Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

 

 


Ἡ λύπη ἐξαντλεῖ τὶς ψυχικὲς καὶ σωματικές μας δυνάμεις
– Γέροντα, συχνὰ μοῦ πονάει τὸ στομάχι καὶ δυσκολεύομαι νὰ ἀνταποκριθῶ στὰ πνευματικά μου καθήκοντα.
– Ἐσὺ κάθεσαι καὶ συζητᾶς μὲ τοὺς λογισμούς σου, τὰ βλέπεις ὅλα μαῦρα καὶ
βασανίζεσαι χωρὶς λόγο· ἔτσι τσακίζεσαι ψυχικὰ καὶ σωματικά. Ἔπειτα ἀπὸ ἕνα
τέτοιο τσάκισμα πονάει καὶ τὸ στομάχι, καὶ ποῦ νὰ βρεθῆ μετὰ κουράγιο γιὰ
πνευματικά; Μπορεῖ νὰ πάρης κάτι καὶ νὰ σοῦ περάση τὸ στομάχι, ἀλλά, ἂν δὲν λείψη
ἡ στενοχώρια, πάλι θὰ πονέση. Μὴ δέχεσαι τοὺς λογισμοὺς ποὺ σὲ ἀπογοητεύουν, γιὰ
νὰ μὴν ἀχρηστέψης τὰ δῶρα ποὺ σοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός. Ὅσο θὰ τοποθετῆσαι σωστά,
τόσο θὰ γαληνεύης καὶ θὰ ἠρεμῆς, καὶ τόσο ἡ ὑγεία σου θὰ καλυτερεύη καὶ δὲν θὰ
ἔχης ἀνάγκη ἀπὸ φάρμακα.
Ἡ στενοχώρια ἀφοπλίζει τὸν ἄνθρωπο. Τοῦ ρουφάει ὅλο τὸ μεδούλι τῶν
ψυχικῶν καὶ σωματικῶν του δυνάμεων καὶ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ κάνη τίποτε.
Δηλητηριάζει τὴν ψυχὴ καὶ φέρνει ἀνωμαλίες καὶ στὸ σῶμα. Χτυπάει στὰ πιὸ
εὐαίσθητα μέρη τοῦ σώματος καὶ ἐξασθενεῖ τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ ἄγχος ποὺ
δημιουργεῖ. Τὸ δηλητηρίασμα ἀπὸ τὴν πίκρα μπορεῖ νὰ καταβάλη τελείως ὄχι μόνον
ἕναν εὐαίσθητο ὀργανισμὸ ἀλλὰ καὶ γεροὺς ὀργανισμούς. Μιὰ ἀδελφὴ ἐδῶ ξέρετε τί
δυνατότητες ἔχει; Μπορεῖ νὰ κάνη πολὺ καλὴ πνευματικὴ ἐργασία, καὶ στὶς δουλειὲς
εἶναι σπίρτο! Ὅλο τὸ μοναστήρι μπορεῖ νὰ τὸ φέρη βόλτα, ἀλλά, ἐπειδὴ τὴν πιάνει
αὐτὸ τὸ τσάκισμα ἀπὸ τὴν στενοχώρια, δὲν μπορεῖ νὰ κάνη τίποτε· χαραμίζεται. Κι
ἔτσι ἀχρηστεύεται μιὰ γερὴ μηχανή.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Ε’ «Πάθη καὶ Ἀρετὲς» ‐ 76 ‐
 
 

Τὸ ταγκαλάκι θέλει νὰ μᾶς βλέπη λυπημένους
– Γέροντα, γιατί πέφτω ἀπότομα ἀπὸ τὴν χαρὰ στὴν λύπη;– Τὸ ἀπότομο πέρασμα ἀπὸ τὴν χαρὰ στὴν λύπη τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς εἶναι
τοῦ πειρασμοῦ. Τὸ ταγκαλάκι μὲ τὴν κακία του πολεμάει πολὺ τὸν ἄνθρωπο, ἰδίως
τὸν εὐαίσθητο καὶ χαρούμενο στὴν φύση του, ποὺ θέλει νὰ ζήση πνευματικὴ ζωή.
Αὐτὴ εἶναι ἡ δουλειά του: θέλει νὰ μᾶς βλέπη λυπημένους καὶ νὰ χαίρεται. Γιατί ὅμως
νὰ ἀφήνουμε τὸ ταγκαλάκι νὰ κάνη τὴν δουλειά του; Ἡ χαρὰ δὲν εἶναι καλύτερη ἀπὸ
τὴν λύπη; Ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι καλύτερη ἀπὸ τὴν κακία;
– Γέροντα, ὁρισμένες φορὲς πέφτω σὲ λύπη, χωρὶς νὰ ξέρω τὴν αἰτία.
– Τὸ ταγκαλάκι δὲν θέλει κανένας νὰ χαίρεται. Καὶ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν λόγο νὰ
στενοχωρηθοῦν καὶ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν, βρίσκει τρόπους νὰ τοὺς στενοχωρῆ.
Ἐκεῖνο ποὺ βλέπω σ ̓ ἐσένα εἶναι ὅτι ἀφορμὴ ζητάει νὰ σὲ ἀπογοητεύη. Σὲ μπερδεύει
ὅλο καὶ περισσότερο μὲ λεπτὲς κλωστές. Ἐὰν σὲ μπέρδευε μὲ σπάγκο, τέλος πάντων,
θὰ ἔλεγα ὅτι ἔχεις λίγο δίκαιο, ἀλλὰ ἐσὺ τὶς λεπτὲς κλωστὲς τὶς βλέπεις γιὰ χοντρὰ
σχοινιὰ καὶ στενοχωριέσαι. Μὴ βασανίζεσαι χωρὶς νὰ ὑπάρχη λόγος, γιατὶ δίνεις χαρὰ
στὸ ταγκαλάκι καὶ στενοχωρεῖς τὸν Χριστό. Θέλεις νὰ στενοχωριέται ὁ Χριστός;
– Ὄχι, Γέροντα, ἀλλά...
– Τίποτε! «Ὁ ᾍδης ἐπικράνθη!»5. Πές: «Ἐπικράνθη!».
– «Ἐπικράνθη!».
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Ε’ «Πάθη καὶ Ἀρετὲς» ‐ 76  
 
 
 
 
Ὁ ἀχάριστος εἶναι πάντα λυπημένος
– Γέροντα, γιατί πολλοὶ ἄνθρωποι, ἐνῶ τὰ ἔχουν ὅλα, νιώθουν ἄγχος καὶ
στενοχώρια;
– Ὅταν βλέπετε ἕναν ἄνθρωπο νὰ ἔχη μεγάλο ἄγχος, στενοχώρια καὶ λύπη,
ἐνῶ τίποτε δὲν τοῦ λείπει, νὰ ξέρετε ὅτι τοῦ λείπει ὁ Θεός.
Ὅποιος τὰ ἔχει ὅλα, καὶ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ὑγεία, καί, ἀντὶ νὰ εὐγνωμονῆ τὸν
Θεό, ἔχει παράλογες ἀπαιτήσεις καὶ γκρινιάζει, εἶναι γιὰ τὴν κόλαση μὲ τὰ
παπούτσια. Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχη εὐγνωμοσύνη, μὲ ὅλα εἶναι εὐχαριστημένος.
Σκέφτεται τί τοῦ δίνει ὁ Θεὸς κάθε μέρα καὶ χαίρεται τὰ πάντα. Ὅταν ὅμως εἶναι
ἀχάριστος, μὲ τίποτε δὲν εἶναι εὐχαριστημένος· γκρινιάζει καὶ βασανίζεται μὲ ὅλα.
Ἄν, ἂς ποῦμε, δὲν ἐκτιμάη τὴν λιακάδα καὶ γκρινιάζη, ἔρχεται ὁ Βαρδάρης3 καὶ τὸν
παγώνει... Δὲν θέλει τὴν λιακάδα· θέλει τὸ τουρτούρισμα ποὺ προκαλεῖ ὁ Βαρδάρης.
– Γέροντα, τί θέλετε νὰ πῆτε μ ̓ αὐτό;
– Θέλω νὰ πῶ ὅτι, ἂν δὲν ἀναγνωρίζουμε τὶς εὐλογίες ποὺ μᾶς δίνει ὁ Θεὸς
καὶ γκρινιάζουμε, ἔρχονται οἱ δοκιμασίες καὶ μαζευόμαστε κουβάρι. Ὄχι, ἀλήθεια σᾶς
λέω, ὅποιος ἔχει αὐτὸ τὸ τυπικό, τὴν συνήθεια τῆς γκρίνιας, νὰ ξέρη ὅτι θὰ τοῦ ἔρθη
σκαμπιλάκι ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ξοφλήση τοὐλάχιστον λίγο σ ̓ αὐτὴν τὴν ζωή. Καὶ ἂν
δὲν τοῦ ἔρθη σκαμπιλάκι, αὐτὸ θὰ εἶναι χειρότερο, γιατὶ τότε θὰ τὰ πληρώση ὅλα μιὰ
καὶ καλὴ στὴν ἄλλη ζωή.
– Δηλαδή, Γέροντα, ἡ γκρίνια μπορεῖ νὰ εἶναι συνήθεια;
– Γίνεται συνήθεια, γιατὶ ἡ γκρίνια φέρνει γκρίνια καὶ ἡ κακομοιριὰ φέρνει
κακομοιριά. Ὅποιος σπέρνει κακομοιριά, θερίζει κακομοιριὰ καὶ ἀποθηκεύει ἄγχος.
Ἐνῶ, ὅποιος σπέρνει δοξολογία, δέχεται τὴν θεϊκὴ χαρὰ καὶ τὴν αἰώνια εὐλογία. Ὁ
γκρινιάρης, ὅσες εὐλογίες κι ἂν τοῦ δώση ὁ Θεός, δὲν τὶς ἀναγνωρίζει. Γι ̓ αὐτὸ
ἀπομακρύνεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν πλησιάζει ὁ πειρασμός· τὸν κυνηγάει
συνέχεια ὁ πειρασμὸς καὶ τοῦ φέρνει ὅλο ἀναποδιές, ἐνῶ τὸν εὐγνώμονα τὸν
κυνηγάει ὁ Θεὸς μὲ τὶς εὐλογίες Του.
Ἡ ἀχαριστία εἶναι μεγάλη ἁμαρτία, τὴν ὁποία ἤλεγξε ὁ Χριστός. «Οὐχὶ οἱ δέκα
ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;»4, εἶπε στὸν λεπρὸ ποὺ ἐπέστρεψε νὰ Τὸν
εὐχαριστήση. Ὁ Χριστὸς ζήτησε τὴν εὐγνωμοσύνη ἀπὸ τοὺς δέκα λεπροὺς ὄχι γιὰ τὸν
ἑαυτό Του ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἴδιους, γιατὶ ἡ εὐγνωμοσύνη ἐκείνους θὰ ὠφελοῦσε.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Ε’ «Πάθη καὶ Ἀρετὲς» ‐ 75 ‐ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου