Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

 Η κατάκριση είναι γεμάτη από αδικία

– Γέροντα, εύκολα κρίνω και κατακρίνω. – Η κρίση που έχεις, είναι, φυσικά, χάρισμα που σου έδωσε ο Θεός, αλλά την εκμεταλλεύεται το ταγκαλάκι και σε κάνει να κατακρίνης και να αμαρτάνης.
Γι’ αυτό, μέχρι να εξαγνισθή η κρίση σου και να έρθη ο θείος φωτισμός , να μην την εμπιστεύεσαι. Όταν κανείς ασχολήται με άλλους και τους κρίνη, ενώ ακόμη δεν έχει εξαγνισθή η κρίση του, πέφτει συνέχεια στην κατάκριση. – Και πώς, Γέροντα, θα εξαγνισθή η κρίση μου; – Πρέπει να την λαμπικάρης. Μπορεί να έχης καλή διάθεση και μια δύναμη μέσα σου, αλλά πιστεύεις ότι κρίνεις πάντοτε σωστά. Η κρίση σου όμως είναι ανθρώπινη, κοσμική. Προσπάθησε να απαλλαγής από το ανθρώπινο στοιχείο, να αποκτήσης ανιδιοτέλεια, για να έρθη ο θείος φωτισμός και να γίνη η κρίση σου πνευματική, θεϊκή.

Τότε κρίση σου θα είναι σύμφωνη με την δικαιοσύνη του Θεού και όχι με την ανθρώπινη δικαιοσύνη με την αγάπη και την ευσπλαχνία του Θεού και όχι με την λογική την ανθρώπινη.

Μόνον ο Θεός κρίνει δίκαια, γιατί μόνον Αυτός γνωρίζει τις καρδιές των ανθρώπων. Εμείς, επειδή δεν ξέρουμε την δίκαιη κρίση του θεού, κρίνουμε «κατ’ όψιν», εξωτερικά, και γι’ αυτό πέφτουμε έξω και αδικούμε τον άλλον.

Η ανθρώπινη κρίση μας δηλαδή είναι μια μεγάλη αδικία. Είδες τι είπε ο Χριστός: «Μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε». Θέλει πολλή προσοχή ποτέ δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πώς ακριβώς έχουν τα πράγματα.

Πριν από χρόνια σε ένα μοναστήρι στο Άγιον Όρος ήταν ένας πολύ ευλαβής διάκος. Κάποτε όμως φόρεσε ρούχα κοσμικά και γύρισε στην πατρίδα του. Τότε πολλοί Πατέρες είπαν διάφορα εναντίον του. Αλλά τι είχε γίνει;

Κάποιος του είχε γράψει ότι οι αδελφές του ήταν ακόμα ατακτοποίητες και, επειδή φοβήθηκε μήπως παραστρατήσουν, πήγε να τις βοηθήση. Έπιασε δουλειά σε ένα εργοστάσιο και ζούσε πιο καλογερικά από ό,τι προηγουμένως.

Μόλις ταχτοποίησε τις αδελφές του, άφησε την δουλειά του και πήγε πάλι σε μοναστήρι, για να μείνη.

Ο ηγούμενος , όταν είδε ότι τα ήξερε όλα, τυπικό, διακονήματα κ.λπ., τον ρώτησε πού τα έμαθε και εκείνος άνοιξε την καρδιά του και του τα είπε όλα. Τότε ο ηγούμενος ενημέρωσε τον επίσκοπο, και εκείνος τον χειροτόνησε αμέσως ιερέα.

Μετά πήγε σε ένα απομακρυσμένο μοναστήρι και εκεί ζούσε πολύ πνευματική ζωή, με πολλή άσκηση. Έφθασε σε αγία κατάσταση και βοήθησε πνευματικά πολλούς ανθρώπους. Μερικοί που δεν ξέρουν τι απέγινε μπορεί ακόμη να τον κατακρίνουν. Πόσο πρέπει να προσέχουμε την κατάκριση!

Πόσο αδικούμε τον πλησίον μας, όταν τον κατακρίνουμε! Αν και στην πραγματικότητα με την κατάκριση αδικούμε τον εαυτό μας και όχι τους άλλους, διότι μας αποστρέφεται ο Θεός. Τίποτε άλλο δεν αποστρέφεται τόσο πολύ ο Θεός όσο την κατάκριση, γιατί ο Θεός είναι δίκαιος και η κατάκριση είναι γεμάτη από αδικία.

Πηγή: Από το βιβλίο: «Πάθη και Αρετές» Γέροντος Παΐσιου Αγιορείτου Λόγοι Ε’ 
 
 
 
 
 

Γέρων Παΐσιος: Θέλει παλληκαριά, για να κοπή η κατάκριση.


 Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου

-Γέροντα, τι θα με βοηθήση να μην κατακρίνω;
- Όλα είναι πάντοτε έτσι όπως τα σκέφτεσαι εσύ;
- Όχι, Γέροντα.
- Ε, τότε να λες: «Δεν σκέφτομαι πάντοτε σωστά πολλές φορές κάνω λάθος. Να, στην τάδε περίπτωση σκέφθηκα έτσι και βγήκε ότι είχα άδικο. Στην τάδε περίπτωση έκρινα και έπεσα έξω, οπότε τον αδίκησα τον άλλον. Επομένως δεν πρέπει να ακούω τον λογισμό μου». Ο καθένας μας λίγο- πολύ έχει περιπτώσεις που έπεσε έξω στην κρίση του.

Αν φέρη στον νου του τις περιπτώσεις που έκρινε και έπεσε έξω, τότε θα αποφεύγη την κατάκριση. Αλλά και μια φορά να μην έπεσε έξω και να είχε δίκαιο, πού ξέρει τα ελατήρια του άλλου; Ξέρει πώς έγινε κάτι; Να μη βγάζουμε εύκολα συμπεράσματα.

Κι εγώ, όταν ήμουν νέος, είχα την κατάκριση ψωμοτύρι. Επειδή ζούσα λίγο προσεκτικά και είχα μια ψευτοευλάβεια, ό,τι μου φαινόταν στραβό, το έκρινα. Γιατί, όταν στον κόσμο ζη κανείς λίγο πνευματικά, μπορεί να βλέπη πολλά κουσούρια στους άλλους και να μη βλέπη αρετές. Εκείνους που καλλιεργούν την αρετή μπορεί να μη τους βλέπει, γιατί ζουν στην αφάνεια, αλλά να βλέπη τους άλλους που κάνουν αταξίες και να τους κατακρίνη. «Αυτός, λέει, κάνει έτσι, εκείνος περπατεί έτσι, ο άλλος κοιτάζει έτσι …;». Ξέρετε τι είχα πάθει μια φορά; Είχαμε πάει με ένα γνωστό μου να λειτουργηθούμε σε ένα μοναστήρι στο Μονοδένδρι, εννιά ώρες περίπου μακριά από την Κόνιτσα. Όταν μπήκαμε στον ναό, ο γνωστός μου στάθηκε στο αναλόγιο, για να ψάλη, και εγώ πήγα στο στασίδι πίσω από τον ψάλτη παρακολουθούσα κι έψελνα σιγανά. Κάποια στιγμή ήρθε μια γυναίκα με μαύρα, σχετικά νέα, στάθηκε δίπλα μου και συνέχεια με κοιτούσε.

Με κοιτούσε, έκανε τον σταυρό της με κοιτούσε, έκανε τον σταυρό της …; Είχα αγανακτήσει. Βρέ, παιδάκι μου, έλεγα μέσα μου, τι σόι άνθρωπος είναι αυτή; Μέσα στον κόσμο, μέσα στην εκκλησία, τί με κοιτάζει έτσι;». Εγώ τις αδελφές μου, όταν περνούσαν στον δρόμο δίπλα μου, δεν τις έβλεπα. Πήγαιναν μετά και έκαναν παράπονα στην μάνα μας: «Με είδε ο Αρσένιος, έλεγαν, και δε μου μίλησε!» . «Καλά, μου έλεγε μετά η μητέρα μου, βλέπεις τις αδελφές σου στον δρόμο και δεν τις μιλάς;». «Εγώ θα κοιτάζω αν αυτή που περνάει δίπλα μου είναι η αδελφή μου; της έλεγα.

Ένα σωρό σόι έχουμε. Αυτό θα κάνω;». Θέλω να πω, είχα κάτι τέτοιες ακρότητες. Να περνά τώρα δίπλα σου η ίδια σου η αδελφή και να μην της μιλάς! Τέλος πάντων …! Μόλις λοιπόν τελείωσε η Θεία λειτουργία, πήγε αυτή η μαυροφόρα και παρακάλεσε τον ιερέα να μου πη να πάω στο σπίτι της, γιατί έμοιαζα πολύ με το παιδί της που είχε σκοτωθή στον πόλεμο!

Όταν πήγα στο σπίτι της, είδα την φωτογραφία του παιδιού της πραγματικά, μοιάζαμε σαν αδέλφια! Αυτή η καημένη με κοιτούσε μέσα στην εκκλησία και έκανε τον σταυρό της σαν να έβλεπε το παιδί της. Κι εγώ έλεγα: «Την αθεόφοβη, μέσα στην εκκλησία πώς κοιτάζει!». Ω, μετά ξέρετε πώς με είχε λειώσει αυτό το περιστατικό; «Για δες, είπα, εσύ να κάνης τέτοιους λογισμούς, ότι ποιος ξέρει τι γυναίκα είναι και μεσ’ στην εκκλησία να μην ντρέπεται καθόλου …; και αυτή η φουκαριάρα να έχη χάσει το παιδί της και να έχη τον καημό της!».

Μια άλλη φορά κατέκρινα τον αδελφό μου που ήταν φαντάρος. Μου έστειλε μήνυμα ο σιτιστής: «Έδωσα στον αδελφό σου δύο μπετόνια με λάδι τι έγιναν τα μπετόνια;». «Μα, αυτός εκεί πέρα, είπα, έφερνε στο σπίτι τους στρατιώτες και τους φιλοξενούσαμε, τώρα πώς τόκανε αυτό, να πάρη λάδι από τον στρατό;». Οπότε πιάνω και γράφω στον αδελφό μου αγανακτισμένος ένα γράμμα …; Κι εκείνος μου απαντάει: «Τα μπετόνια να τα ζητήσης από την νεωκόρο της κάτω εκκλησίας»!

Αυτός το λάδι το είχε στείλει στην εκκλησία της κάτω Κόνιτσας, γιατί ήταν φτωχή. «Χρόνια πολλά, είπα τότε στον εαυτό μου. Την άλλη φορά κατέκρινες εκείνη την φουκαριάρα τώρα τον αδελφό σου. Άλλη φορά τίποτε-τίποτε!». Θέλω να πω, όταν είδα ότι έπεφτα έξω στις κρίσεις μου, εξέταζα τον εαυτό μου: «Στην τάδε περίπτωση είχα πει για τον άλλον ότι ενήργησε έτσι, αλλά τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Άλλη φορά άλλο συμπέρασμα είχα βγάλει κι αλλιώς ήταν».

Έτσι έβαλα τον εαυτό μου στη θέση του. «Άλλη φορά, είπα, δεν θα κρίνης καθόλου. Τελεία- παύλα! Είσαι στραβός και όλα στραβά και ανάποδα τα βλέπεις. Κοίταξε να γίνης σωστός άνθρωπος». Και μετά, όταν μου φαινόταν κάτι στραβό, έλεγα: «Κάτι καλό θα είναι, αλλά εγώ δεν το καταλαβαίνω όσες φορές έβαλα αριστερό λογισμό, έπεσα έξω». Όταν πλέον σιχάθηκα τον εαυτό μου, με την καλή έννοια, όλους τους δικαιολογούσα για τους άλλους έβρισκα πάντα ελαφρυντικά και μόνον τον εαυτό μου κατέκρινα. Αλλά, εάν ο άνθρωπος δεν παρακολουθή τον εαυτό του, όλα τα περνάει απαρατήρητα και μετά στην Κρίση θα είναι αναπολόγητος.
Θέλει παλληκαριά, για να κοπή η κατάκριση.

Από το βιβλίο: «ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ» ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Ε΄

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου