ ποδόσφαιρο. Οὔτε τὸν δεσπότη ἤξερε – τοὐλάχιστον τὸν Καντιώτη τὸν ξέρουν. Αὐτὰ δὲν δικαιολογοῦνται.
Ὄχι, ἄγνοια δὲν δικαιολογεῖται σήμερα στὸν κόσμο.
Λείπει ἡ καλὴ διάθεση, τὸ φιλότιμο. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει καλὴ διάθεση γιὰ νὰ γνωρίση τὸν Χριστό, θὰ Τὸν γνωρίση. Θὰ πάρη στροφή.
Γέροντα, νιώθω ότι δεν θα μου φθάση όλη μου η ζωή για να ζητώ το έλεος του Θεού.
– Θα σε ελεήση ο Θεός.
Μόνο να προσεύχεσαι απλά και συνέχεια, ζητώντας ταπεινά το έλεός Του για τον εαυτό σου και για όλους τους ανθρώπους. Όταν ζητάμε το έλεος του Θεού και αγωνιζώμαστε χωρίς άγχος, ταπεινά, με φιλότιμο, ο Θεός θα δώση και σ’ εμάς και στους άλλους ό,τι χρειάζεται.
– Μήπως, Γέροντα, εκτός από το έλεος του Θεού χρειάζεται να ζητώ και κάτι άλλο;
– Μέσα στο έλεος του Θεού υπάρχουν όλα. Αλλά, αν χρειάζεσαι και κάτι συγκεκριμένο, μπορείς να το ζητήσης από τον Θεό.
Ἦρθε ἕνας στὸ Καλύβι ποὺ ἦταν ἀπὸ τὴν Φλώρινα.
«Μέσα ἀπὸ τὴν Φλώρινα, τοῦ λέω, εἶσαι;».
«Ναί, ἀπὸ μέσα», μοῦ λέει. «Ἐσεῖς ἐκεῖ ἔχετε καὶ καλὸ μητροπολίτη», τοῦ λέω.
«Σὲ ποιά ὁμάδα παίζει;», μοῦ λέει.
Αὐτὸς νόμιζε ὅτι ἦταν ποδοσφαιριστής! Ἦταν προσηλωμένος στὸ ποδόσφαιρο. Οὔτε τὸν δεσπότη ἤξερε – τοὐλάχιστον τὸν Καντιώτη τὸν ξέρουν. Αὐτὰ δὲν δικαιολογοῦνται.
Ὄχι, ἄγνοια δὲν δικαιολογεῖται σήμερα στὸν κόσμο.
Λείπει ἡ καλὴ διάθεση, τὸ φιλότιμο. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει καλὴ διάθεση γιὰ νὰ γνωρίση τὸν Χριστό, θὰ Τὸν γνωρίση. Θὰ πάρη στροφή.
Καὶ ἂν δὲν βρεθῆ οὔτε ἕνας θεολόγος οὔτε ἕνας καλόγερος, καὶ δὲν ἀκούση
τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἅμα ἔχη καλὴ διάθεση, θὰ πάρη στροφὴ ἢ ἀπὸ ἕνα φίδι ἢ
ἀπὸ ἕνα θηρίο ἢ ἀπὸ μιὰ ἀστραπή, ἀπὸ ἕναν κατακλυσμό, ἢ ἀπὸ κάποιο ἄλλο
γεγονός. Θὰ τὸν οἰκονομήση ὁ Θεός!
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ ΣΤ’ «Περί Προσευχής»
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ ΣΤ’ «Περί Προσευχής»
ηλιας Στεφανου χαιντουτη
«Γιὰ νὰ λάβης πνεῦμα, πρέπει νὰ δώσης αἷμα»191.
Ὅταν ἤμουν στὸ Κοινόβιο,μιὰ Μεγάλη Σαρακοστὴ προσπάθησα νὰ τὸ ἐφαρμόσω.
Δὲν ὑπολόγισα καθόλου τὸν ἑαυτό μου, τράβηξα τὸ σχοινὶ μέχρι ποὺ τεντώθηκε τελείως. Ἔνιωθα τόση κούραση,ποὺ ἔπεφτα στὸν δρόμο καὶ παρακαλοῦσα τὸν Θεὸ νὰ μὲ βοηθήση νὰ σηκωθῶ λιγάκι,γιὰ νὰ μὴ μὲ δοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ ποῦν:«Νά, οἱ καλόγεροι πέφτουν ἀπὸ τὴν ἄσκηση». Τὸ ἔνιωθα κάθε μέρα σὰν μαρτύριο.
Τὴν Πέμπτη πρὸ τοῦ Λαζάρου, τὸ βράδυ, ἐνῶ προσευχόμουν στὸ κελλί, ἔνιωσα μιὰ γλυκύτητα, μιὰ ἀγαλλίαση, κι ἕνα φῶς μὲ ἔλουσε· ἀπὸ τὰ μάτια μου ἔτρεχαν δάκρυα, ἕνα γλυκὸ κλάμα. Αὐτὸ κράτησε εἴκοσι μὲ τριάντα λεπτὰ καὶ μὲ τόνωσε πολύ, μὲ ἔτρεφε πνευματικὰ γιὰ δέκα χρόνια.Ὅταν ρώτησα τὸν Γερο‐Πέτρο192 γι’ αὐτό, μοῦ εἶπε:«Ἐγὼ συνέχεια ζῶ τέτοιες θεῖες καταστάσεις. Ἐκείνη τὴν ὥρα ποὺ μὲ ἐπισκέπτεται ἡ θεία Χάρις, ἡ καρδιά μου θερμαίνεται γλυκὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καὶ ἕνα φῶς παράξενο μὲ φωτίζει ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά· νιώθω τὸ πρόσωπό μου νὰ φωτίζη. Φωτίζεται ἀκόμη καὶ τὸ κελλί μου. Βγάζω τότε τὸ σκουφί μου, σκύβω ταπεινὰ τὸ κεφάλι μου καὶ λέω στὸν Χριστό:“Χριστέ μου, χτύπησέ με μὲ τὸ κοντάρι τῆς εὐσπλαγχνίας Σου στὴν καρδιά μου”. Ἀπὸ τὴν πολλὴ εὐγνωμοσύνη τὰ μάτια μου τρέχουν συνέχεια γλυκὰ δάκρυα καὶ δοξολογῶ τὸν Θεό. Τότε ὅλα σταματᾶνε, γιατὶ νιώθω πολὺ κοντά μου τὸν Χριστὸ καὶ δὲν μπορῶ πιὰ νὰ ζητήσω τίποτε· σταματάει καὶ ἡ προσευχή, τὸ κομποσχοίνι δὲν μπορεῖ νὰ γυρίση».– Γέροντα, τὸ ἄκτιστο φῶς τὸ βλέπει κανεὶς μὲ τὰ αἰσθητὰ μάτια;– Ἂν ἀφήσετε τὶς μικρότητες, θὰ σᾶς πῶ
– Γέροντα, μέχρι νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὶς μικρότητες, ἐσεῖς θὰ φύγετε...
Κάντε το σὰν πνευματικὴ ἐλεημοσύνη!
– Ὅταν ἤμουν στὰ Κατουνάκια, στὸ Κελλὶ τοῦ Ὑπατίου, ἕνα ἀπόγευμα, ἀφοῦ ἔκανα τὸν Ἑσπερινὸ μὲ κομποσχοίνι, ἤπια ἕνα τσάι καὶ συνέχισα.Ἔκανα τὸ Ἀπόδειπνο καὶ τοὺς Χαιρετισμοὺς μὲ κομποσχοίνι, καὶ ὕστερα ἔλεγα τὴν εὐχή. Ὅσο τὴν ἔλεγα, τόσο ἔφευγε ἡ κούραση καὶ αἰσθανόμουν ξεκούραστος. Ἔνιωθα μέσα μου μιὰ χαρά, ποὺ δὲν μοῦ ἔκανε καρδιὰ νὰ κοιμηθῶ· ἔλεγα συνέχεια τὴν εὐχή. Γύρω στὶς ἕντεκα τὴν νύχτα γέμισε ξαφνικὰ τὸ κελλὶ μὲ ἕνα φῶς γλυκό, οὐράνιο. Ἦταν πολὺ δυνατό, ἀλλὰ δὲν σὲ θάμπωνε. Κατάλαβα ὅμως ὅτι καὶ τὰ μάτια μου «δυνάμωσαν», γιὰ νὰ μπορῶ νὰ ἀντέξω αὐτὴν τὴν λάμψη. Ὅσο ἤμουν σὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση, μέσα στὸ θεῖο ἐκεῖνο φῶς, ἤμουν σ’ ἕναν ἄλλον κόσμο, πνευματικό.Αἰσθανόμουν μιὰ ἀνέκφραστη ἀγαλλίαση, καὶ τὸ σῶμα μου ἀνάλαφρο· εἶχε χαθῆ τὸ βάρος τοῦ σώματος. Ἔνιωθα τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τὸν θεῖο φωτισμό. Θεῖα νοήματα περνοῦσαν γρήγορα ἀπὸ τὸν νοῦ μου σὰν ἐρωταποκρίσεις. Δὲν εἶχα προβλήματα,οὔτε θέματα νὰ ρωτήσω, ὅμως ρωτοῦσα καὶ εἶχα συγχρόνως καὶ τὴν ἀπάντηση. Ἦταν ἀνθρώπινα λόγια οἱ ἀπαντήσεις, εἶχαν ὅμως καὶ θεολογία, ἀφοῦ ἦταν θεῖες ἀπαντήσεις. Καὶ ἦταν τόσο πολλὰ ὅλα αὐτά, ὥστε, ἂν τὰ ἔγραφε κανείς, θὰ γραφόταν ἄλλος ἕνας Εὐεργετινός. Αὐτὸ κράτησε ὅλη τὴν νύχτα, μέχρι τὶς ἐννιὰ τὸ πρωί.
Ὅταν πιὰ χάθηκε ἐκεῖνο τὸ φῶς, ὅλα μοῦ φαίνονταν σκοτεινά. Βγῆκα ἔξω καὶ ἦταν σὰν νύ‐χτα
«Τί ὥρα εἶναι; Δὲν ἔφεξε ἀκόμη;», ρώτησα ἕναν μοναχὸ ποὺ περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ.Ἐκεῖνος μὲ κοίταξε καὶ μοῦ ἀπάντησε μὲ ἀπορία:«Τί εἶπες, πάτερ Παΐσιε;».«Τί εἶπα;»,ἀναρωτήθηκα καὶ μπῆκα μέσα. Κοιτάζω τὸ ρολόι καὶ τότε συνειδητοποίησα τί εἶχε συμβῆ. Ἡ ὥρα ἦταν ἐννιὰ τὸ πρωί, ὁ ἥλιος ἦταν ψηλά, κι ἐμένα ἡ ἡμέρα μοῦ φαινόταν σὰν νύχτα! Ὁ ἥλιος δηλαδὴ μοῦ φαινόταν ὅτι ἴσα‐ἴσα φώτιζε· σὰν νὰ εἶχε γίνει ἔκλει‐ψη ἡλίου. Ἤμουν σὰν ἕναν ποὺ πετιέται ἀπότομα ἀπὸ τὸ δυνατὸ φῶς στὸ σκοτάδι· τόσο μεγάλη ἦταν ἡ διαφορά! Μετὰ ἀπὸ ἐκείνη τὴν θεϊκὴ κατάσταση βρέθηκα στὴν ἄλλη, τὴν φυσική, τὴν ἀνθρώπινη, καὶ ξεκίνησα νὰ κάνω ὅπως κάθε μέρα τὸ πρόγραμμά μου. Ἔκανα λίγο ἐργόχειρο, ἔκανα τὴν Ἀκολουθία τῶν Ὡρῶν μὲ κομποσχοίνι, μετὰ τὴν Ἐνάτη Ὥρα ἔβρεξα λίγο παξιμάδι γιὰ νὰ φάω, ἀλλὰ ἔνιωθα σὰν ζῶο ποὺ πότε ξύνεται, πότε βόσκει, πότε χαζεύει, καὶ ἔλεγα μέσα μου:«Γιά δὲς μὲ τί ἀσχολοῦμαι! Τόσα χρόνια ἔτσι τὰ πέρασα;». Μέχρι τὸ ἀπόγευμα εἶχα τέτοια ἀγαλλίαση, ποὺ δὲν ἔνιωθα τὴν ἀνάγκη νὰ ξεκουραστῶ. Τόσο δυνατὴ ἦταν ἡ κατάσταση αὐτή. Ὅλη ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἔβλεπα θαμπά· ἴσα‐ἴσα ποὺ μποροῦσα νὰ κάνω τὴν δουλειά μου. Καὶ ἦταν καλοκαίρι· ὁ ἥλιος ἔλαμπε. Τὴν ἄλλη μέρα ἄρχισα νὰ βλέπω τὰ πράγματα φυσιολογικά. Ἔκανα τὸ ἴδιο τυπικό, ἀλλὰ δὲν ἔνιωθα πιὰ ἔτσι,σὰν ζῶο.Μὲ τί χαζὰ πράγματα περνοῦμε τὸν καιρό μας καὶ τί χάνουμε! Γι’ αὐτό, ὅταν βλέπω μικρότητες, κακομοιριές, χαμένα πράγματα, πολὺ στενοχωριέμαι.
«Γιὰ νὰ λάβης πνεῦμα, πρέπει νὰ δώσης αἷμα»191.
Ὅταν ἤμουν στὸ Κοινόβιο,μιὰ Μεγάλη Σαρακοστὴ προσπάθησα νὰ τὸ ἐφαρμόσω.
Δὲν ὑπολόγισα καθόλου τὸν ἑαυτό μου, τράβηξα τὸ σχοινὶ μέχρι ποὺ τεντώθηκε τελείως. Ἔνιωθα τόση κούραση,ποὺ ἔπεφτα στὸν δρόμο καὶ παρακαλοῦσα τὸν Θεὸ νὰ μὲ βοηθήση νὰ σηκωθῶ λιγάκι,γιὰ νὰ μὴ μὲ δοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ ποῦν:«Νά, οἱ καλόγεροι πέφτουν ἀπὸ τὴν ἄσκηση». Τὸ ἔνιωθα κάθε μέρα σὰν μαρτύριο.
Τὴν Πέμπτη πρὸ τοῦ Λαζάρου, τὸ βράδυ, ἐνῶ προσευχόμουν στὸ κελλί, ἔνιωσα μιὰ γλυκύτητα, μιὰ ἀγαλλίαση, κι ἕνα φῶς μὲ ἔλουσε· ἀπὸ τὰ μάτια μου ἔτρεχαν δάκρυα, ἕνα γλυκὸ κλάμα. Αὐτὸ κράτησε εἴκοσι μὲ τριάντα λεπτὰ καὶ μὲ τόνωσε πολύ, μὲ ἔτρεφε πνευματικὰ γιὰ δέκα χρόνια.Ὅταν ρώτησα τὸν Γερο‐Πέτρο192 γι’ αὐτό, μοῦ εἶπε:«Ἐγὼ συνέχεια ζῶ τέτοιες θεῖες καταστάσεις. Ἐκείνη τὴν ὥρα ποὺ μὲ ἐπισκέπτεται ἡ θεία Χάρις, ἡ καρδιά μου θερμαίνεται γλυκὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καὶ ἕνα φῶς παράξενο μὲ φωτίζει ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά· νιώθω τὸ πρόσωπό μου νὰ φωτίζη. Φωτίζεται ἀκόμη καὶ τὸ κελλί μου. Βγάζω τότε τὸ σκουφί μου, σκύβω ταπεινὰ τὸ κεφάλι μου καὶ λέω στὸν Χριστό:“Χριστέ μου, χτύπησέ με μὲ τὸ κοντάρι τῆς εὐσπλαγχνίας Σου στὴν καρδιά μου”. Ἀπὸ τὴν πολλὴ εὐγνωμοσύνη τὰ μάτια μου τρέχουν συνέχεια γλυκὰ δάκρυα καὶ δοξολογῶ τὸν Θεό. Τότε ὅλα σταματᾶνε, γιατὶ νιώθω πολὺ κοντά μου τὸν Χριστὸ καὶ δὲν μπορῶ πιὰ νὰ ζητήσω τίποτε· σταματάει καὶ ἡ προσευχή, τὸ κομποσχοίνι δὲν μπορεῖ νὰ γυρίση».– Γέροντα, τὸ ἄκτιστο φῶς τὸ βλέπει κανεὶς μὲ τὰ αἰσθητὰ μάτια;– Ἂν ἀφήσετε τὶς μικρότητες, θὰ σᾶς πῶ
– Γέροντα, μέχρι νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὶς μικρότητες, ἐσεῖς θὰ φύγετε...
Κάντε το σὰν πνευματικὴ ἐλεημοσύνη!
– Ὅταν ἤμουν στὰ Κατουνάκια, στὸ Κελλὶ τοῦ Ὑπατίου, ἕνα ἀπόγευμα, ἀφοῦ ἔκανα τὸν Ἑσπερινὸ μὲ κομποσχοίνι, ἤπια ἕνα τσάι καὶ συνέχισα.Ἔκανα τὸ Ἀπόδειπνο καὶ τοὺς Χαιρετισμοὺς μὲ κομποσχοίνι, καὶ ὕστερα ἔλεγα τὴν εὐχή. Ὅσο τὴν ἔλεγα, τόσο ἔφευγε ἡ κούραση καὶ αἰσθανόμουν ξεκούραστος. Ἔνιωθα μέσα μου μιὰ χαρά, ποὺ δὲν μοῦ ἔκανε καρδιὰ νὰ κοιμηθῶ· ἔλεγα συνέχεια τὴν εὐχή. Γύρω στὶς ἕντεκα τὴν νύχτα γέμισε ξαφνικὰ τὸ κελλὶ μὲ ἕνα φῶς γλυκό, οὐράνιο. Ἦταν πολὺ δυνατό, ἀλλὰ δὲν σὲ θάμπωνε. Κατάλαβα ὅμως ὅτι καὶ τὰ μάτια μου «δυνάμωσαν», γιὰ νὰ μπορῶ νὰ ἀντέξω αὐτὴν τὴν λάμψη. Ὅσο ἤμουν σὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση, μέσα στὸ θεῖο ἐκεῖνο φῶς, ἤμουν σ’ ἕναν ἄλλον κόσμο, πνευματικό.Αἰσθανόμουν μιὰ ἀνέκφραστη ἀγαλλίαση, καὶ τὸ σῶμα μου ἀνάλαφρο· εἶχε χαθῆ τὸ βάρος τοῦ σώματος. Ἔνιωθα τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τὸν θεῖο φωτισμό. Θεῖα νοήματα περνοῦσαν γρήγορα ἀπὸ τὸν νοῦ μου σὰν ἐρωταποκρίσεις. Δὲν εἶχα προβλήματα,οὔτε θέματα νὰ ρωτήσω, ὅμως ρωτοῦσα καὶ εἶχα συγχρόνως καὶ τὴν ἀπάντηση. Ἦταν ἀνθρώπινα λόγια οἱ ἀπαντήσεις, εἶχαν ὅμως καὶ θεολογία, ἀφοῦ ἦταν θεῖες ἀπαντήσεις. Καὶ ἦταν τόσο πολλὰ ὅλα αὐτά, ὥστε, ἂν τὰ ἔγραφε κανείς, θὰ γραφόταν ἄλλος ἕνας Εὐεργετινός. Αὐτὸ κράτησε ὅλη τὴν νύχτα, μέχρι τὶς ἐννιὰ τὸ πρωί.
Ὅταν πιὰ χάθηκε ἐκεῖνο τὸ φῶς, ὅλα μοῦ φαίνονταν σκοτεινά. Βγῆκα ἔξω καὶ ἦταν σὰν νύ‐χτα
«Τί ὥρα εἶναι; Δὲν ἔφεξε ἀκόμη;», ρώτησα ἕναν μοναχὸ ποὺ περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ.Ἐκεῖνος μὲ κοίταξε καὶ μοῦ ἀπάντησε μὲ ἀπορία:«Τί εἶπες, πάτερ Παΐσιε;».«Τί εἶπα;»,ἀναρωτήθηκα καὶ μπῆκα μέσα. Κοιτάζω τὸ ρολόι καὶ τότε συνειδητοποίησα τί εἶχε συμβῆ. Ἡ ὥρα ἦταν ἐννιὰ τὸ πρωί, ὁ ἥλιος ἦταν ψηλά, κι ἐμένα ἡ ἡμέρα μοῦ φαινόταν σὰν νύχτα! Ὁ ἥλιος δηλαδὴ μοῦ φαινόταν ὅτι ἴσα‐ἴσα φώτιζε· σὰν νὰ εἶχε γίνει ἔκλει‐ψη ἡλίου. Ἤμουν σὰν ἕναν ποὺ πετιέται ἀπότομα ἀπὸ τὸ δυνατὸ φῶς στὸ σκοτάδι· τόσο μεγάλη ἦταν ἡ διαφορά! Μετὰ ἀπὸ ἐκείνη τὴν θεϊκὴ κατάσταση βρέθηκα στὴν ἄλλη, τὴν φυσική, τὴν ἀνθρώπινη, καὶ ξεκίνησα νὰ κάνω ὅπως κάθε μέρα τὸ πρόγραμμά μου. Ἔκανα λίγο ἐργόχειρο, ἔκανα τὴν Ἀκολουθία τῶν Ὡρῶν μὲ κομποσχοίνι, μετὰ τὴν Ἐνάτη Ὥρα ἔβρεξα λίγο παξιμάδι γιὰ νὰ φάω, ἀλλὰ ἔνιωθα σὰν ζῶο ποὺ πότε ξύνεται, πότε βόσκει, πότε χαζεύει, καὶ ἔλεγα μέσα μου:«Γιά δὲς μὲ τί ἀσχολοῦμαι! Τόσα χρόνια ἔτσι τὰ πέρασα;». Μέχρι τὸ ἀπόγευμα εἶχα τέτοια ἀγαλλίαση, ποὺ δὲν ἔνιωθα τὴν ἀνάγκη νὰ ξεκουραστῶ. Τόσο δυνατὴ ἦταν ἡ κατάσταση αὐτή. Ὅλη ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἔβλεπα θαμπά· ἴσα‐ἴσα ποὺ μποροῦσα νὰ κάνω τὴν δουλειά μου. Καὶ ἦταν καλοκαίρι· ὁ ἥλιος ἔλαμπε. Τὴν ἄλλη μέρα ἄρχισα νὰ βλέπω τὰ πράγματα φυσιολογικά. Ἔκανα τὸ ἴδιο τυπικό, ἀλλὰ δὲν ἔνιωθα πιὰ ἔτσι,σὰν ζῶο.Μὲ τί χαζὰ πράγματα περνοῦμε τὸν καιρό μας καὶ τί χάνουμε! Γι’ αὐτό, ὅταν βλέπω μικρότητες, κακομοιριές, χαμένα πράγματα, πολὺ στενοχωριέμαι.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ ΣΤ’«Περί Προσευχής» ‐ 123 ‐
191 Βλ.Τὸ Γεροντικόν, ἐκδ.«Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1981, Ἀββᾶς Λογγῖνος ε ́, σ.63.
192 Βλ. Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου,Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα, σ.64‐73.
191 Βλ.Τὸ Γεροντικόν, ἐκδ.«Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1981, Ἀββᾶς Λογγῖνος ε ́, σ.63.
192 Βλ. Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου,Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα, σ.64‐73.
Δεν είναι σκληρός ή άπονος ο Θεός (Γέροντας Παΐσιος Αγιορείτης)
Ο Γέροντας θέλοντας να μας δείξει το πώς ο Θεός προνοεί και κρίνει για τα πλάσματά του, ενώ εμείς πολλές φορές αγανακτούμε και δεν καταλαβαίνουμε τις ενέργειές Του, μας διηγήθηκε ιστορίες, όπως αυτή:
«Ένας ασκητής βλέποντας την αδικία πού υπάρχει στον κόσμο προσευχόταν στο Θεό και του ζητούσε να του αποκαλύψει το λόγο που δίκαιοι και ευλαβείς άνθρωποι δυστυχούν και βασανίζονται άδικα, ενώ άδικοι και αμαρτωλοί πλουτίζουν και αναπαύονται. Ενώ προσευχόταν ο ασκητής να του αποκαλύψει ο Θεός το μυστήριο, άκουσε φωνή που του έλεγε:
- Μη ζητάς εκείνα που δε φτάνει ο νους σου και η δύναμη της γνώσης σου. Ούτε να ερευνάς τα απόκρυφα, γιατί τα κρίματα του Θεού είναι άβυσσος. Αλλά, επειδή ζήτησες να μάθεις, κατέβα στον κόσμο και κάθισε σ’ ένα μέρος και πρόσεχε αυτά που θα δεις, για να καταλάβεις από τη μικρή αυτή δοκιμή, ένα μικρό μέρος από τις κρίσεις του Θεού. Θα γνωρίσεις τότε άτι είναι ανεξερεύνητη και ανεξιχνίαστη η προνοητική διακυβέρνηση του Θεού για όλα.
Ο γέροντας, όταν τ’ άκουσε αυτά, κατέβηκε με πολλή προσοχή στον κόσμο κι έφτασε σ’ ένα λιβάδι που το διέσχιζε ένας πολυσύχναστος δρόμος. Εκεί κοντά ήταν μία βρύση κι ένα γέρικο δέντρο, στην κουφάλα του οποίου μπήκε ο γέροντας και κρύφτηκε καλά.
Μετά από λίγο πέρασε ένας πλούσιος πάνω στο άλογό του. Σταμάτησε για λίγο στη βρύση, για να πιει νερό και να ξεκουραστεί. Αφού ξεδίψασε, έβγαλε από την τσέπη του ένα πουγκί με εκατό φλουριά και τα μετρούσε. Όταν τελείωσε το μέτρημα, θέλησε πάλι να τα βάλει στη θέση τους. Χωρίς όμως να το καταλάβει, το πουγκί έπεσε στα χόρτα.
Έφαγε, ξεκουράστηκε, κοιμήθηκε και μετά καβαλίκεψε το άλογο κι έφυγε χωρίς ν’ αντιληφθεί τίποτα για τα φλουριά.
Μετά από λίγο ήρθε άλλος περαστικός στη βρύση, βρήκε το πουγκί με τα φλουριά, το πήρε κι έφυγε τρέχοντας μέσ’ απ’ τα χωράφια.
Πέρασε λίγη ώρα και φάνηκε άλλος περαστικός. Κουρασμένος, όπως ήταν, σταμάτησε κι αυτός στη βρύση, πήρε λίγο νεράκι, έβγαλε και λίγο ψωμάκι από ένα μαντήλι και κάθισε να φάει.
Την ώρα, που ο φτωχός εκείνος έτρωγε, φάνηκε ο πλούσιος καβαλάρης εξαγριωμένος, με αλλοιωμένο το πρόσωπο από οργή, και όρμισε επάνω του. Με θυμό φώναζε να του δώσει τα φλουριά του. Ο φτωχός, μη έχοντας ιδέα για τα φλουριά, διαβεβαίωνε με όρκους πως δεν είδε τέτοιο πράγμα. Εκείνος όμως, όπως ήταν θυμωμένος, άρχισε να τον δέρνει και να τον χτυπά, μέχρι που τον θανάτωσε. Έψαξε μετά όλα τα ρούχα του φτωχού, δεν βρήκε τίποτα και έφυγε λυπημένος.
Ο γέροντας εκείνος τα έβλεπε όλα αυτά μέσα άπ’ την κουφάλα και θαύμαζε. Λυπόταν πολύ κι έκλαιγε για τον άδικο φόνο που είδε και προσευχόμενος στον Κύριο, έλεγε:
- Κύριε, τι σημαίνει αυτό το θέλημά Σου; Γνώρισε μου, Σε παρακαλώ, πώς υπομένει η αγαθότητα Σου τέτοια αδικία. Άλλος έχασε τα φλουριά, άλλος τα βρήκε κι άλλος άδικα φονεύθηκε!
Ενώ ο γέροντας προσευχόταν με δάκρυα, κατέβηκε ο Άγγελος Κυρίου και του είπε:
- Μη λυπάσαι, γέροντα, ούτε να σου κακοφαίνεται και να νομίζεις ότι όλα αυτά γίνονται τάχα χωρίς θέλημα Θεού. Αλλά άπ’ αυτά πού συμβαίνουν, άλλα γίνονται κατά παραχώρηση, άλλα για παίδευση κι άλλα κατά οικονομία. Άκουσε λοιπόν:
Αυτός που έχασε τα φλουριά είναι γείτονας εκείνου που τα βρήκε. Ο τελευταίος είχε ένα περιβόλι αξίας εκατό φλουριών. Ο πλούσιος, επειδή ήταν πλεονέκτης, τον εξανάγκασε να του το δώσει για πενήντα φλουριά. Ο φτωχός εκείνος, μη έχοντας τι να κάνει, παρακαλούσε το Θεό να κάνει την εκδίκηση. Γι’ αυτό και οικονόμησε ο Θεός και του τα έδωσε διπλά.
Εκείνος, πάλι, ο φτωχός, ο κουρασμένος, που δεν βρήκε τίποτα και φονεύτηκε άδικα, είχε κάνει μια φορά φόνο. Μετανόησε όμως ειλικρινά και σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του τα έργα του ήταν χριστιανικά και θεάρεστα. Διαρκώς παρακαλούσε το Θεό να τον συγχωρέσει για το φόνο που διέπραξε και συνήθιζε να λέει: «Θεέ μου, τέτοιο θάνατο πού έδωσα, ίδιο να μου δώσεις!». Βέβαια, ο Κύριός μας τον είχε συγχωρέσει από την πρώτη στιγμή πού εκδήλωσε τη μετάνοιά του. Συγκινήθηκε όμως ιδιαίτερα από το φιλότιμο του παιδιού του, το οποίο όχι μόνο φρόντιζε για την τήρηση των εντολών του, αλλά ήθελε και να πληρώσει για το παλιό του φταίξιμο. Έτσι δεν του χάλασε το χατίρι, επέτρεψε να πεθάνει με βίαιο τρόπο – όπως του το είχε ζητήσει – και το πήρε κοντά Του, χαρίζοντας του μάλιστα και λαμπρό στεφάνι γι’ αυτό του το φιλότιμο!
Ο άλλος, τέλος, ο πλεονέκτης, που έχασε τα φλουριά κι έκανε το φόνο, θα κολαζόταν για την πλεονεξία και τη φιλαργυρία του. Το άφησε λοιπόν ο Θεός να πέσει στο αμάρτημα του φόνου για να πονέσει η ψυχή του και να έρθει σε μετάνοια. Με την αφορμή αυτή αφήνει τώρα τον κόσμο και πάει να γίνει καλόγερος!
Λοιπόν, πού, σε ποια περίπτωση, βλέπεις να ήταν άδικος ή σκληρός και άπονος ο Θεός; Γι’ αυτό στο εξής να μην πολυεξετάζεις τις κρίσεις του Θεού, γιατί Εκείνος τις κάνει δίκαια και όπως ξέρει, ενώ εσύ τις περνάς για άδικες. Γνώριζε επίσης ότι και πολλά άλλα γίνονται στον κόσμο με το θέλημα του Θεού για λόγους που οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν. Κι έτσι το σωστό είναι να λέει ο καθένας: «Δίκαιος ει Κύριε, και ευθείαι αι κρίσεις σου.»
(Ψαλμ. ΡΙΗ, 137)
Πηγη Θεοδρομια
Πηγη Θεοδρομια



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου