Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2021

Ὁ δίκαιος ἔχει τὸν Θεό μὲ τὸ μέρος του.
Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δὲν χωρᾶνε σ' αὐτόν τὸν κόσμο σήμερα. Ἄν κάποιος θέλη νὰ ζήση τίμια καὶ πνευματικά, δὲν χωράει μέσα στὸν κόσμο.–Γέροντα, γιατί δὲν χωράει;–Ὅταν εἶναι κανεὶς εὐαίσθητος καὶ βρεθῆ σὲ ἕνα σκληρό περιβάλλον καὶ τοῦ κάνουν τὴν ζωή μαύρη, πῶς νὰ ἀντέξη; ἤ πρέπει νὰ βρίζη κ.λπ. ἤ νὰ φύγη. Ἀλλά καὶ νὰ φύγη δὲν μπορεῖ, γιατί χρειάζεται νὰ ζήση. Τοῦ λέει τὸ ἀφεντικό: «Σοῦ ἔχω ἐμπιστοσύνη, γιατί δὲν κλέβεις, πρέπει ὅμως νὰ βάζης καὶ σάπια ἀνάμεσα στὰ καλά. Μέσα στὶς καλές μπάλες τριφύλλι πρέπει νὰ βάλης καὶ λίγες χωνεμένες»! Τὸν βάζει καὶ διευθυντή, γιὰ νὰτὸν κρατήση, πρέπει ὅμως νὰ κάνη καὶ ἔτσι, γιατί ἀλλιῶς θὰ τὸν πετάξη ἀπὸ τὴν δουλειά. Μετά ὁ καημένος δὲν κοιμᾶται, ἀρχίζει τὰ χάπια. Ξέρετε τί τραβᾶνε οἱ καημένοι οἱ ἄνθρωποι; Τί δυσκολίες, τί ἐκβιασμούς συναντοῦν πολλοί στὶς δουλειές του ἀπὸ τούς προϊσταμένους; Τούς κάνουν τὴν ζωή μαύρη. Νὰ παρατήσουν τὴν δουλειά; Ἔχουν οἰκογένεια. Νὰ καθήσουν; Βάσανα. Μπρός βαθύ καὶ πίσω ρέμα, καὶ τὰ δυὸ στενά. Πάει νὰ σκάση κανείς. Κάνει ὑπομονή, παλεύει.Σὲ ἄλλον τοῦ ἀφήνουν ὅλη τὴν δουλειά καὶ πάει ὁ συνάδελφος μόνογιὰ νὰ πληρωθῆ. Γνωρίζω ἕναν ποὺ ἦταν κάπου διευθυντής. Ὅταν ἄλλαξαν τὰ πράγματα, τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ διευθυντή καὶ ἔβαλαν ἄλλον τοῦ κόμματος, ποὺ οὔτε τὸ Λύκειο δὲν εἶχε τελειώσει. Τὸν ἔκαναν διευθυντή, ἀλλὰ δὲν ἤξερε τὴν δουλειά, καὶ ἔτσι δὲν μποροῦσαν νὰ πᾶνε σὲ ἄλλη θέση τὸν προηγούμενο. Λοιπόν, τί κάνουν; Βάζουν στὸν ἴδιο χῶρο καὶ δεύτερο γραφεῖο! Τὴν δουλειά τὴν ἔκανε ὁ παλιός διευθυντής καὶ ὁ νέος καθόταν, τσιγάρο, καφέ, κουβέντα... Τελείως ἀναιδής! Δὲν τοῦ ἔκοβε κιόλας, ἔλεγε ὅ,τι τοῦ ἐρχόταν, καὶ ἔπεφτε ἡ εὐθύνη μετά στὸν παλιό. Μέχρι ποὺ ἀναγκάσθηκε νὰ φύγη ὁ καημένος. «Μήπως πρέπει νὰ πάω κάπου ἀλλοῦ; Ὁ χῶρος εἶναι μικρός, δὲν χωρᾶνε δυὸ γραφεῖα. Καλύτερα, κάθησε ἐσύ ἐδώ», τοῦ εἶπε καὶ σηκώθηκε καὶ ἔφυγε, γιατί τοῦ ἔκανε καὶ τὴν ζωή μαύρη. Καὶ δὲν εἶναι μία μέρα, δυὸ. Κάθε μέρα νὰ ἔχης ἕναν τέτοιον στὸ κεφάλι σου, εἶναι βάσανο!Τὸν δίκαιο ἄνθρωπο συνήθως οἱ ἄλλοι τὸν σπρώχνουν στὴν τελευταία θέση ἤ ἀκόμη τοῦ παίρνουν καὶ τὴν θέση. Τὸν ἀδικοῦν, τὸν πατοῦν –»πατοῦν ἐπί πτωμάτων», ἔτσι δὲν λέγεται; Ἀλλά,ὅσο οἱ ἄνθρωποι τὸν σπρώχνουν πρὸς τὰ κάτω, τόσο ὁ Θεὸς τὸν ἀνεβάζει πρὸς τὰ ἄνω σάν τὸν φελλό. Θέλει ὅμως πάρα πολλή ὑπομονή. Ἡ ὑπομονή ξεκαθαρίζει πολλά πράγματα. Αὐτός ποὺ θέλει νὰ ζήση μὲ ἀρετή καὶ νὰ εἶναι τίμιος στὴν δουλειά του, εἴτε ἐργάτης εἶναι εἴτε ἔμπορος εἴτε ὁτιδήποτε εἶναι, πρέπει νὰ τὸ πάρη ἀπόφαση ὅτι, ὅταν ἀρχίση τὴν δουλειά του, θὰ φθάση σὲ σημεῖο νὰ μήν ἔχη νὰ πληρώση λ.χ. οὔτε τὰ ἐνοίκια, ἄν ἔχη μαγαζί, γιὰ νὰ τοῦ ἔρθη ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ὄχι ὅμως νὰ πηγαίνη μὲ τὸν σκοπό: «Ἄν φθάσω μέχρις ἐκεῖ, μετά θὰ ἔχω πελατεία»! Νὰ μήν πάη μὲ τέτοιο σκοπό, γιατί τότε ὁ Θεὸς δὲν θὰ τοῦ δώση. Ἀλλά ὅταν πῆ: «Θὰ ζήσω κατὰ Θεόν, δὲν θὰ κάνω ἀδικίες, θὰ πῶ ὅτι αὐτὸ ἀξίζει πενήντα δραχμές καὶ ἐκεῖνο διακόσιες δραχμές», ὁ Θεὸς δὲν θὰ τὸν ἀφήση. Κάποιος ἄλλος ἐν τῷ μεταξύ ἐκεῖνο ποὺ θὰ τὸ δίνη αὐτός πενήντα δραχμές, θὰ τὸ δίνη πεντακόσιες δραχμές καὶ θὰ πλουτίση. Τελικά ὅμως ὁ ἀπατεώνας αὐτός θὰ φθάση σὲ σημεῖο νὰ μήν ἔχη νὰ πληρώση οὔτε τὰ ἐνοίκια καὶ θὰ τὸ κλείση τὸ μαγαζί του, γιατί ὁ κόσμος πληροφορεῖται, ἐνῶ σιγά-σιγὰ ὁ τίμιος δὲν θὰ μπορῆ νὰ τὰ βγάλη πέρα ἀπὸ τὴν πελατεία ποὺ θὰ ἔχη, θὰ παίρνη συνέχεια ὑπαλλήλους! Ἀλλά στὴν ἀρχή θὰ δοκιμασθῆ. Ὁ καλός δοκιμάζεται στὰ χέρια τῶν κακῶν, περνάει ἀπὸ τὰ λανάρια43.Ὅταν πάη κανεὶς μὲ τὸν διάβολο, μὲ πονηριές, δὲν εὐλογεῖ ὁ Θεὸς τὰ ἔργα του. ὅ,τι κάνουν οἱ ἄνθρωποι μὲ πονηριά, δὲν εὐδοκιμεῖ. Μπορεῖ νὰ φαίνεται ὅτι προχωράει, ἀλλὰ τελικά θὰ σωριάση. Τὸ κυριώτερο εἶναι νὰ ξεκινᾶ κανεὶς ἀπὸ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ γιὰ ὅ,τι κάνει! Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν εἶναι δίκαιος, ἔχει τὸν Θεό μὲ τὸ μέρος του. καὶ ὅταν ἔχη καὶ λίγη παρρησία στὸν Θεό, τότε θαύματα γίνονται. Ὅταν κανεὶς βαδίζη μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, δικαιοῦται τὴν θεία βοήθεια. Βαδίζει μὲ τὸν Χριστό. Πῶς νὰ τὸ κάνουμε; τὴν δικαιοῦται. Ὅλη ἡ βάση ἐκεῖ εἶναι. Ἀπὸ 'κει καὶ πέρα νὰ μή φοβᾶται τίποτε. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι νὰ ἀναπαύεται ὁ Χριστός, ἡ Παναγία καὶ οἱ Ἅγιοι στὴν κάθε ἐνέργειά μας, καὶ τότε θὰ ἔχουμε τὴν εὐλογία τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν Ἁγίων μας, καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ ἐπαναπαύεται σ' ἐμᾶς.
Ἡ τιμιότης τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τὸ ἀνώτερο Τιμιόξυλο. Ἄν ἕνας δὲν εἶναι τίμιος καὶ ἔχη Τιμιό ξυλο, εἶναι σάν νὰ μήν ἔχη τίποτε. Ἕνας καὶ Τιμιόξυλο νὰ μήν ἔχη, ἄν εἶναι τίμιος, δέχεται τὴν θεία βοήθεια. Καὶ ἄν ἔχη καὶ Τιμιόξυλο, τότε!..
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Α’ «ΜὲΠόνο καὶἈγάπη»-51-




Πῶς ψεύτισε ὁ κόσμος
Ἡ κακία τῶν ἀνθρώπων ἔχει ξεπεράσει τὰ ὅρια.
Κοιτάζουν πῶς νὰ ξεγελάση ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Καὶ τὸ θεωροῦν κατόρθωμα ποὺ τὸν ξεγελοῦν. Ἀλήθεια, πῶς ψεύτισε ὁ κόσμος! Ὅλα ψεύτικα τὰ φτιάχνουν. Χρήματα ἐν τῷ μεταξύ παίρνουν περισσότερα ἀπ' ὅσα ἔπαιρναν οἱ παλιοί, οἱ καημένοι. Γενικά ὅλα τὰ ψεύτισαν. Μία μέρα μου ἔφερε κάποιος ντοματιές. Κάθε φυτό ἦταν σὲ ἕνα σακκουλάκι μικρούτσικο μὲ χῶμα χοντρό, μέλαγγα, ἀμμούδα χοντρή, γιὰ νὰ κρατάη τὴν ὑγρασία. Βαριοῦνται νὰ ρίξουν λίγο νερό! Οὔτε καν νὰ βάλουν κοπριά, μόνον ἐπάνω-ἐπάνω εἶχε λίγη σάν τὸ μαυροπίπερο! Ὅποτε, ὅταν τὶς ἔβγαλα ἀπὸ τὸ σακκουλάκι, ὅλη ἡ ρίζα ἦταν σάπια. Ἔρριξα ἕνα στρῶμα χῶμα ἀπὸ πάνω, γιὰ νὰ βγάλουν νέες ρίζες.Καὶ πῶς ξεγελοῦν τὸν κόσμο! Νὰ δῆτε, μοῦ εἶχαν φέρει ἕνα κουτί μεγάλο μὲ γλυκά. «Θα τὸ ἀνοίξω, εἶπα, ὅταν θὰ 'ρθῆ καμμιά παρέα μεγάλη. Ἄς μήν τὸ ἀνοίξω τώρα καὶ πᾶνε μυρμήγκια».
Μία μέρα μαζεύτηκαν κάμποσοι, ὑπολόγισα ὅτι θὰ φθάσουν καὶ θὰ περισσέψουν κιόλας. Μόλις τὸ ἀνοίγω, βλέπω μέσα φελιζόλ ἀπὸ 'δω, φελιζόλ ἀπὸ 'κει... Καὶ ἦταν τόοοσο μικρό αὐτὸ ποὺ εἶχε τὰ γλυκά. Ὅλο τὸ ἄλλο ἦταν ἄδειο! Μία ἄλλη φορὰ μου ἔφεραν ἕνα ἐπίσημο κουτί γλυκά δεμένο μὲ κορδέλλες. «Θα τὸ φυλάξω, εἶπα, γιὰ τὰ παιδιά τῆς Ἀθωνιάδος». Καὶ τελικά ἦταν κάτι λουκούμια σκληρά, παλιά λουκούμια! Ἐγώ τέτοια λουκούμια δὲν τὰ δίνω. Δίνω στὸν κόσμο κανένα μαλακό λουκούμι.–Γέροντα, δὲν καταλαβαίνουν ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀδικία;
–Τὸ θεωροῦν κατόρθωμα.
Γιατί ἡ ἁμαρτία ἔχει γίνει μόδα τώρα καὶ ἡ ἀδικία θεωρεῖται ἐξυπνάδα. Τὸ κοσμικό πνεῦμα δυστυχῶς τροχάει τὸ μυαλό στὴν πονηριά, καὶ τὸ θεωρεῖ κατόρθωμα ἐκεῖνος ποὺ ἀδικεῖ τὸν συνάνθρωπό του. Παίρνει μάλιστα καὶ τὸν τίτλο: «Αὐτός εἶναι διάβολος, τὰ καταφέρνει», ἐνῶ ἐσωτερικά ὑποφέρει ἀπὸ τὸν ἔλεγχο τῆς συνειδήσεως, τὴν μικρή κόλαση.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Α’ «Μὲ Πόνο καὶ Ἀγάπη»-50-
Γέροντα, μερικοί από φιλότιμο δεν πάνε να εξομολογηθούν. «Αφού μπορεί να ξανακάνω το ίδιο σφάλμα, λένε, για ποιο λόγο να πάω να το εξομολογηθώ; για να κοροϊδεύω τον παπά;».
- Αυτό δεν είναι σωστό! Είναι σαν να λέει ένας στρατιώτης, όταν τραυματίζεται: «Αφού ο πόλεμος δεν τέλειωσε και μπορεί πάλι να τραυματισθώ, γιατί να δέσω το τραύμα μου;». Αλλά, αν δεν το δέσει, θα πάθει αιμορραγία και θα πεθάνει. Μπορεί από φιλότιμο να μην πηγαίνουν να εξομολογηθούν, τελικά όμως αχρηστεύονται. Ο διάβολος, βλέπεις, εκμεταλλεύεται και τα χαρίσματα (π.χ. το φιλότιμο).
Αν δεν καθαρίζουμε με την εξομολόγηση την ψυχή μας, όταν πέφτουμε και λερωνόμαστε, σκεπτόμενοι ότι πάλι θα πέσουμε και θα λερωθούμε, προσθέτουμε λάσπες πάνω στις παλιές λάσπες και είναι δύσκολο μετά να καθαρίσουν.
Γέροντος Παΐσιου Αγιορείτου.
 
 
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου