Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Γέροντας Παΐσιος: Τον Θεό Τον βάζουν σήμερα στην άκρη.

Ο Καλός Θεός μας δίνει πλούσιες τις ευλογίες Του. Να μη δείχνουμε αχαριστία και Τον παροργίζουμε, γιατί έρχεται “η οργή του Θεού επί τους υιούς της απειθείας” -μη γένοιτο.
Στην εποχή μας δεν πέρασαν οι άνθρωποι ούτε πολέμους ούτε πείνα και λένε ότι δεν έχουν ανάγκη και από τον Θεό. Τα έχουν όλα και γι' αυτό δεν εκτιμούν τίποτε. Αν όμως έρθη δύσκολος καιρός, πείνα κ.λπ., και δεν έχουν τι να φάνε, τότε θα εκτιμήσουν και το ψωμί και την μαρμελάδα και όσα θα στερηθούν. Άμα δεν δοξάζουμε τον Θεό, επιτρέπει ο Θεός να έρθη μια δοκιμασία, για να εκτιμήσουμε τα πράγματα. Ενώ, όταν τα εκτιμούμε, δεν επιτρέπει ο Θεός να συμβή τίποτε το κακό.

Παλιότερα που δεν υπήρχαν αυτές οι μεγάλες ευκολίες, και η επιστήμη δεν είχε προχωρήσει τόσο, αναγκάζονταν οι άνθρωποι σε όλες τις δυσκολίες να καταφεύγουν στον Θεό, και ο Θεός βοηθούσε. Τώρα, επειδή η επιστήμη προχώρησε, τον Θεό Τον βάζουν στην άκρη.

Πάνε χωρίς Θεό σήμερα. Υπολογίζουν: “Θα κάνουμε τούτο, θα κάνουμε εκείνο”. Σκέφτονται την πυροσβεστική, σκέφτονται τις γεωτρήσεις, το ένα, το άλλο... Αλλά χωρίς Θεό τι θα κάνουν οι άνθρωποι; Οργή Θεού θα φέρουν. Βλέπεις, όταν δεν βρέχη, δεν λένε: “Θα κάνουμε προσευχή”, αλλά “θα κάνουμε γεώτρηση”. Και το κακό είναι ότι με αυτά τα μέσα που υπάρχουν, σιγά-σιγά όχι μόνον οι άπιστοι σκέφτονται έτσι, αλλά ακόμη και οι πιστοί αρχίζουν να ξεχνούν την δύναμη του Θεού. Το καλό είναι που μας ανέχεται ο Θεός. Αλλά την Πρόνοια του θεού ούτε καν την καταλαβαίνουν οι άνθρωποι.

Μια παρέα έλεγε: “Δεν έχουμε ανάγκη από τον Θεό, έχουμε γεωτρήσεις”. Ενώ τώρα πρέπει να παρακαλέσουμε πιο πολύ τον Θεό να κάνη διπλό θαύμα, γιατί έχουν αλλοιώσει την φύση οι άνθρωποι με αυτά που κάνουν. Παρατηρούσα τα σύννεφα, πήγαιναν αλέ-ρετούρ. Μαζεύονταν από εδώ, πήγαιναν εκεί, μια πάνω-μια κάτω. Φυσάει και τα παίρνει ο αέρας τα σύννεφα και αντί οι άνθρωποι να πουν, “τώρα πρέπει να κάνη διπλό θαύμα ο Θεός, για να κρατήση τα σύννεφα”, λένε, “δεν έχουμε ανάγκη από τον Θεό”. Ευτυχώς που ο Θεός δεν παίρνει τοις μετρητοίς ό,τι λέμε, αλλιώς θα μας έκανε Χτυπούν σε βάθος εκατό-εκατόν πενήντα μέτρα κάτω για νερό και δεν βρίσκουν νερό. Στο Ναύπλιο χτύπησαν μέχρι εκατόν ογδόντα μέτρα κάτω και έβγαλαν θαλασσινό νερό. Άλλοι πάλι είπαν τον Έλενο ποταμό να τον πάνε στην Αθήνα. Δέκα χρόνια θέλουν να τον πάνε στην Αθήνα και τι έξοδα! Και πάλι θα τελειώση το νερό. Δεν λένε ένα “ήμαρτον” οι άνθρωποι. Σε ένα κουσοχώρι, τώρα  με την ανομβρία, πήγε ένας πολιτικός και τους είπε ότι με ένα σύστημα θα καθαρίσουν τα νερά από τους βόθρους, για να έχουν νερό να πίνουν. Και το θεώρησαν σπουδαία ιδέα! Αυτό και μόνο σαν λογισμός δεν στέκει. Δήτε πού φθάνουν, να πίνουν -με συγχωρήτε- τα ούρα τους οι άνθρωποι! Να το κάνουν αυτό σε μια πόλη που έχουν ξεφύγει οι άνθρωποι, δικαιολογείται κάπως, γιατί έχουν παρασυρθή από το κοσμικό πνεύμα. Αλλά σε ένα κουτσοχώρι το να τους βρη ένας σαν λύση να καθαρίζουν τα ούρα τους και να τα πίνουν, να το θεωρούν σπουδαίο και να μη στρέφουν λίγο το βλέμμα τους στον Θεό, να πουν ένα “ήμαρτον”, για να ρίξη ο Θεός νερό, είναι φοβερό!

Και στο Άγιον Όρος πήγαν από ένα Μοναστήρι να φυτέψουν πεύκα, για να τα εκμεταλλευθούν μετά και να κάνουν χαρτί! Ξεράθηκαν όλα, ήρθε η τιμωρία από τον Θεό. Καλά, βρε παιδί, χαρτοπετσέτες και χαρτί υγείας θα βγάζει το Άγιον Όρος; Καταλάβατε; Έκαναν τον κόπο τα φύτεψαν και όσα φύτεψαν -οργή Θεού!- ξεράθηκαν όλα!

- Γέροντα, κατάλαβαν ότι δεν ήταν σωστό;

- Αχ, πού να καταλάβουν! Μετά έφεραν μηχανήματα από την Γερμανία, να κάνουν γεώτρηση, να βγάλουν νερό! Χάθηκε και το νερό που υπήρχε. Βλέπεις, άμα φύγη η ευαισθησία η πνευματική, πού οδηγεί η εμπορική αντιμετώπιση; Γι' αυτό σιγά-σιγά χάνεται από τον Μοναχισμό αυτή η ευλάβεια. Δεν καταλαβαίνουν ότι, αν δεν βρέξη, θα χαθούν και τα νερά που υπάρχουν. Χρησιμοποιούν μόνον την λογική, και τον Θεό Τον βάζουν στην άκρη.

Αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη  ότι σε μια πολιορκία της Σαμαρείας από τους Σύριους είχε τελειώσει και το νερό. Έπεσε δυστυχία, ψοφούσαν τα ζώα και έφθασαν οι μητέρες να τρώνε τα παιδιά τους. Πάει ο Προφήτης Ελλισαιέ στον οικονόμο του βασιλιά Ιωράμ και του λέει: “Τα ζώα ψόφησαν, οι άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα, αλλά ο Θεός θα βοηθήση”. Ο οικονόμος, που τα τακτοποιούσε όλα με την λογική, του λέει: “Πώς θα βοηθήση; Από τον ουρανό θα στείλη ο Θεός;” Τότε ο Προφήτης του είπε: “Αύριο ο Θεός θα στείλη βοήθεια, αλλά εσύ δεν θα την χαρής”. Και πράγματι την επόμενη μέρα έφερε ο Θεός τέτοιο πανικό στο εχθρικό στρατόπεδο -άκουγαν οι εχθροί ποδοβολητό αλόγων, θόρυβο αρμάτων, βούιζαν τα αυτιά τους και νόμιζαν ότι ήραν Αιγύπτιοι για ενίσχυση- που το έβαλαν στα πόδια και άφησαν σκηνές, τρόφιμα, όπλα, ό,τι είχαν. Και καθώς επέστρεφαν έντρομοι στην πατρίδα τους, άφηναν στους δρόμους τα ιμάτια και τα πολεμοφόδιά τους. Εν τω μεταξύ τέσσερις λεπροί Ισραηλίτες που ήταν έξω από την πόλη, είπαν: “Δεν πάμε στο εχθρικό στρατόπεδο μήπως βρούμε τίποτε να φάμε; Έτσι και αλλιώς θα πεθάνουμε”. Πλησιάζουν μια σκηνή, άδεια. Πλησιάζουν άλλη, άδεια. Πουθενά εχθροί! Παίρνουν τρόφιμα, πράγματα, ολόκληρα τσουβάλια. Ειδοποίησαν ότι οπισθοχώρησαν οι εχθροί, αλλά οι Ισραηλίτες νόμισαν ότι είναι σχέδιο. “Θα κρύφτηκαν οι εχθροί, είπαν, για να ανοίξουμε τις πύλες και να μπουν μέσα”. Τότε ένας αξιωματικός είπε: “Πέντε ζώα μας έμειναν. Δεν στέλνουμε στρατιώτες να δουν τι συμβαίνει;” Πήγε κάθε στρατιώτης προς μια κατεύθυνση και, όταν επέστρεψαν, είπαν: “Οι εχθροί έφυγαν πανικόβλητοι και άφησαν ό,τι είχαν”. Τότε έτρεξαν όλοι οι Ισραηλίτες να βγουν από το κάστρο, για να πάρουν τρόφιμα κ.λπ. Και καθώς έβγαιναν, τσαλαπάτησαν τον οικονόμο στην είσοδο του κάστρου, που προσπαθούσε να επιβάλη την τάξη. Έτσι, όπως είχε πει ο Προφήτης Ελισαιέ, ο οικονόμος είδε την βοήθεια του Θεού, αλλά δεν την χάρηκε. Βλέπετε πώς ο Θεός τα τακτοποίησε όλα;


http://elderpaisios.blogspot.gr/2012/10/blog-post_161.html
http://www.newsnowgr.com/article/731523/5311

«Παραπληροφόρηση η δήθεν επιστολή "επιτίμιο" στον γέροντα Παΐσιο»




ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!
Ο γέροντας Παΐσιος όσο πολεμήθηκε από αγιορείτες μοναχούς και μοναστήρια δεν πολεμήθηκε από κανέναν στον κόσμο έξω!
...

ΙΔΟΥ ΓΙΑΤΙ ΚΑΠΟΙΟΙ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΑΝ ΤΗΝ ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΪΣΙΟΥ

Γέροντας Πα'ί'σιος


To να διαβάζει κανείς τους Αγίους και τους Γέροντες της Ορθοδοξίας είναι σαν να έχει το πιο έγκυρο "χωροχρονικό" ρεπορτάζ. Τα λόγια του γέροντα Παϊσίου είναι..

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Γέροντας Παΐσιος: «Για τίποτε να μην έχετε άγχος…είναι του Διαβόλου»

Για τίποτε να μην έχετε άγχος. Το άγχος είναι του διαβόλου. Όταν βλέπετε άγχος, να ξέρετε ότι εκεί έχει βάλει την ουρά του το ταγκαλάκι. Ο διάβολος δεν πηγαίνει κόντρα. Αν υπάρχη μια τάση, σπρώχνει και αυτός, για να ταλαιπωρήση και να πλανήση τον άνθρωπο. Τον ευαίσθητο λ.χ. τον κάνει υπερευαίσθητο. 
 
Όταν έχης διάθεση να κάνης μετάνοιες, σπρώχνει και ο διάβολος να κάνης περισσότερες από την αντοχή σου και, αν οι δυνάμεις σου είναι περιορισμένες, δημιουργείται μια νευρικότητα, γιατί δεν τα βγάζεις πέρα, και στην συνέχεια σου δημιουργεί άγχος με ελαφρά απελπισία κατ’ αρχάς και μετά συνεχίζει… Θυμάμαι, όταν ήμουν αρχάριος μοναχός, ένα διάστημα, μόλις έπεφτα να κοιμηθώ, μου έλεγε ο πειρασμός: “Κοιμάσαι; Σήκω! Τόσοι άνθρωποι υποφέρουν, τόσοι έχουν ανάγκη…” Σηκωνόμουν και έκανα μετάνοιες, ό,τι μπορούσα. Μόλις έπεφτα να κοιμηθώ, άρχιζε ξανά: “Οι άλλοι υποφέρουν κι εσύ κοιμάσαι; Σήκω!” Σηκωνόμουν πάλι. Μέχρι που έφθασα να πω: “Αχ, να μου κόβονταν τα πόδια, τι καλά! 
 
Θα ήμουν τότε δικαιολογημένος, αφού δεν θα μπορούσα να κάνω μετάνοιες”. Μια Μεγάλη Σαρακοστή την έβγαλα με το ζόρι, γιατί πήγαινα να στριμώξω τον εαυτό μου περισσότερο από την αντοχή μου.
 
Όταν νιώθουμε στον αγώνα μας άγχος, να ξέρουμε ότι δεν κινούμαστε στον χώρο του Θεού. Ο Θεός δεν είναι τύραννος να μας πνίγη.
 
Πηγή: oagiosrafail.blogspot.gr
 
Aυτή η ρήση του Γέροντα στην ουσία είναι το "παν μέτρον άριστον" των Αρχαίων Ελλήνων. Στο "μέτρο" βρίσκουμε το Θεό, Ορθοδοξία και Αρχαιοελληνιμός είναι αλληλένδετα.
 
Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr

«Αγωνιάτε, Γέροντα;»



   
Αχ, τί άσπρισαν τα γένια μου πρόωρα; Εγώ πονάω δυό φορές· μία, όταν προβλέπω μια κατάσταση και φωνάζω, για να προλάβουμε ένα κακό που πρόκειται να γίνει, και μία, όταν δεν δίνουν σημασία -ίσως όχι από περιφρόνηση -, και συμβαίνει μετά το κακό και μου ζητούν τότε και την συμπαράστασή μου. Τώρα καταλαβαίνω τί τραβούσαν οι Προφήτες. Μεγαλύτεροι Μάρτυρες ήταν οι Προφήτες! Πιο μεγάλοι Μάρτυρες από όλους τους Μάρτυρες, παρ’ όλο που δεν πέθαναν όλοι με μαρτυρικό θάνατο. Γιατί οι Μάρτυρες για λίγο υπέφεραν ενώ οι Προφήτες έβλεπαν μια κατάσταση και υπέφεραν συνέχεια. Φώναζαν-φώναζαν, και οι άλλοι τον χαβά τους. Και όταν έφθανε η ώρα και ερχόταν η οργή του Θεού εξαιτίας τους, βασανίζονταν και εκείνοι μαζί τους. Τουλάχιστον όμως τότε τόσο έφθανε το μυαλό των ανθρώπων. Άφηναν τον Θεό και προσκυνούσαν τα είδωλα. Σήμερα που καταλαβαίνουν, είναι η μεγαλύτερη ειδωλολατρία.
Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι ο διάβολος βάλθηκε να καταστρέψει τα πλάσματα του Θεού. Έχει κάνει «παγκοινιά» (=όλοι από κοινού), να καταστρέψει τον κόσμο. Λύσσαξε, γιατί άρχισε να μπαίνει στον κόσμο η καλή ανησυχία. Είναι πολύ αγριεμένος, γιατί γνωρίζει ότι είναι λίγη η δράση του. Τώρα κάνει όπως ένας εγκληματίας που, όταν τον κυκλώνουν, λέει: «Δεν έχω σωτηρία! Θα με πιάσουν!» και τα κάνει όλα γυαλιά-καρφιά. Ή όπως οι στρατιώτες, που εν καιρώ πολέμου, όταν τελειώσουν τα πυρομαχικά, βγάζουν την λόγχη ή το σπαθί και ρίχνονται και ό,τι γίνει. Σου λέει: «Έτσι κι αλλιώς χαμένοι είμαστε· ας σκοτώσουμε όσο πιο πολλούς μπορούμε». Ο κόσμος καίγεται! Το καταλαβαίνετε; Έπεσε πολύς πειρασμός. Τέτοια πυρκαγιά έχει βάλει ο διάβολος, που ούτε όλοι οι πυροσβέστες αν μαζευτούν, δεν μπορούν να την σβήσουν. Πνευματική πυρκαγιά! Δεν έχει μείνει τίποτε. Μόνον προσευχή χρειάζεται, για να μας λυπηθεί ο Θεός. Βλέπεις, και όταν πιάνει πυρκαγιά μεγάλη και οι πυροσβεστικές δεν μπορούν να κάνουν τίποτε, αναγκάζονται οι άνθρωποι να στραφούν στον Θεό και να Τον παρακαλέσουν να ρίξει μια βροχή γερή, για να σβήσει. Έτσι και για την πνευματική πυρκαγιά που άναψε ο διάβολος, μόνον προσευχή χρειάζεται, για να βοηθήσει ο Θεός.
Όλος ο κόσμος πάει να γίνει μια περίπτωση. Γενικό ξεχαρβάλωμα! Δεν είναι να πεις: «Σ’ ένα σπίτι χάλασε λίγο το παράθυρο ή κάτι άλλο, ας το διορθώσω». Όλο το σπίτι είναι ξεχαρβαλωμένο. Έχει γίνει χαλασμένο χωριό. Δεν ελέγχεται πια η κατάσταση. Μόνον από πάνω, ό,τι κάνει ο Θεός. Τώρα είναι να δουλεύει ο Θεός με το κατσαβίδι, με χάδια, με σκαμπίλια, να το διορθώσει. Μια πληγή έχει ο κόσμος που κιτρίνισε και θέλει σπάσιμο, αλλά ακόμη δεν ωρίμασε καλά. Πάει να ωριμάσει το κακό, όπως τότε στην Ιεριχώ που ήταν για απολύμανση.

(Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, «Λογοι» – Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο, Α΄. Ι. Ησυχαστήριο «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή, Θεσ/νἰκης)



Θα εύχομαι να σε δω… θεότρελλη! (Γερ. Παϊσίου Αγιορείτου)




 
Ο θείος  έρως
- Γέροντα, ο θείος έρως είναι η αγάπη για τον Θεό;
Ο θείος έρως είναι κάτι ανώτερο από την αγάπη για τον Θεό· είναι τρέλλα. Αγάπη-έρως-τρέλλα, όπως φθόνος-μίσος-φόνος. Η ακριβή αγάπη προς τον Θεό, με τις θυσίες της, γλυκοβράζει την καρδιά, και σαν τον ατμό πετιέται ο θείος έρως, ο οποίος δεν μπορεί να συγκρατηθεί, και ενώνεται με τον Θεό.
Ο θειος έρως λυγίζει τα σκληρά κόκκαλα και γίνονται τόσο μαλακά, που ο άνθρωπος δεν μπορεί να σταθεί όρθιος, πέφτει κάτω! Γίνεται σαν την λαμπάδα που βρίσκεται σε θερμό χώρο και δεν μπορεί να σταθεί όρθια· πότε λυγίζει από εδώ, πότε λυγίζει από εκεί. Τη σιάζεις, αλλά πάλι λυγίζει, πάλι πέφτει, γιατί είναι θερμός ο χώρος, πολύ θερμός… Όταν κανείς βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση και πρέπει να πάει κάπου ή να κάνει κάποια δουλειά, δεν μπορεί· παλεύει, προσπαθεί να βγει από αυτή την κατάσταση…
- Γέροντα, όταν βρίσκεται κανείς στην κατάσταση του θείου έρωτος, αν πονάει, το αισθάνεται;
Ό πόνος, αν είναι πολύ δυνατός, μετριάζεται και γίνεται υποφερτός· αν είναι λίγος, χάνεται. Βλέπεις, όσοι είναι ερωτευμένοι, συνεπαίρνονται τελείως, ούτε ύπνος τους πιάνει. Μου έλεγε ένας μοναχός: «Γέροντα, ο αδελφός μου έχει ερωτευθεί μια γύφτισσα, και ούτε να κοιμηθεί μπορεί. Συνέχεια “Παρασκευούλα μου, Παρασκευούλα μου” λέει. Μάγια του έχουν κάνει; δεν ξέρω! Εγώ τόσα χρόνια καλόγερος, δεν αγαπώ την Παναγία ούτε όσο αγαπάει ο αδελφός μου αυτή τη γύφτισσα! Καθόλου να μη σκιρτάει η καρδιά μου!».
Δυστυχώς υπάρχουν πνευματικοί άνθρωποι που σκανδαλίζονται με τη λέξη «θείος έρως». Δεν έχουν καταλάβει τι θα πει «θειος έρως» και θέλουν να βγάλουν τη λέξη αυτή από τα Μηναία και από την Παρακλη­τική, γιατί λένε ότι σκανδαλίζει. Πού φθάσαμε! Αντίθετα, οι κοσμικοί που έχουν ζήσει τον κοσμικό έρωτα, αν τους μιλήσεις για θείο έρωτα, αμέσως λένε: «Κάτι ανώτερο θα είναι αυτό». Πόσα παιδιά που γνώρισαν τον κοσμικό έρωτα τα φέρνω αμέσως σε λογαριασμό, όταν τους μιλώ για τον θείο έρωτα! «Εσείς πέσατε κάτω καμμιά φορά από την αγάπη που νιώσατε; τα ρω­τάω. Νιώσατε ποτέ εσείς έτσι που να μην μπορείτε να κουνηθείτε, να μην μπορείτε να κάνετε τίποτε;». Αμέσως καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι κάτι ανώτερο και συνεννοούμαστε. «Αν εμείς, λένε, από αυτό το κοσμικό κάτι νιώθουμε, φαντάσου τί θα είναι εκείνο το ουράνιο!».

Η θεία τρέλλα
-   Πώς μπορείς να παλαβώσεις, Γέροντα, από την αγάπη του Θεού;

Να συναναστρέφεσαι με …παλαβούς, για να σου μεταδώσουν τη τρέλλα τους την πνευματική! Θα εύχομαι να σε δω …θεότρελλη! Αμήν.

Έχω κι εγώ μια μικρή πείρα από την πνευματική τρέλλα, η οποία προέρχεται από το θείο έρωτα. Φθά­νει τότε ο άνθρωπος στη θεία αφηρημάδα και δεν θέλει να σκέφτεται τίποτε εκτός από το Θεό, τα θεία, τα πνευματικά, τα ουράνια. Ερωτευμένος πια θεϊκά, καίγεται εσωτερικά, γλυκά, και ξεσπάει εξωτερικά, παλαβά, μέσα στο θείο χώρο της σεμνότητος, δοξολογώντας σαν Άγγελος μέρα-νύχτα το Θεό και Πλάστη του.
-   Είναι έκστασις αυτό, Γέροντα;
Ναι, είναι εκτός εαυτού τότε ο άνθρωπος, με την καλή έννοια. Αυτό είναι… «εκστηθί φρίττων ουρανέ».
Η θεία τρέλλα βγάζει τον άνθρωπο έξω από την έλξη της γης· τον ανεβάζει στο θρόνο του Θεού, και νιώθει πια ο άνθρωπος τον εαυτό του σαν το σκυλάκι στα πόδια του αφεντικού του και του γλείφει τα πόδια με χαρά και ευλάβεια.

(Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, «Λόγοι. Ε΄», σ. 205-207 –απόσπασμα- . Εκδ. Ι. Ησυχαστηρίου Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή Θεσ/νίκης)

Μοναχισμός και μαρτύριο.(Γερ. Παϊσίου)

«Πρέπει να πέσουν μερικοί για να σωθεί η κατάσταση!»

Δύσκολα χρόνια!… Θα περάσουμε τράνταγμα. Ξέρετε τί θα πει τράνταγμα; Αν δεν έχετε λίγη κατάσταση πνευματική, δεν θα αντέξετε. Θεός φυλάξοι, θα φθάσουμε να έχουμε ακόμη και άρνηση πίστεως. Κοιτάξτε να αδελφωθείτε, να ζήσετε πνευματικά, να γαντζωθείτε στο Χριστό. Αν γαντζωθείτε στο Χριστό, δεν θα φοβάστε ούτε διαβόλους ούτε μαρτύρια. Οι άνθρωποι στον κόσμο έχουν από πολλές πλευρές στριμώγματα, φόβους. Αλλά, όταν κανείς είναι κοντά στο Χριστό, τί να φοβηθεί; Θυμάστε τον Άγιο Κήρυκο: Τριών χρονών ήταν και, όταν πήγε να τον… κατηχήσει ο τύραννος, του έδωσε μια κλωτσιά. Διαβάστε Συναξάρια. Τα Συναξάρια πολύ βοηθούν, γιατί συνδέεται κανείς με τους Αγίους και φουντώνει μέσα του η ευλάβεια και η διάθεση για θυσία.
Αυτή η ζωή δεν είναι για βόλεμα, θα πεθάνουμε που θα πεθάνουμε, τουλάχιστον να πεθάνουμε σωστά! Μια που δεν κάνουμε τίποτε άλλο, αν μας αξιώσει ο Θεός για ένα μαρτύριο, καλά δεν θα είναι; [...]
Ο μοναχός πρέπει να είναι πάντοτε έτοιμος, και τότε δεν φοβάται τίποτε. Τί να φοβηθεί; Το θάνατο; Αυτός θα του ανοίξει την πόρτα του Παραδείσου, γιατί κάτω από την πλάκα του τάφου είναι κρυμμένο το κλειδί της αιωνιότητας. Άλλωστε ο μοναχός, όποτε και αν πεθάνει, εν μετανοία βρίσκεται. Η φυγή του από τον κόσμο και το σχήμα του αυτό δηλώνουν. Μετανοεί και προχωρεί να κάνει λεπτή πνευματική εργασία. Όσο αυξάνει η αγάπη για το Θεό και τον πλησίον, τόσο ελαττώνεται η αγάπη για τον εαυτό του, και δεν τον υπολογίζει. Και τότε ισχύει εκείνο που γράφει ο Απόστολος Παύλος: «Τίποτε δεν μπορεί να με χωρίσει από την αγάπη του Χριστού».
Τους κοσμικούς η σκέψη τού μαρτυρίου τους αναγκάζει να καταφεύγουν στο Θεό και να λένε από φόβο «Χριστέ μου, Παναγία μου», ενώ ο μοναχός θέλει να είναι συνέχεια κοντά στο Θεό, γιατί Τον αγαπάει. Πολλοί από τους κοσμικούς κάνουν το καλό, γιατί φοβούνται να μην πάνε στη κόλαση. Ο μοναχός όμως κάνει το καλό από ευγνωμοσύνη, για να ευχαριστήσει τον Ευεργέτη του Θεό.
-Γέροντα, πώς θα νιώσω το μαρτύριο και την άσκηση;
-Για να νιώσεις και εσύ λίγο τί θα πει μαρτύριο, να δέχεσαι έστω με χαρά την περιφρόνηση. Εκείνοι που θέλουν να μαρτυρήσουν για την αγάπη του Χριστού, αλλά δεν υπάρχει μαρτύριο, μπορούν την αγάπη τους αύτη, από την οποία καίγονται, να την εκδηλώσουν με άσκηση σωματική για τις ψυχές των κεκοιμημένων που καίγονται, για να βρουν λίγη ανάπαυση. Όπως το μαρτύριο είναι πανηγύρι, έτσι και η άσκηση είναι πανηγύρι, γιατί αποφεύγει κανείς όλη την ανθρώπινη παρηγοριά και βρίσκει την θεία,
Οι άγιοι Μάρτυρες ένιωθαν μεγάλη χαρά που τούς δινόταν ή ευκαιρία να μαρτυρήσουν. Από το μαρτύριο ξεκίνησε ο ασκητισμός στην πνευματική ζωή. Όταν ανέλαβε την εξουσία ο Μέγας Κωνσταντίνος, έβγαλε τους Χριστιανούς από τις φυλακές -γιατί τους είχαν εκεί, για να τους τελειώσουν- άλλους σακατεμένους κ.λπ., και σταμάτησαν τα μαρτύρια. Αλλά εκείνοι που περίμεναν στις φυλακές με χαρά τη σειρά τους, για να μαρτυρήσουν, όταν ελευθερώθηκαν, πολύ στενοχωρήθηκαν που τους χάλασε ο Μέγας Κωνσταντίνος τη δουλειά. Εκεί που περίμεναν το μαρτύριο με χαρά, βρέθηκαν ελεύθεροι. Οπότε, από την αγάπη τους προς το Θεό και τη φλόγα που είχαν να μαρτυρήσουν, πήραν τα βουνά. Γι’ αυτό τα μαρτύρια που θα τους έκανε ο Διοκλητιανός, ο Μαξιμιανός, τα έκαναν μόνοι τους στον εαυτό τους με την άσκηση. Άλλος πήγαινε και κρεμιόταν με σχοινιά από τα χέρια σε κανένα δένδρο· προσευχόταν με πόνο, αλλά αγαλλόταν θεϊκά. Άλλος δενόταν για την αγάπη του Χριστού. «Έτσι θα με έδενε, έλεγε, ο Διοκλητιανός»! Και ένοιωθαν μεγάλη χαρά που βασάνιζαν τον εαυτό τους. Ξεκίνησαν οι πρώτοι με αυτή τη θεία τρέλλα, τη θεία παλαβομάρα, και δόθηκαν στην άσκηση για την αγάπη του Χριστού και μετά τους μιμήθηκαν στην άσκηση και άλλοι. Έτσι μπήκε ο ασκητισμός στη θρησκεία μας. Άλλοι πάλι πιο…παλαβοί είπαν «είμαστε πρόβατα του Χριστού!» και έτρωγαν μόνο χορτάρι από τη γη. Αυτοί ήταν οι λεγόμενοι «βοσκοί». Ζούσαν τόσο έντονα τις ευεργεσίες του Θεού και τη δική τους μηδαμινότητα. που έλεγαν: «Είμαι ζώο αχάριστο, σε όλη μου τη ζωή θα τρώω χόρτα», και έτσι έκαναν. Έτρωγαν χόρτα και χαίρονταν. Φτερούγιζε η καρδιά τους από αγάπη προς το Χριστό. «Πρόβατο του Χριστού, έλεγαν, δεν είμαι; Θα τρώω χόρτα». Αργότερα όμως το απαγόρευσε η Εκκλησία, γιατί οι κυνηγοί πολλούς τους περνούσαν για άγρια ζώα και τους σκότωναν.
Σήμερα αυτά δεν μπορούν να τα καταλάβουν οι άνθρωποι θεωρούν ανοησίες! «Γιατί να τρώω χόρτα σαν το ζώο;», λένε ή «για ποιό σκοπό να κρεμιέμαι έτσι και να ταλαιπωρώ το σώμα μου;». Είδες όμως τί λέει ο Αββάς Ισαάκ; «Μακάρι να μας αξιώσει ο Θεός να κάνουμε τέτοιες αταξίες», να φθάσουμε σ’ αυτή την πνευματική αταξία.

(Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, «Λόγοι. Β΄» – Πνευματική αφύπνιση. Ι. Ησυχαστήριον Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή Θεσ/νίκης-αποσπάσματα)


Η αδικία είναι μεγάλη αμαρτία. Η αδικία μαζεύει οργή Θεού. (Γερ. Παϊσίου)




      Μεγάλη υπόθεση να έχει ο άνθρωπος την ευλογία του Θεού! Πλούτος είναι! Ό,τι έχει ευλογία, στέκει, δεν γκρεμίζεται. Ό,τι δεν έχει ευλογία, δεν στέκει. Η αδικία είναι μεγάλη αμαρτία. Όλες οι αμαρτίες έχουν ελαφρυντικά, η αδικία δεν έχει· μαζεύει οργή Θεού. Φοβερό! Αυτοί που αδικούν, βάζουν φωτιά στο κεφάλι τους. Από την μια μεριά βλέπεις να κάνουν μια αδικία και από την άλλη να πεθαίνουν δικοί τους άνθρωποι και να μη δίνουν σημασία. Πώς να κάνουν προκοπή οι άνθρωποι με τόσες αδικίες; Κάνουν αυτά που κάνουν, δίνουν δικαιώματα και στον διάβολο, γι’ αυτό μετά περνούν δοκιμασίες, τους βρίσκουν αρρώστιες κ.λπ. και σου λένε: «Κάνε προσευχή να γίνω καλά».
     Τα περισσότερα κακά που συμβαίνουν είναι από αδικίες. Όταν λ.χ. μαζεύεται με αδικία η περιουσία, ζουν οι άνθρωποι λίγα χρόνια σαν αρχοντόπουλα και μετά τα δίνουν, όσα μάζεψαν, στους γιατρούς. Τί λέει ο Ψαλ­μός; «Κρείσσον ολίγον τω δικαίω υπέρ πλούτον αμαρ­τωλών πολύν». «Ανεμομαζώματα, ανεμοσκορπίσματα». Όσα μαζεύουν, φεύγουν όλα εξανεμίζονται. Σπάνια, σε πολύ λίγους συμβαίνει να είναι οι αρρώστιες, οι χρεωκοπίες κ.λπ. μια δοκιμασία του Θεού. Αυτοί θα έχουν καθαρό μισθό. Σ’ αυτήν την περίπτωση συνήθως γίνονται ύστερα πιο πλούσιοι, σαν τον Ιώβ. Αλλά και πολλοί άνθρωποι που βγαίνουν άλειωτοι, είναι και από αυτό· κάποια αδικία έχουν κάνει.
     Ο άδικος, και γενικά κάθε ένοχος, όταν δεν ζητήσει συγχώρηση, ταλαιπωρείται από την συνείδησή του και επιπλέον από την αγανάκτηση του αδικημένου. Γιατί, όταν ο αδικημένος δεν τον συγχωρήσει και γογγύζει, τότε ο άδικος ταλαιπωρείται πολύ, βασανίζεται. Δεν μπορεί να κοιμηθεί. Σαν να τον χτυπούν κύματα και τον φέρνουν σβούρα. Είναι μυστήριο πράγμα το πως το πληροφορείται! Όπως, όταν ένας αγαπά κάποιον και τον σκέπτεται με την καλή έννοια, εκείνος το πληροφορείται, έτσι και σ’ αυτήν την περίπτωση. Ω, ο γογγυσμός του άλλου τον κάνει άνω-κάτω! Και μακριά να είναι, τι στην Αυστραλία, τι στο Γιοχάνεσμπουργκ, δεν μπορεί να ησυχάσει, όταν είναι αγανακτισμένος ο άλλος εξαιτίας του.

(Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου. «Λόγοι. Α΄», εκδ. Ι. Ησυχαστήριον Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος. Σουρωτή Θεσ/νίκης)

­

Γέροντα, πώς μπορεί να ζήσει κανείς πνευματικά τις γιορτές; (Γέροντος Παϊσίου)




 
     Τις γιορτές για να τις ζήσουμε, πρέπει να έχουμε τον νου μας στις άγιες ημέρες και όχι στις δουλειές που έχουμε να κάνουμε για τις άγιες ημέρες. Να σκεφτόμαστε τα γεγονότα της κάθε άγιας ημέρας (Χριστούγεννα, Θεοφάνεια, Πάσχα κ.λπ.) και να λέμε την ευχή δοξολογώντας τον Θεό. Έτσι θα γιορτάζουμε με πολλή ευλάβεια κάθε γιορτή. Οι κοσμικοί ζητούν να καταλάβουν τα Χριστούγεννα με το χοιρινό, το Πάσχα με το αρνί, τις Αποκριές με το κομφετί. Οι αληθινοί μοναχοί όμως κάθε μέρα ζουν τα θεία γεγονότα και αγάλλονται συνέχεια. Κάθε εβδομάδα ζουν την Μεγάλη Εβδομάδα. Κάθε Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή ζουν την Μεγάλη Τετάρτη, την Μεγάλη Πέμπτη, την Μεγάλη Παρασκευή, δηλαδή τα Πάθη του Χριστού, και κάθε Κυριακή το Πάσχα, την Ανάσταση. Τί, θα πρέπει να έρθει η Μεγάλη Εβδομάδα, για να θυμηθεί κανείς τα Πάθη του Χριστού; Πρέπει να έρθει το Πάσχα με το αρνί, για να καταλάβω το «Χριστός ανέστη» σαν τους κοσμικούς; Ο Χριστός τί είπε; «Έτοιμοι γίνεσθε»είπε. Δεν είπε, «ετοιμασθείτε τώρα!» Από την στιγμή που λέει ο Χριστός, «έτοιμοι γίνεσθε», πρέπει ο άνθρωπος, και ιδίως ο μοναχός, να είναι έτοιμος συνέχεια. Να μελετά και να ζει τα θεία γεγονότα συνέχεια. Όταν κανείς μελετά τα γεγονότα της κάθε γιορτής, φυσιολογικά θα συγκινηθεί και με ιδιαίτερη ευλάβεια θα προσευχηθεί. Έπειτα στις Ακολουθίες ο νους να είναι στα γεγονότα που γιορτάζουμε και με ευλάβεια να παρακολουθούμε τα τροπάρια που ψάλλονται. Όταν ο νους είναι στα θεία νοήματα, ζει τα γεγονότα ο άνθρωπος, και έτσι αλλοιώνεται. Όταν σκαφτόμαστε λ.χ. έναν Άγιο που τον έχουμε σε ευλάβεια ή τον Άγιο που γιορτάζουμε, ο νους θα πάει και λίγο παραπάνω· θα πάει στον Ουρανό. Και όταν σκεπτόμαστε τους Αγίους, μας σκέφτονται και οι Άγιοι και μας βοηθούν. Έτσι πιάνει κανείς φιλία με τους Άγιους, που είναι και η πιο σίγουρη φιλία. Τότε μπορεί να είναι μόνος και να ζει με όλους· και με Αγίους και με Αγγέλους και με όλον τον κόσμο. Να είναι μόνος και να νιώθει όλη αυτήν την συντροφιά! Είναι ζωντανή η παρουσία των Αγίων. Όλοι οι Άγιοι είναι παιδιά του Θεού και βοηθούν εμάς τα ταλαίπωρα παιδιά του Θεού. Τους Αγίους μας, που έχυσαν είτε αίμα είτε ιδρώτες και δάκρυα για την αγάπη του Χριστού, πάντα πρέπει να τους γιορτάζουμε με ευλάβεια, για να βοηθιόμαστε. Και όταν ακούμε το Συναξάρι τους «Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου…», να στεκόμαστε εκείνη την στιγμή όρθιοι, όπως και οι στρατιώτες στέκονται προσοχή, όταν διαβάζονται τα ονόματα των ηρωικώς πεσόντων συναδέλφων τους. «Τήν τάδε του μηνός… ο στρατιώτης δείνα έπεσε μαχόμενος ηρωικώς στο τάδε μέτωπο».

(Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, «Λόγοι. Α΄», εκδ. Ι.Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος». Σουρωτή Θεσ/νἰκης)


Ο δίκαιος έχει τον Θεό με το μέρος του (Γερ. Παϊσίου)



Όλοι οι άνθρωποι δεν χωράνε σ’ αυτόν τον κόσμο σήμερα. Αν κάποιος θέλει να ζήσει τίμια και πνευματικά, δεν χωράει μέσα στον κόσμο.
- Γέροντα, γιατί δεν χωράει;
- Όταν είναι κανείς ευαίσθητος και βρεθεί σε ένα σκληρό περιβάλλον και του κάνουν την ζωή μαύρη, πώς να αντέξει; Ή πρέπει να βρίζει κ.λπ. ή να φύγει. Αλλά και να φύγει δεν μπορεί, γιατί χρειάζεται να ζήσει. Του λέει το αφεντικό: «Σου έχω εμπιστοσύνη, γιατί δεν κλέβεις, πρέπει όμως να βάζεις και σάπια ανάμεσα στα καλά. Μέσα στις καλές μπάλες τριφύλλι πρέπει να βάλεις και λίγες χωνεμένες»! Τον βάζει και διευθυντή, για να τον κρατήσει· πρέπει όμως να κάνει και έτσι, γιατί αλλιώς θα τον πετάξει από την δουλειά. Μετά ο καημένος δεν κοιμάται, αρχίζει τα χάπια. Ξέρετε τί τραβάνε οι καημένοι άνθρωποι; Τί δυσκολίες, τί εκβιασμούς συναντούν πολλοί στις δουλειές τους από τούς προϊσταμένους; Τους κάνουν την ζωή μαύρη. Να παρατήσουν την δουλειά; Έχουν οικογένεια. Να καθίσουν; Βάσανα. Μπρος βαθύ και πίσω ρέμα· και τα δυό στενά. Πάει να σκάση κανείς. Κάνει υπομονή, παλεύει.
Σε άλλον του αφήνουν όλη την δουλειά και πάει ο συνάδελφος μόνο για να πληρωθεί. Γνωρίζω έναν που ήταν κάπου διευθυντής. Όταν άλλαξαν τα πράγματα, τον έβγαλαν από διευθυντή και έβαλαν άλλον του κόμματος, που ούτε το Λύκειο δεν είχε τελειώσει. Τον έκαναν διευθυντή, αλλά δεν ήξερε την δουλειά, και έτσι δεν μπορούσαν να πάνε σε άλλη θέση τον προηγούμενο.

Λοιπόν, τί κάνουν; Βάζουν στον ίδιο χώρο και δεύτερο γραφείο! Την δουλειά την έκανε ό παλιός διευθυντής και ο νέος καθόταν τσιγάρο, καφέ, κουβέντα… Τελείως αναιδής! Δεν του έκοβε κιόλας, έλεγε ό,τι του ερχόταν, και έπεφτε η ευθύνη μετά στον παλιό. Μέχρι που αναγκάσθηκε να φύγει ο καημένος. «Μήπως πρέπει να πάω κάπου άλλου; Ο χώρος είναι μικρός· δεν χωράνε δυό γραφεία. Καλύτερα, κάθησε εσύ εδώ», του είπε και σηκώθηκε και έφυγε, γιατί του έκανε και την ζωή μαύρη. Και δεν είναι μια μέρα, δυό. Κάθε μέρα να έχεις έναν τέτοιον στο κεφάλι σου, είναι βάσανο!
Τον δίκαιο άνθρωπο συνήθως οι άλλοι τον σπρώχνουν στην τελευταία θέση ή ακόμη του παίρνουν και την θέση. Τον αδικούν, τον πατούν – «πατούν επί πτωμάτων», έτσι δεν λέγεται; Αλλά, όσο οι άνθρωποι τον σπρώχνουν προς τα κάτω, τόσο ο Θεός τον ανεβάζει προς τα πάνω σαν τον φελλό, θέλει όμως πάρα πολλή υπομονή. Η υπομονή ξεκαθαρίζει πολλά πράγματα. Αυτός που θέλει να ζήσει με αρετή και να είναι τίμιος στην δουλειά του, είτε εργάτης είναι είτε έμπορος είτε οτιδήποτε είναι, πρέπει να το πάρει απόφαση ότι, όταν αρχίσει την δουλειά του, θα φθάσει σε σημείο να μην έχει να πληρώσει λ.χ. ούτε τα ενοίκια, αν έχει μαγαζί, για να του έρθει η ευλογία του Θεού. Όχι όμως να πηγαίνει με τον σκοπό: «Αν φθάσω μέχρις εκεί, μετά θα έχω πελατεία»! Να μην πάει με τέτοιο σκοπό, γιατί τότε ο Θεός δεν θα του δώσει. Αλλά όταν πει: «Θα ζήσω κατά Θεόν, δεν θα κάνω αδικίες, θα πω ότι αυτό αξίζει πενήντα δραχμές και εκείνο διακόσιες δραχμές», ο Θεός δεν θα τον αφήσει. Κάποιος άλλος εν τω μεταξύ εκείνο που θα το δίνει αυτός πενήντα δραχμές, θα το δίνει πεντακόσιες δραχμές και θα πλουτίσει. Τελικά όμως ο απατεώνας αυτός θα φθάσει σε σημείο να μην έχει να πληρώσει ούτε τα ενοίκια και θα το κλείσει το μαγαζί του, γιατί ο κόσμος πληροφορείται, ενώ σιγά-σιγά ο τίμιος δεν θα μπορεί να τα βγάλει πέρα από την πελατεία που θα έχει· θα παίρνει συνέχεια υπαλλήλους! Αλλά στην αρχή θα δοκιμασθεί. Ο καλός δοκιμάζεται στα χέρια των κακών· περνάει από τα λανάρια.
Όταν πάει κανείς με τον διάβολο, με πονηριές, δεν ευλογεί ο Θεός τα έργα του. Ό,τι κάνουν οι άνθρωποι με πονηριά, δεν ευδοκιμεί. Μπορεί να φαίνεται ότι προχωράει, αλλά τελικά θα σωριάσει. Το κυριότερο είναι να ξεκινά κανείς από την ευλογία του Θεού για ό,τι κάνει! Ο άνθρωπος, όταν είναι δίκαιος, έχει τον Θεό με το μέρος του. Και όταν έχει και λίγη παρρησία στον Θεό, τότε θαύματα γίνονται. Όταν κανείς βαδίζει με το Ευαγγέλιο, δικαιούται την θεία βοήθεια. Βαδίζει με τον Χριστό. Πώς να το κάνουμε; Την δικαιούται. Όλη η βάση εκεί είναι. Από  ’κει και πέρα να μη φοβάται τίποτε. Αυτό που έχει σημασία είναι να αναπαύεται ο Χριστός, η Παναγία και οι Άγιοι στην κάθε ενέργειά μας, και τότε θα έχουμε την ευλογία του Χριστού, της Παναγίας και των Άγιων μας, και το Άγιο Πνεύμα θα επαναπαύεται σ’ εμάς. Η τιμιότης του ανθρώπου είναι το ανώτερο Τι­μιόξυλο. Αν ένας δεν είναι τίμιος και έχει Τιμιόξυλο, είναι σαν να μην έχει τίποτε. Ένας και Τιμιόξυλο να μην έχει, αν είναι τίμιος, δέχεται την θεία βοήθεια. Και αν έχει και Τιμιόξυλο, τότε!…

(Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου «Λογοι» -Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο, Α΄. Ι. Ησυχαστήριο «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσ/νίκης)


Η αγία υποκρισία. (Γέροντος Παϊσίου)




– Γέροντα, πόσοι είναι οι αναχωρητές στο Άγιον Όρος; ;
– Δεν ξέρω· λένε ότι είναι επτά. Εδώ και μερικά χρόνια είναι πολύ δύσκολο να βρει κανείς τόπο ήσυχο, για να ασκητέψει. Γι’ αυτό μερικοί Πατέρες, όταν υπήρχαν ακόμη ιδιόρρυθμα μοναστήρια στο Άγιον Όρος, έβρισκαν άλλον τρόπο να ζήσουν την άσκηση. Π.χ. έλεγαν: «δεν με αναπαύει εδώ, θα πάω σε κανένα ιδιόρρυθμο να δουλέψω, για να μαζέψω χρήματα», και οι άλλοι το πίστευαν. Πήγαιναν σε ιδιόρρυθμο, δούλευαν εκεί τρείς-τέσσερις μήνες και ύστερα ζητούσαν μεγάλη αύξηση. Επειδή δεν τους την έδιναν, έλεγαν: «Δεν με συμφέρει· θα φύγω». Έπαιρναν λίγο παξιμάδι και πήγαιναν, κρύβονταν σε καμμιά σπηλιά και ασκήτευαν. Οι άλλοι είχαν την εντύπωση ότι πήγαν και δουλεύουν αλλού. Και αν ρωτούσαν στο μοναστήρι: «τί γίνεται, πέρασε εκείνος ο Πατέρας;», έλεγαν: «Ναι, πέρασε, αλλά τί ιδιότροπος που ήταν! Ήθελε να μαζέψει από ’δω χρήματα. Ζητούσε αύξηση. Καλόγερος, και να ζητάει αύξηση! Τί καλόγερος είναι αυτός;». Όποτε, ωφελείτο ο αναχωρητής και από την άσκηση που έκανε και από τις κατηγορίες των άλλων, ωφελείτο και από τους κλέφτες. Γιατί μάθαιναν οι κλέφτες ότι ο τάδε έχει χρήματα και πήγαιναν στην σπηλιά, τον ταλαιπωρούσαν, αλλά τελικά δεν έβρισκαν τίποτε.
– Γέροντα, πώς μπορώ να μιμηθώ την αρετή μιας αδελφής, όταν κρύβεται;
– Χαμένο τόχει να μην κρυφθεί; Οι Άγιοι έκαναν μεγαλύτερο αγώνα, για να κρύψουν την αρετή τους, παρά για να την αποκτήσουν. Ξέρετε τί έκαναν οι διά Χριστόν σαλοί; Ξέφευγαν πρώτα από την υποκρισία του κόσμου και έμπαιναν στον χώρο της ευαγγελικής αλήθειας. Αλλά και αυτό δεν τους έφθανε, γι’ αυτό προχωρούσαν στην αγία υποκρισία για την αγάπη του Χριστού. Ύστερα δεν τους απασχολούσε ό,τι κι αν τους έκαναν, ό,τι κι αν τους έλεγαν οι άλλοι. Χρειάζεται όμως πολύ μεγάλη ταπείνωση, για να το κάνεις αυτό. Ενώ ένας κοσμικός άνθρωπος, αν του πει καμμιά κουβέντα ο άλλος, θίγεται ή, αν δεν τον επαινέσει για κάτι που κάνει, στενοχωριέται, αυτοί χαίρονταν, όταν οι άνθρωποι είχαν χαλασμένο λογισμό γι’ αυτούς.
Παλιά υπήρχαν Πατέρες που έκαναν ακόμη και τον δαιμονισμένο, για να κρύψουν την αρετή τους και να χαλάσουν οι άλλοι τον καλό λογισμό που είχαν γι’ αυτούς. Όταν ήμουν στην Μονή Φιλόθεου, που ήταν τότε ιδιόρρυθμο, ήταν ένας Πατέρας που ασκήτευε προηγουμένως στην Βίγλα. Αυτός, μόλις κατάλαβε ότι οι Πατέρες εκεί είχαν πάρει μυρωδιά την άσκησή του και την πνευματική του προκοπή, έφυγε με την ευλογία του πνευματικού του. «Άντε, τους είπε, βαρέθηκα να τρώω εδώ μουχλιασμένο παξιμάδι. Θα πάω σε κανένα ιδιόρρυθμο, να τρώω και κρέας, να ζήσω σαν άνθρωπος! Χαμένο τόχω να μείνω έδώ;». Και ήρθε στην Μονή Φιλόθεου και έκανε τον δαιμονισμένο. Άκουσαν οι παραδελφοί του ότι δαιμονίσθηκε και έλεγε ο ένας στον άλλον: «Κρίμα, ο καημένος δαιμονίσθηκε. Εμ, επόμενο ήταν να δαιμονισθεί. Έφυγε από ’δω, γιατί βαρέθηκε το μουχλιασμένο παξιμάδι, και πήγε σε ιδιόρρυθμο, για να τρώει κρέας». Αυτός τί έκανε; Παραπάνω από είκοσι πέντε χρόνια ούτε μαγείρευε ούτε κοιμόταν. Όλη την νύχτα γύριζε στους διαδρόμους με ένα φανάρι, για να μην κοιμάται. Όταν κουραζόταν, ακουμπούσε λίγο στον τοίχο και, μόλις τον έπαιρνε ο ύπνος, πετιόταν, έλεγε για λίγο ψιθυριστά την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ…» και μετά την συνέχιζε νοερά. Καμμιά φορά του ξέφευγε, και ακουγόταν η ευχή. Όταν συναντούσε κανέναν αδελφό, του έλεγε: «Εύχου, εύχου να φύγει το δαιμόνιο». Έτσι όλοι τον είχαν για δαιμονισμένο. Ένα μικρό καλογέρι, δεκαπέντε χρόνων, μου είπε μια μέρα: «Άντε τον δαιμονισμένο!». «Μην το λες αυτό, του είπα· αυτός έχει πολλή αρετή, αλλά κάνει τον δαιμονισμένο». Μετά τον είχε σε ευλάβεια. Όταν πέθανε, τον βρήκαν οι Πατέρες να κρατάει στα χέρια του ένα χαρτί στο οποίο είχε γράψει το όνομα κάθε αδελφού και δίπλα ένα παρατσούκλι, για να διώξει, και πεθαμένος ακόμη, και τον παραμικρό καλό λογισμό που μπορεί να είχε κάποιος γι’ αυτόν. Τελικά ευωδίασε. Βλέπεις, αυτός πήγε να κρυφτεί, αλλά η Χάρις του Θεού τον πρόδωσε.
Γι’ αυτό δεν πρέπει να βγάζει κανείς συμπεράσματα για έναν άνθρωπο από αυτό που φαίνεται, εάν δεν μπορεί να διακρίνει αυτό που κρύβεται.
(Γ. Παϊσίου Αγιορείτου, «Πνευματικός αγώνας. Λόγοι», τ Γ΄, εκδ. Ι. Ησυχ, Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή, Θεσ/νίκης, σ. 81-84)

Η διαστροφή σύγχρονων οσιακών μορφών υπό των “ευσεβών χριστιανών”


Αναλογίζομαι το μαρτύριο του Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας, ενός αγίου του 20ου αι., και των σύγχρονων οσιακών μορφών, Παϊσίου του Αγιορείτου, Γέροντος Πορφυρίου και Αρχιμ. Ιάκωβου Τσαλίκη.
Αυτοί οι πατέρες δεινοπαθούν, στην κυριολεξία, μετά θάνατον, από τους “ευσεβείς χριστιανούς”.
Ο Άγιος Λουκάς έχει καταστεί υπόθεση εμπορική. Θεωρείται θαυματουργός και ως εκ τούτου οι σημερινοί “γεροντάδες” εκμεταλλεύονται τον εν αφθονία γύρω μας ανθρώπινο πόνο και θησαυρίζουν με απίθανους τρόπους στο όνομα του Αγίου. Δεν εννοώ μόνο χρήματα, αλλά και την επάρατη εξουσία επί του ποιμνίου, στο όνομα μιας κατασκευασμένης – φευ! – ελπίδας…
Ο Άγιος Λουκάς από την Κριμαία είναι πλέον πιο δημοφιλής κι από την Παναγία.
 Για παράδειγμα στον Μητροπολιτικό Ναό της Πάτρας έχει σαφώς υποσκελίσει την Ευαγγελίστρια. Αλλά και γενικά παντού στην Ελλάδα η “λατρεία” του ξεφυτρώνει εκεί που δεν το περιμένεις. Στον πρόσφατο έρανο της Αγάπης στην Αθήνα, μια κεντρική ενορία μοίραζε ως “αντίδωρο” στους πιστούς που προσέφεραν τον όβολό τους μια πλαστικοποιημένη εικόνα του Αγίου Λουκά!
Ούτε που το είχε φανταστεί ο Άγιος ότι θα “εισέβαλε” στην Ελλάδα του 21ου αι. και θα την κατακυρίευε κυριολεκτικώς!
Οι γέροντες Παϊσιος, Πορφύριος και λιγότερο ο Ιάκωβος, είναι στην ημερήσια διάταξη. Για ό,τι και να συμβαίνει στον εκκλησιαστικό ή κοινωνικό χώρο, οι “ευσεβείς” ανασύρουν από τα τεράστια σεντούκια τους κι από ένα τσιτάτο “του γέροντα” για την περίσταση. Θαρρεί κανείς πως αυτοί οι ασκητές δεν έκαναν τίποτε άλλο στη ζωή τους παρά να ομιλούν περί παντός επιστητού και …ανεπαισθήτου. Μίλησαν ακόμη και για την “μεταπατερική και συναφειακή” θεολογία και την κατακεραύνωσαν (!!!) ή ακόμη για το ότι ο καθαιρεθείς επίσκοπος Αρτέμιος της Σερβικής Εκκλησίας ήταν ο καλύτερος απ’ όλους τους Σέρβους ιεράρχες και άλλα παρόμοια απίθανα και παρανοϊκά. Εννοείται, επίσης, πως έχουν προφητεύσει όλα τα μελλούμενα κακά.
Σκέπτομαι πραγματικά αυτούς τους σύγχρονους …μάρτυρες. Τι τραβάνε στα χέρια των αδηφάγων “ευσεβών χριστιανών”, οι οποίοι τους κραδαίνουν ως δαμόκλειο σπάθη επί τας κεφαλάς πάντων και πασών!
Το δε εμπόριο γύρω απ’ αυτούς (χιλιάδες βιβλία, cd’s, εικόνες και άλλα απίστευτα) ούτε που θα το φαντάζοταν οι ταπεινοί γέροντες.
Ίσταμαι ενεός προ του μαρτυρίου το οποίο υφίστανται. Διαστροφή και εκμετάλλευση. Ό,τι ακριβώς λέει ο Ντοστογιέφσκι στη σκηνή του Μεγάλου Ιεροεξεταστή, που μας αποκαλύπτει πόσο ο χριστιανισμός μας απέχει πόρρω του Χριστού.
Π.Α.Α.
ΠΗΓΗ.ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ

«Να ζεις τον πόνο σου σαν να μην υπάρχει». (Γέροντος Παϊσίου, +12 Ιουλίου 1994)



1. «Οι άνθρωποι οι φτωχοί, που στερούνται και δεν έχουν να φάνε, αν δεν γογγύζουν, θα ’χουν ίσο μισθό με τους ασκητές που ασκητεύουν στον Άθωνα ή στα Κελλιά τους. Διότι αυτοί κάνουν την άσκηση με την θέλησή τους και αυτό ελαφρύνει πολύ τον κόπο τους. Εγώ, ας υποθέσουμε, και αν κάνω κάτι, το κάνω με την θέλησή μου και αυτό με κάνει να μην καταλαβαίνω καλά-καλά την δυσκολία. Ενώ αυτοί οι κακόμοιροι πεινούν, χωρίς να το θέλουν, γι’ αυτό και υποφέρουν (δυσκολεύονται) πολύ. Γι’ αυτό ο Θεός μπορεί να τους δώσει και περισσότερο μισθό από τους ασκητές».

2. «Κάποιοι μοναχοί που τα πέταξαν, ήρθαν πάλι εν μετανοία στο Άγιον Όρος και τελείωσαν ειρηνικά, αυτοί είχαν καλή διάθεση, όταν προσήλθαν στο Μοναστήρι, αλλά δεν βοηθήθηκαν. Έτσι το πάθανε πολλοί. Έρχονται με καλή προαίρεση, αλλά δεν βρίσκουν κάποιον να τους καθοδήγηση και να τους στηρίξει· έτσι κατέληξαν όπως κατέληξαν. Αλλά για αυτούς όλους ο Θεός χρησιμοποιεί σκανδαλώδη καμ­μία φορά τρόπο, για να τους επαναφέρει στο Άγιον Όρος, και πεθαίνουν ειρηνικά. Θα ήταν αδικία της θείας προνοίας, αν δεν επανέφερε αυτούς τους ανθρώπους κοντά του ο Θεός. Διότι είχαν καλή διάθεση όταν ξεκίνησαν, και ο Θεός δεν το ξεχνάει αυτό».

3.«Η μεγαλύτερη δοκιμασία των άλλων είναι το καλύτερο φάρμακο για μας. Εγώ, ό,τι κι αν έχω, όταν σκέπτομαι πως υποφέρουν αυτοί οι άνθρωποι, λέω “δόξα τω Θεώ”. Θα μπορούσα να είμαι και εγώ ένας παράλυτος και να μην μπορώ να κουνηθώ καθόλου. Τί θα έκανα τότε; Δόξα τω Θεώ, τώρα είμαι σαν βασιλιάς».

4. «Η μοναχική μας ζωή πρέπει να είναι μία συνεχής δοξολογία στον Θεό»

5.«Όταν ο Θεός προλέγει, πρέπει και ο άνθρωπος να προσέχει. Διότι, αν ο άνθρωπος αμελήσει και αλλάξει, και ο Θεός αλλάζει. Η έκβαση αυτού που προλέγει ο Θεός εξαρτάται και από τον άνθρωπο».

6. «Όταν ήμουν στο Κοινόβιο (Εσφιγμένου), είπα σ’ έναν Πνευματικό ότι θέλω να πάω στην έρημο και μου είπε: “Τώρα έχεις ανάγκη από ταπείνωση. Να πας πρώτα σε ένα ιδιόρρυθμο Μοναστήρι, για να έχεις φήμη ιδιορρυθμίτου”».

7.«Σήμερα έρχονται πολλοί για μοναχοί, αλλά δεν υπάρχει προζύμι. Ξεφύγαμε από την παράδοση. Δεν προσπαθούμε να μοιάσουμε τους Αγίους, Πρέπει να συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους Αγίους. Δεν πρέπει να κοιτάζουμε αυτούς που έχουν πάθη μικρά ή μεγάλα, και να συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με αυτούς».

8. «Όσο περισσότερο κοπιάζεις, τόσο περισσότερη χαρά και περισσότερη χάρι θα πάρεις από τον Θεό».

9. «Όταν ο Θεός δώσει την αγάπη του σε μία ψυχή, αυτή δεν αντέχει, πέφτει κάτω. Τότε δεν ζήτα τίποτε άλλο. Θέλει να αφήσει τα πάντα και να κλεισθεί σε μία σπηλιά».

10. «Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η προσβολή από δαιμονική ενέργεια είναι τρόπον τινά δώρο του Θεού προς τον αμαρτάνοντα, για να μετανοήσει, να ταπεινωθεί και να σωθεί. Όταν όμως υπάρχει τελεία πόρωση και αμετανοησία, τότε δεν προσβάλλεται από το διάβολο, διότι βλέπει ο Θεός την τελεία πόρωσή του».

11. «Παλαιότερα έλεγα την ευχή, κοιμόμουν και η ευχή συνέχιζε, ξυπνούσα και η ευχή δεν σταματούσε. Τώρα ζω τα προβλήματα του κόσμου».

12.«Σήμερα έρχονται πολλοί νέοι με ενδιαφέροντα. Δεν είναι περίεργοι, ζητούν να βρουν παράδειγμα, και εμείς πρέπει να είμαστε όπως θέλει ο Θεός για να ωφελούνται οι άλλοι που μας πλησιάζουν, διότι αλλιώς θα δώσουμε λόγο και γι’ αυτούς που μας πλησιάζουν και βλάπτονται ή δεν ωφελούνται».

15.«Ένας φοιτητής πήγε και έμεινε τριάμισι χρόνια στην Ινδία, ασχολήθηκε με διάφορες θρησκείες και με την μαγεία. Έψαχνε να βρει πού βρίσκεται η αλήθεια με τις θρησκείες κ.ά. Τελικά επισκέφθηκε ένα μάγο με μεγάλη φήμη και άκουσε έκπληκτος να του λέει: “Τί ήρθες εδώ; Αυτό που ζητάς θα το βρεις στην Ορθοδοξία, εκεί είναι το φως. Να πας στο Άγιον Όρος και να διάβασεις Φιλοκαλία. Εκεί θα βρεις αυτό που ζητάς”. Τάχασε, δεν περίμενε να ακούσει από έναν μάγο αυτά. Επέστρεψε στην Ελλάδα, ήρθε στο Άγιον Όρος και μου τα διηγήθηκε όλα».

16. «Ανάλογα με την κατάσταση που βρίσκεται ο άνθρωπος,  ο πειρασμός του φέρνει και τους λογισμούς».

17. «Για να πάψει το εργοστάσιό μας (δηλ. ο νους μας) να παράγει κακούς λογισμούς, πρέπει να λείψει η πονηρία. Τότε ο άνθρωπος έχει πνευματική υγεία».

18.«Είναι ανάγκη να βάλει ο άνθρωπος Χριστό μέσα του, αλλιώς είναι κολοκύθι».

19. «Ο πιό εύκολος και σύντομος δρόμος είναι η υπακοή. Στην υπακοή η χάρις καθοδηγεί».

20. «Και στην άλλη ζωή συνεχίζεται η τελειότητα».

21.«Σε πολλές περιπτώσεις υπάρχουν δοκιμασίες από τον Θεό, αλλά μπαίνει και ο διάβολος και τα κάνει πιό μαύρα. Εκείνο είναι το δύσκολο».

22. «Υπάρχουν δαιμόνια που δεν αφήνουν κάποιον να μιλήσει, και άλλα που δεν αφήνουν κάποιον να ακούσει τις συμβουλές που του λένε οι Πνευματικοί».

23.«Όταν κανείς προκόβει πνευματικά, μέσα του έχει μία χαρά, μία ειρήνη, μία ευχαρίστηση».

(Πηγή: «Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη παράδοση», Άγιον Όρος 2011 σ. 710-714)

Περί κατάρας – (γ. Παϊσίου)

ΠΟΤΕ ΠΙΑΝΕΙ Η ΚΑΤΑΡΑ;
Γέροντα, πότε πιάνει η κατάρα;
- Η κατάρα πιάνει, όταν υπάρχη στη μέση αδικία. Αν λ.χ. κάποια κοροϊδέψη μια πονεμένη ή της κάνει ένα κακό και η πονεμένη την καταρασθή, πάει, χάνεται το σόι της. Όταν δηλαδή κάνω κακό σε κάποιον και εκείνος με καταριέται, πιάνουν οι κατάρες του. Επιτρέπει ο Θεός και πιάνουν, όπως επιτρέπει λ.χ. να σκοτώση ένας κάποιον άλλον. Όταν όμως δεν υπάρχη αδικία, τότε η κατάρα γυρνά πίσω σε αυτόν που …την έδωσε.
- Και πως απαλλάσσεται κάποιος από την κατάρα;
- Με την μετάνοια και την εξομολόγηση. Έχω υπόψιν μου πολλές περιπτώσεις . Άνθρωποι που ταλαιπωρήθηκαν από κατάρα, όταν το κατάλαβαν ότι τους καταράσθηκαν γιατί είχαν φταίξει, μετάνοιωσαν, εξομολογήθηκαν και τακτοποιήθηκαν. Αν αυτός που έφταιξε πη: « Θεέ μου, έκανα αυτό και αυτό, συγχωρεσέ με … » και εξομολογηθή με πόνο και ειλικρίνεια, τότε ο Θεός θα τον συγχωρήση. Θεός είναι.
- Και τιμωρείται μόνον αυτός που δέχεται την κατάρα ή και αυτός που την δίνει;
- Αυτός που δέχεται την κατάρα, βασανίζεται σε αυτήν την ζωή, θα βασανίζεται και στην άλλη, γιατί ως εγκληματίας θα τιμωρηθή εκεί από τον Θεό, αν δεν μετανοήση και δεν εξομολογηθή. Γιατί, εντάξει, μπορεί κάποιος να σε πείραξε. Εσύ όμως με την κατάρα που δίνεις, είναι σαν να παίρνης το πιστόλι και να τον σκοτώνης. Με ποιο δικαίωμα το κάνεις αυτό; Ό,τι κι να σου έκανε ο άλλος ,δεν έχεις δικαίωμα να τον σκοτώσης . Για να καταρασθή κανείς, σημαίνει ότι έχει κακία. Κατάρα δίνει κανείς, όταν το λέη με πάθος, με αγανάκτηση.
Η κατάρα, όταν προέρχεται από άνθρωπο που έχει δίκαιο, έχει μεγάλη ισχύ. Ιδίως η κατάρα της χήρας. Θυμάμαι, μια γριά είχε ένα αλογάκι και το έβαζε στην άκρη του δάσους να βοσκήση. Επειδή ήταν λίγο ζόρικο, είχε βρει ένα γερό σκοινί και το έδενε. Μια φορά πήγαν στο δάσος τρεις γυναίκες να κόψουν ξύλα. Η μία ήταν πλούσια, η άλλη χήρα ήταν ορφανή και πολύ φτωχιά . Είδαν το άλογο που ήταν δεμένο με το σχοινί και βοσκούσε και είπαν: « Δεν παίρνουμε το σχοινί να δέσουμε τα ξύλα; » Το έκοψαν στα τρία και πήρε η καθεμιά από ένα κομμάτι να δέσουν τα δεμάτια τους. Επόμενο ήταν να φύγη το άλογο. Όταν ήρθε η γριά και δεν βρήκε το ζώο, αγανάκτησε. Άρχισε να το ψάχνη παντού.  Παιδεύτηκε πολύ να το βρη. Τελικά, όταν το βρήκε, είπε αγανακτισμένη: « Με το ίδιο το σχοινί να την κουβαλήσουν αυτήν που το πήρε » . Μια μέρα, ο αδελφός της πλούσιας έκανε αστεία με ένα όπλο από αυτά που είχαν αφήσει οι Ιταλοί – και χτύπησε την αδελφή του στο λαιμό. Έπρεπε να την μεταφέρουν στο νοσοκομείο και χρειάσθηκε σχοινί, για να την δέσουν επάνω σε μια ξύλινη σκάλα. Εκείνη την ώρα βρέθηκε το ένα κομμάτι σχοινί, το κλεμμένο, αλλά δεν έφθανε. Έφεραν και οι δύο άλλες γειτόνισσες τα δικά τους κλεμμένα κομμάτια και την έδεσαν στην σκάλα και την μετέφεραν στο νοσοκομείο. Έτσι πραγματοποιήθηκε η κατάρα της γριάς. « Με το ίδιο σχοινί να την κουβαλήσουν ». Και τελικά πέθανε η καημένη. Ο Θεός να την αναπαύση. Βλέπετε, έπιασε η κατάρα στην πλούσια, που δεν είχε οικονομική ανάγκη. Οι άλλες είχαν την φτώχεια τους, είχαν κάποια ελαφρυντικά.

Μακάρι να με αδικούσαν όλοι οι άνθρωποι! (Γέροντος Παϊσίου)




Στην πνευματική ζωή είναι ανάποδα τα πράγματα. Άμα κρατάς εσύ το άσχημο, τότε νιώθεις όμορφα. Άμα το δίνεις στον άλλον, τότε νιώθεις άσχημα. Όταν δέχεσαι την αδικία και δικαιολογείς τον πλησίον σου, δέχεσαι τον πολυαδικημένο Χριστό στη καρδιά σου. Τότε ο Χριστός μένει με το ενοικιοστάσιο μέσα σου και σε γεμίζει με ειρήνη και αγαλλίαση. Για δοκιμάστε, βρε παιδιά, να ζήσετε αυτήν τη χαρά! Να μάθετε να χαίρεστε με αυτήν την πνευματική χαρά, όχι με την κοσμική. Πάσχα θα έχετε τότε κάθε μέρα.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από τη χαρά που νιώθεις, όταν δέχεσαι την αδικία. Μακάρι να με αδικούσαν όλοι οι άνθρωποι! Ειλικρινά σας λέω, τη γλυκύτερη πνευματική χαρά την ένιωσα μέσα στην αδικία. Ξέρετε πόσο χαίρομαι, όταν κάποιος με πει πλανεμένο; «Δόξα Σοι ο Θεός, λέω, από αυτό έχω μισθό, ενώ, αν με πουν άγιο, χρωστάω». Γλυκύτερο πράγμα από την αδικία δεν υπάρχει!
Ένα πρωί στο Καλύβι χτύπησε κάποιος το σιδεράκι στη πόρτα. Κοίταξα από το παράθυρο να δω ποιός είναι, γιατί δεν ήταν ακόμη η ώρα να ανοίξω. Είδα έναν νέο με φωτεινό πρόσωπο και κατάλαβα ότι είχε βιώματα πνευματικά, αφού τον πρόδιδε η Χάρις του Θεού. Γι’ αυτό, αν και ήμουν απασχολημένος, διέκοψα αυτό που έκανα, άνοιξα τη πόρτα, τον πήρα μέσα, του πρόσφερα ένα νερό και με τρόπο άρχισα να τον ρωτάω για τη ζωή του, γιατί έβλεπα ότι είχε πνευματικό περιεχόμενο. «Τί δουλειά κάνεις, παλληκάρι;», τον ρώτησα. «Τί δουλειά, πάτερ; μου λέει. Εγώ στη φυλακή μεγάλωσα. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου εκεί τα πέρασα. Τώρα είμαι είκοσι έξι χρόνων». «Καλά, βρω παλληκάρι, τί έκανες, και σε έκλειναν φυλακή;», τον ρώτησα. Κι εκείνος μου άνοιξε τη καρδιά του: «Από μικρός, μου είπε, πονούσα πολύ, όταν έβλεπα δυστυχισμένους ανθρώπους. Ήξερα όλους τους πονεμένους, όχι μόνον από την ενορία μου, άλλα και από άλλες ενορίες. Επειδή ο παπάς της ενορίας μας με τους επιτρόπους μάζευαν συνέχεια χρήματα και έφτιαχναν κτίρια, αίθουσες κ.λπ. ή έκαναν διάφορους εξωραϊσμούς, είχαν παραμεληθεί τελείως οι φτωχές οικογένειες. Εγώ δεν κρίνω εάν ήταν απαραίτητα αυτά που έφτιαχναν, αλλά έβλεπα να υπάρχουν πολλοί δυστυχισμένοι άνθρωποι. Πήγαινα λοιπόν κρυφά και έκλεβα από τα χρήματα που μάζευαν από τους εράνους. Έπαιρνα αρκετά· δεν τα έπαιρνα όλα. Ύστερα αγόραζα τρόφιμα, διάφορα πράγματα, τα άφηνα κρυφά έξω από τα σπίτια των φτωχών και αμέσως, για να μην πιάσουν άλλον άδικα, πήγαινα στην αστυνομία και έλεγα: «εγώ έκλεψα τα χρήματα από την εκκλησία και τα ξόδεψα», χωρίς να πω τίποτε άλλο. Με άρχιζαν στο ξύλο και στο βρισίδι, «αλήτη, κλέφτη»· εγώ σιωπούσα. Με έκλειναν μετά στη φυλακή. Αυτή η δουλειά γινόταν για χρόνια. Όλη η πόλη όπου έμενα – τριάντα χιλιάδες κάτοικοι – και άλλες πόλεις με είχαν μάθει, και «αλήτη» με ανέβαζαν, «κλέφτη» με κατέβαζαν. Εγώ σιωπούσα και ένιωθα χαρά. Κάποτε μάλιστα με είχαν κλείσει στη φυλακή τρία ολόκληρα χρόνια. Μερικές φορές με έκλειναν άδικα στη φυλακή και, όταν έπιαναν τον ένοχο, με άφηναν. Αν δεν τον έπιαναν, καθόμουν μέσα, όσο έπρεπε να καθίσει εκείνος. Γι’ αυτό σου είπα, πάτερ μου, ότι τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στις φυλακές». Αφού τον άκουσα με προσοχή, του είπα: «Βρε παλληκάρι, όσο καλό και αν φαίνεται αυτό, δεν είναι καλό και να μην το ξανακάνεις. Άκου τί θα σου πω. Θα με ακούσεις;». «Θα σε ακούσω, πάτερ», μου λέει. «Να απομακρυνθείς από αυτήν την πόλη, του λέω, να πας σε άγνωστο περιβάλλον, στην τάδε πόλη, και εγώ θα φροντίσω να συνδεθείς με καλούς ανθρώπους. Να εργάζεσαι και να βοηθάς, όσο μπορείς, τους πονεμένους από το υστέρημά σου, επειδή αυτό έχει μεγαλύτερη αξία. Αλλά, και όταν κανείς δεν έχει τίποτε να δώσει σε ένα φτωχό και πονάει η καρδιά του, τότε κάνει ανώτερη ελεημοσύνη, διότι κάνει ελεημοσύνη με το αίμα της καρδιάς του. Γιατί, εάν είχε κάτι και το έδινε, θα αισθανόταν και χαρά, ενώ, όταν δεν έχει να δώσει, αισθάνεται πόνο στη καρδιά». Μου υποσχέθηκε ότι θα ακούσει τη συμβουλή μου και έφυγε χαρούμενος. Έπειτα από επτά μήνες παίρνω ένα γράμμα του από τις φυλακές του Κορυδαλλού, στο οποίο έγραφε τα έξης: «Ασφαλώς, πάτερ μου, θα απορήσεις, που σου γράφω πάλι από τη φυλακή μετά από τόσες συμβουλές που μου έδωσες και μετά τις υποσχέσεις που σου έδωσα. Μάθε ότι αυτή τη φορά υπηρετώ μια φυλάκιση την όποια είχα υπηρετήσει· κάποιο λάθος έγινε. Ευτυχώς που δεν υπάρχει ανθρώπινη δικαιοσύνη, γιατί θα αδικούνταν οι πνευματικοί άνθρωποι, επειδή θα έχαναν τον ουράνιο μισθό». Όταν διάβασα αυτά τα τελευταία λόγια, θαύμασα αυτόν τον νέο, που είχε πάρει τόσο ζεστά τη πνευματική ζωή και είχε συλλάβει τόσο βαθιά το βαθύτερο νόημα της ζωής! Διά Χριστόν κλέφτης! Μέσα του είχε Χριστό. Δεν μπορούσε να φρενάρει τον εαυτό του από τη χαρά που ένιωθε. Θεία παλαβομάρα, πανηγύρι είχε!
-     Γέροντα, από το ρεζίλι ερχόταν η χαρά;
Από την αδικία ερχόταν η χαρά. Κοσμικός άνθρωπος ήταν, ούτε Συναξάρια ούτε Πατερικά είχε διαβάσει και, ενώ έτρωγε άδικα ξύλο, τον έκλειναν στη φυλακή, τον είχαν μέσα στη πόλη για αλήτη, για παλιόπαιδο, για κλέφτη, γινόταν ρεζίλι, αυτός δεν μιλούσε και τα αντιμετώπιζε όλα τόσο πνευματικά! Νέος άνθρωπος, και δεν φρόντιζε να αποκατασταθεί, άλλα πώς να βοηθήσει τους άλλους! Τους μεγάλους κλέφτες πολλές φορές δεν τους κλείνουν ούτε μια φορά στη φυλακή, ενώ αυτόν τον δόλιο τον φυλάκισαν για την ίδια κλοπή δυό φορές και για άλλες κλοπές τον φυλάκισαν άδικα, μέχρι να βρουν τον πραγματικό κλέφτη! Τη χαρά όμως που είχε αυτός δεν την είχαν όλοι οι κάτοικοι της πόλης. Τριάντα χιλιάδες χαρές δεν συμπλήρωναν τη δική του χαρά.
Γι’ αυτό λέω ότι ένας πνευματικός άνθρωπος δεν έχει θλίψεις. Όταν η αγάπη αυξηθώ και καεί η καρδιά από τον θείο έρωτα, δεν μπορεί να σταθεί πλέον θλίψη. Η μεγάλη αγάπη προς το Χριστό υπερνικά τους πόνους και τις ταλαιπωρίες που του προξενούν οι άνθρωποι.

(Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, «Λόγοι. Γ΄», σ. 74-77-αποσπάσματα. Εκδ. Ι. Ησυχαστηρίου Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή Θεσ/νίκης)