Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2025

Απομακρύνουν τα παιδιά
από την Εκκλησία
Μικρό παιδάκι, πόσο με βοηθούσε που πήγαινα στην Εκκλησία! Είχαμε καλό δάσκαλο στο Δημοτικό και μας βοηθούσε και αυτός. Μας μάθαινε εθνικά άσματα και εκκλησιαστικούς ύμνους. Στην Εκκλησία τις Κυριακές ψάλλαμε την Δοξολογία, «Ταις πρεσβείαις....», «Άγιος ο Θεός», το Χερουβικό.
- Και τα κοριτσάκια ψάλλανε;
- Ναι, όλα μαζί τα παιδιά. Παλιά, η Εκκλησία ήταν δίπλα στο σχολείο και παίζαμε γύρω από την Εκκλησία, στην αυλή της. Μας πήγαιναν στην Εκκλησία οι δάσκαλοι στις γιορτές, και ας χάναμε κανένα μάθημα. Προτιμούσε ο δάσκαλος να χάση μια ώρα, για να λειτουργηθούν τα παιδιά. Έτσι τα παιδιά διδάσκονταν, αγιάζονταν, γίνονταν αρνάκια. Είχαμε και έναν δάσκαλο Εβραίο, αλλά θρησκευτικά δεν μας δίδασκε· ερχόταν μια δασκάλα και μας έκανε θρησκευτικά. Παρ’ όλο όμως που ήταν Εβραίος, μας πήγαινε μέχρι την Εκκλησία. Και στην Εκκλησία όλα τα παιδιά στεκόμασταν όρθια, ήσυχα.
Και βλέπω σήμερα που απομακρύνουν τα παιδιά από την Εκκλησία, πως έχουν αγριέψει! Ενώ στην Εκκλησία το παιδάκι θα ηρεμήση, θα γίνη καλό παιδί, γιατί δέχεται την ευλογία του Θεού, αγιάζεται. Δεν τα αφήνουν να πηγαίνουν στην Εκκλησία, για να μην επηρεασθούν από τα πνευματικά! Από τις άλλες ανοησίες όχι μόνον δεν τα απομακρύνουν, αλλά τους τις διδάσκουν κιόλας! Μα δεν καταλαβαίνουν ότι τα παιδάκια, αν επηρεασθούν, ας υποθέσουμε, από την Εκκλησία, από την θρησκεία, στο κάτω-κάτω δεν θα κάνουν αταξίες, θα είναι φρόνιμα, θα έχουν επιμέλεια στα μαθήματά τους, δεν θα είναι ζαλισμένα όπως τώρα. Μέχρι να μεγαλώσουν, και στα θέματα τα εθνικά θα είναι σωστά τοποθετημένα, δεν θα μπλέξουν με παρέες, με ναρκωτικά, να αχρηστευθούν. Όλα αυτά δεν θα είναι μια προϋπόθεση να γίνουν καλοί άνθρωποι; Αυτό τουλάχιστον δεν το αναγνωρίζουν; Δεν το σέβονται;
Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου.


Ἔχει πάθει μεγάλη ζημιά ὁ κόσμος ἀπὸ τὴν τηλεόραση, ἰδίως τὰ παιδάκια
καταστρέφονται. Ἦρθε ἕνα παιδάκι ἑπτά χρονῶν μὲ τὸν πατέρα του στὸ Καλύβι. Ἔ‐
βλεπα νὰ μιλάη μὲ τὸ στόμα τοῦ τὸ δαιμόνιό της τηλεοράσεως, ὅπως μιλάει τὸ
δαιμόνιο μὲ τὸ στόμα τῶν δαιμονισμένων. Ἦταν σάν ἕνα μωρό νὰ γεννήθηκε μὲ
δόντια. Σήμερα συχνά δὲν βλέπεις φυσιολογικά παιδιά, εἶναι τέρατα. Καὶ βλέπεις, δὲν
παίρνουν μία στροφή παραπάνω, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ἔχουν ἀκούσει, αὐτὸ ποὺ ἔχουν δεῖ,
αὐτὸ ἐπαναλαμβάνουν. Ἔτσι θέλουν οἱ ἄλλοι νὰ ἀποβλακώσουν τὸν κόσμο μὲ τὴν
τηλεόραση. Δηλαδή, αὐτὰ ποὺ ἀκοῦν οἱ ἄνθρωποι, αὐτὰ νὰ πιστεύουν, αὐτὰ νὰ
κάνουν.
– Γέροντα, μᾶς ρωτοῦν μητέρες πῶς νὰ κόψουν τὰ παιδιά τους ἀπὸ τὴν
τηλεόραση.
– Νὰ δώσουν στὰ παιδιά νὰ καταλάβουν ὅτι μὲ τὴν τηλεόραση
ἀποβλακώνονται, δὲν μποροῦν νὰ σκέφτωνται. Ἄς ἀφήσουμε ὅτι χαλοῦν τὰ μάτια
τους. Αὐτή ἡ τηλεόραση εἶναι ἔργο τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλη τηλεόραση,
ἡ πνευματική. Ὅταν δηλαδή μὲ τὴν ἀπέκδυση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καθαρίζωνται
καὶ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς, τότε βλέπει ὁ ἄνθρωπος πιὸ μακριά χωρίς μηχανές. Εἴπανε
στὰ παιδιά τούς γιʹ αὐτή τὴν τηλεόραση; Νὰ καταλάβουν τὴν πνευματική τηλεόραση,
γιατί μὲ αὐτὰ τὰ κουτιά θὰ χαζέψουν. Οἱ Πρωτόπλαστοι εἶχαν τὸ διορατικό χάρισμα.
Αὐτὸ χάθηκε μετά τὴν πτώση. Ὅταν διατηρήσουν τὰ παιδιά τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου
Βαπτίσματος, θὰ ἔχουν καὶ διορατικό χάρισμα, πνευματική τηλεόραση. Θέλει
προσοχή, δουλειά πνευματική. Οἱ μανάδες σήμερα χάνονται μὲ χαμένα πράγματα
καὶ μετά: «Τί νὰ κάνω, Πάτερ; Χάνω τὸ παιδί μου!».
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Α’ «Μὲ Πόνο καὶ Ἀγάπη»

Ἡ βασκανία
Ἡ ζήλεια, ὅταν ἔχη κακότητα, μπορεῖ νὰ κάνη ζημιά. Αὐτή εἶναι ἡ βασκανία,
εἶναι μία δαιμονική ἐνέργεια.
– Γέροντα, τὴν βασκανία τὴν παραδέχεται ἡ Ἐκκλησία;
– Ναί, ὑπάρχει καὶ εἰδική εὐχή52. Ὅταν κανεὶς λέη κάτι μὲ φθόνο, τότε πιάνει τὸ
«μάτι».
– Πολλοί, Γέροντα, ζητοῦν «ματάκια» γιὰ τὰ μωρά, γιὰ νὰ μήν τὰ ματιάζουν.
Κάνει νὰ φοροῦν τέτοια;
– Ὄχι, δὲν κάνει. Νὰ λέτε στὶς μητέρες σταυρό νὰ τὰ φοροῦν.
– Γέροντα, ἄν κανεὶς ἐπαινέση ἕνα ὡραῖο ἔργο, καὶ αὐτοί ποὺ τὸ ἔφτιαξαν
δεχθοῦν τὸν ἔπαινο μὲ ὑπερήφανο λογισμό καὶ γίνη ζημιά, αὐτὸ εἶναι βασκανία;
– Αὐτὸ δὲν εἶναι βασκανία. Σʹ αὐτήν τὴν περίπτωση λειτουργοῦν οἱ πνευματικοί
νόμοι. Παίρνει τὴν Χάρη Τοῦ ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, καὶ τότε γίνεται ζημιά.
Βασκανία ὑπάρχει σὲ σπάνιες περιπτώσεις. Ἰδίως οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν ζήλεια καὶ
κακότητα –λίγοι εἶναι τέτοιοι – αὐτοί εἶναι ποὺ ματιάζουν. Μία γυναίκα λ.χ. βλέπει
ἕνα παιδάκι χαριτωμένο μὲ τὴν μάνα του καὶ λέει μὲ κακότητα: «Γιατί νὰ μήν τὸ εἶχα
ἐγώ αὐτὸ τὸ παιδί; Γιατί νὰ τὸ δώση ὁ Θεὸς σʹ αὐτή;». Τότε τὸ παιδάκι ἐκεῖνο μπορεῖ νὰ
πάθη ζημιά, νὰ μήν κοιμᾶται, νὰ κλαίη, νὰ ταλαιπωρῆται, γιατί ἐκείνη τὸ εἶπε μὲ μία
κακότητα. Καὶ ἄν ἀρρώσταινε καὶ πέθαινε τὸ παιδί, θὰ ἔννιωθε χαρὰ μέσα της. Ἄλλος
βλέπει ἕνα μοσχαράκι, τὸ λαχταρά, καὶ ἀμέσως ἐκεῖνο ψοφάει.
Πολλές φορές ὅμως μπορεῖ νὰ ταλαιπωρῆται τὸ παιδί καὶ νὰ φταίη ἡ ἴδια ἡ
μάνα. Μπορεῖ δηλαδή ἡ μάνα νὰ εἶδε καμμιά φορὰ κανένα ἀδύνατο παιδάκι καὶ νὰ
εἶπε: «Τί εἶναι αὐτό; Τί σκελετωμένο παιδί!». Νὰ καμάρωνε τὸ δικό της καὶ νὰ
κατηγόρησε τὸ ξένο. Καὶ αὐτὸ ποὺ εἶπε μὲ κακία γιὰ τὸ ξένο παιδί, πιάνει στὸ παιδί
της. Μετά τὸ παιδί ταλαιπωρεῖται ἐξ αἰτίας τῆς μάνας, χωρίς νὰ φταίη. Λειώνει‐
λειώνει τὸ καημένο, γιὰ νὰ τιμωρηθῆ ἡ μάνα καὶ νὰ καταλάβη τὸ σφάλμα της. Τότε
φυσικά τὸ παιδί θὰ πάη μάρτυρας! Τὰ κρίματα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄβυσσος.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Α’ «Μὲ Πόνο καὶ Ἀγάπη»


Ὅποιος κατακρίνει τοὺς ἄλλους, πέφτει στὰ ἴδια σφάλματα
–Γέροντα, πῶς συμβαίνει, ὅταν κατακρίνω μιὰ ἀδελφὴ γιὰ κάποιο σφάλμα της, σὲ λίγο νὰ κάνω κι ἐγὼ τὸ ἴδιο σφάλμα;
–Ἂν κατακρίνη κανεὶς τὸν ἄλλον γιὰ ἕνα σφάλμα του καὶ δὲν καταλάβη τὴν πτώση του, ὥστε νὰ μετανοήση, συνήθως πέφτει στὸ ἴδιο σφάλμα, γιὰ νὰ τὸ καταλάβη. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ ἀπὸ ἀγάπη ἐπιτρέπει νὰ ἀντιγράφη ὁ ἄνθρωπος τὴν
κατάσταση αὐτοῦ τὸν ὁποῖο κατέκρινε. Ἂν πῆς λ.χ. ὅτι κάποιος εἶναι πλεονέκτης καὶ δὲν καταλάβης ὅτι κατέκρινες, ὁ Θεὸς παίρνει τὴν Χάρη Του καὶ ἐπιτρέπει νὰ πέσης κι ἐσὺ στὴν πλεονεξία· ἀρχίζεις τότε νὰ μαζεύης. Μέχρι νὰ καταλάβης τὴν πτώση σου καὶ νὰ ζητήσης συγχώρεση ἀπὸ τὸν Θεό, θὰλειτουργοῦν οἱ πνευματικοὶ νόμοι. Γιὰ νὰ σὲ βοηθήσω, θὰ σοῦ πῶ κάτι ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου. Ὅταν ἤμουν στὴν Ἱερὰ Μονὴ Στομίου, ἔμαθα γιὰ μιὰ συμμαθήτριά μου ἀπὸ τὸ Δημοτικὸ ὅτι εἶχε παραστρατήσει καὶ ἔκανε ζημιὰ κάτω στὴν Κόνιτσα. Προσευχόμουν λοιπὸν νὰ τὴν φωτίση ὁ Θεὸς νὰ ἀνεβῆ στὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ τῆς μιλήσω. Εἶχα ξεχωρίσει καὶ μερικὰ κομμάτια περὶ μετανοίας ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἀπὸ Πατερικά. Μιὰ μέρα λοιπὸν ἦρθε μὲ δυὸ ἄλλες γυναῖκες. Μιλήσαμε καὶ ἔδειξε ὅτι κατάλαβε. Στὴν συνέχεια ἐρχόταν συχνὰ μὲ τὸ παιδί της καὶ ἔφερνε κεριά, λάδι, λιβάνι γιὰ τὸν ναό. Μιὰ φορὰ κάποιοι γνωστοὶ προσκυνητὲς ἀπὸ τὴν Κόνιτσα μοῦ λένε: «Πάτερ, αὐτὴ ἡ γυναίκα ὑποκρίνεται. Ἐδῶ φέρνει κεριὰ καὶ λιβάνι καὶ κάτω συνεχίζει μὲ τοὺς ἀξιωματικούς». Ὅταν ξαναῆρθε, τὴν βρῆκα στὴν ἐκκλησία νὰ ἀσπάζεται τὶς εἰκόνες, καὶ τῆς ἔβαλα τὶς φωνές: «Φύγε ἀπὸ ̓δῶ, τῆς εἶπα, ἔχεις βρωμίσει ὅλη τὴν περιοχή!...». Ἡ καημένη ἔφυγε κλαίγοντας. Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα καὶ αἰσθάνθηκα μεγάλο σαρκικὸ πόλεμο. «Τί εἶναι αὐτό; λέω. Ποτέ μου δὲν εἶχα τέτοιον πειρασμό. Τί συμβαίνει;». Δὲν μποροῦσα νὰ βρῶ τὴν αἰτία. Κάνω προσευχή, τὰ ἴδια· ὁπότε παίρνω τὸν ἀνήφορο γιὰ τὴν Γκαμήλα6. «Καλύτερα νὰ μὲ φᾶνε οἱ ἀρκοῦδες», εἶπα. Προχώρησα ἀρκετὰ μέσα στὸ βουνό· ὁ πειρασμὸς δὲν ὑποχωροῦσε. Βγάζω τότε ἕνα τσεκουράκι ποὺ εἶχακρεμασμένο στὴν μέση μου καὶ δίνω τρεῖς τσεκουριὲς στὸ πόδι μου, μήπως καὶ μὲ τὸν πόνο φύγη ὁ πειρασμός. Τὸ παπούτσι γέμισε αἷμα, ἀλλὰ τίποτε. Σὲ μιὰ στιγμὴ ἦρθε στὸν νοῦ μου ἐκείνη ἡ γυναίκα καὶ τὰ λόγια ποὺ τῆς εἶχα πεῖ. «Θεέ μου, εἶπα τότε, ἐγὼ γιὰ λίγο ἔζησα αὐτὴν τὴν κόλαση καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὴν ἀντέξω, κι αὐτὴ ἡ ταλαίπωρη ποὺ ζῆ συνέχεια αὐτὴν τὴν κόλαση!... Συγχώρεσέ με ποὺ τὴν κατέκρινα». Ἀμέσως ἔνιωσα μιὰ δροσιὰ θεϊκὴ καὶ ἐξαφανίσθηκε ὁ πόλεμος. Βλέπεις τί κάνει ἡ κατάκριση7;
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Ε’ «Πάθη καὶ Ἀρετὲς» -56
6.Γκαμήλα ὀνομάζεται ἡ βουνοκορφὴ τῆς Πίνδου Πάπιγγο-Τύμφη, ἐπειδὴ τὸ σχῆμα της μοιάζει μὲ καμήλα.
7.Ὁ Γέροντας ἀποκαλύπτοντας ἐξομολογητικὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, ἀποκαλύπτει συγχρόνως τὸ μαρτυρικό του φρόνημα, τὸ ὁποῖο πήγαζε ἀπὸτὴν ἀγάπη του γιὰ τὸν Χριστό. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ κατέφλεγε τὴν καρδιά του καὶ τὸν παρακινοῦσε πρὸς κάθε ὑπερβολὴ ἀσκήσεως καὶ ὀδύνης. Τὸ κίνητρο δηλαδὴ γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση αὐτὴν τοῦ πειρασμοῦ δὲν ἦταν τὸ μίσος πρὸς τὸ σῶμα, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν Χριστό. (Παρόμοια παραδείγματα μαρτυροῦνται καὶ στοὺς βίους τῶν Ἁγίων. Βλ. Βίος Ὁσίου Μαρτινιανοῦ, 13 Φεβρουαρίου). Ὁ Γέροντας ἀνέφερε τὸ γεγονὸς αὐτό, γιὰ νὰ τονίση ὅτι μὲ τὴν κατάκριση ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ· σὲ καμμιὰ περίπτωση δὲν θὰ ὑπεδείκνυε παρόμοια ἀντιμετώπιση ἑνὸς σαρκικοῦ πειρασμοῦ.
Ἕνας ἄλλος πῆγε στρατιώτης καὶ ἔφυγε.
Ἦρθε μετά στὸ Καλύβι καὶ μοῦ λέει: «Θέλω νὰ γίνω μοναχός». «Νὰ πᾶς νὰ ὑπηρετήσης τὴν θητεία σου!».τοῦ λέω. «Στὸν στρατό δὲν εἶναι ὅπως στὸ σπίτι μου»,
μοῦ λέει. «Καλά ποὺ μου τόπες, παλληκάρι, δὲν τόξερα, γιὰ νὰ τὸ λέω καὶ στούς ἄλλους!».Ἐν τῷ μεταξύ νὰ τὸν ψάχνουν οἱ δικοί του. Μετά ἀπὸ λίγες μέρες ξαναπέρασε πρωί-πρωί. Ἦταν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ. «Σὲ θέλω», μοῦ λέει. «Τί θέλεις; τοῦ λέω. Ποῦ ἐκκλησιάστηκες;». «Πουθενά», μοῦ λέει. «Σήμερα, Κυριακή του Θωμά, στὰ Μοναστήρια κάνουν Ἀγρυπνία καὶ ἐσύ δὲν πῆγες; Καὶ θέλεις νὰ γίνης καλόγερος;
Ποῦ ἤσουν;». «Κάθησα στὸ ξενοδοχεῖο. Ἦταν ἥσυχα, στὰ Μονα-στήρια ἔχει θόρυβο!». «Καὶ τώρα τί θὰ κάνης;». «Σκέφτομαι νὰ πάω στὸ Σινά, γιατί θέ-λω σκληρή ζωή». «Κάνε λίγη ὑπομονή», τοῦ λέω. Πάω μέσα, παίρνω ἕνα τσουρέκι ποὺ μου εἶχαν φέρει καὶ τοῦ τὸ δίνω. «Πάρε αὐτὸ τὸ μαλακό τσουρέκι, τοῦ λέω, γιὰ νὰ κάνης σκληρή ζωή, καὶ φύγε!».
Αὐτοί εἶναι οἱ νέοι σήμερα.
Δὲν ξέρουν τί ζητοῦν. Στρίμωγμα δὲν σηκώνουν καθόλου. Ποῦ νὰ θυσιασθοῦν μετά; Θυμᾶμαι στὸν στρατό πόσες φορές παρουσιαζόταν μία ἀνάγκη καὶ ἄκουγες: «Κύριε Διοικητά, νὰ πάω ἐγώ ἀντί γι’ αὐτόν, αὐτός εἶναι παντρεμένος, ἔχει παιδιά, νὰ μή μείνουν τὰ παιδιά του στὸν δρόμο».
Νὰ παρακαλοῦν τὸν Διοικητή νὰ πᾶνε αὐτοί στὴν θέση του, στὴν πρώτη γραμμή! Χαίρονταν νὰ σκοτωθοῦν αὐτοί καὶ νὰ μή σκοτωθῆ ὁ ἄλλος καὶ ἀφήση τὰ παιδιά του στὸν δρόμο! Ποῦ τώρα νὰ κάνη κανεὶς τέτοια θυσία! Σπάνιο πράγμα! Μία φορά εἴχαμε μείνει ἀπὸ νερό σὲ μία τοποθεσία. Εἶδε ὁ Διοικητής στὸν χάρτη ὅτι στὸ τάδε σημεῖο ὑπῆρχε νερό. Ἐκεῖ ὅμως ἦταν οἱ ἀντάρτες. Μᾶς λέει: «Ἐδῶ κοντά ἔχει νερό, ἀλλὰ εἶναι πολύ ἐπικίνδυνα. Ποιός θὰ πάη νὰ γεμίση μερικά παγούρια; οὔτε φῶς δὲν θὰ ἀνάψη». Πετάγεται ὁ ἕνας: «Θὰ πάω ἐγώ, κύριε Διοικητά», ὁ ἄλλος «ἐγώ», ὁ ἄλλος «ἐγώ»!Ὅλοι δηλαδή ζητοῦσαν νὰ πᾶνε! Καὶ τὴν νύχτα, χωρίς φῶς, εἶναι ὁ τρόμος πολύς. «Δὲν μπορεῖτε νὰ πάτε καὶ ὅλοι!».λέει ὁ Διοικητής. Θέλω νὰ πῶ, κανεὶς δὲν σκέφθηκε τὸν ἑαυτό του. Δὲν τραβιόταν ὁ ἕνας νὰ πῆ: «Κύριε Διοικητά, μοῦ πονάει τὸ πόδι», ὁ ἄλλος «μοῦ πονάει τὸ κεφάλι»ἤ «εἶμαι κουρασμένος». Ὅλοι θέλαμε νὰ πᾶμε, καὶ ἄς κινδύνευε ἡ ζωή μας.
Σήμερα ὑπάρχει ἕνα πνεῦμα χλιαρό, καθόλου ἀνδρισμός, καθόλου θυσία.
Ὅλα τὰ μετέτρεψαν μὲ τὴν σημερινή βλαμμένη λογική. Καὶ βλέπεις, ἐνῶ παλιά πήγαιναν ἐθελοντές στὸν στρατό, τώρα παίρνουν τρελλάδικο χαρτί, γιὰ νὰ μήν ὑπηρετήσουν. Κοιτάζουν τί νὰ κάνουν, γιὰ νὰ μήν πᾶνε στρατιῶτες. Ποῦ πρῶτα; Εἴχαμε ἕναν λοχαγό, εἴκοσι τριῶν ἐτῶν ἦταν, ἀλλὰ ἦταν παλληκάρι! Μία φορά τὸν πῆρε τηλέφωνο ὁ πατέρας του, ποὺ ἦταν ἀπόστρατος ἀξιωματικός, καὶ τοῦ εἶπε ὅτι σκέφτεται νὰ φροντίση νὰ φύγη ἀπὸ τὴν πρώτη γραμμή καὶ νὰ πάη στὰ μετόπισθεν. Ἔβαλε τὶς φωνές ὁ λοχαγός. «Ντροπή σου, πατέρα, νὰ λές ἐσύ τέτοια πράγματα! Οἱ κηφῆνες κάθονται». Εἶχε εἰλικρίνεια, τιμιότητα, παλληκαριά πολλή, ποὺ ξεπερνοῦσε τὰ ὅρια, ἔτρεχε μπροστὰ. Ἡ χλαίνη τοῦ ἦταν κόσκινο ἀπὸ τὶς σφαῖρες, καὶ δὲν εἶχε σκοτωθῆ. Ὅταν ἀπολύθηκε, πῆρε τὴν χλαίνη μαζί του, νὰ τὴν ἔχη γιὰ ἐνθύμιο
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Α’ «ΜὲΠόνο καὶἈγάπη»-131-

–Γέροντα, τί ἔχει μέσα ἡ ζήλεια;
–Καὶ τί δὲν ἔχει!...
Ὑπερηφάνεια ἔχει, ἐγωισμὸ ἔχει, φιλαυτία ἔχει... Δὲν ἔχει ἀγάπη οὔτε φυσικὰ καὶ ταπείνωση.
–Δηλαδή, Γέροντα, ἂν κανεὶς ζηλεύη, ἀποκλείεται νὰ ἔχη ἀγάπη;–
Καὶ βέβαια ἀποκλείεται! Δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνας ἄνθρωπος νὰ ἔχη συγχρόνως ζήλεια καὶ ἀγάπη. Κι ἂν ἀκόμη ἔχη λίγη ἀγάπη, ἡ ἀγάπη του δὲν εἶναι καθαρή, γιατὶ μέσα στὴν ἀγάπη του εἶναι ὁ ἑαυτός του.
Ἡ ζήλεια μουρνταρεύει τὴν ἀγάπη καὶ τὴν καλωσύνη, ὅπως τὸ ψόφιο ποντίκι μουρνταρεύει ὅλο τὸ λάδι, ὅταν πέση μέσα στὸ πιθάρι.
Γέροντα, ἐγὼ νομίζω ὅτι ζηλεύω, ἐπειδὴ μέσα μου δὲν νιώθω γεμάτη.
–Πῶς νὰ νιώθης γεμάτη, ὅταν τὰ θέληςὅλα δικά σου;–Ὅταν ὅμως ἐπιθυμῶ κάτι ποὺ δίνεται σὲ μιὰ ἄλλη ἀδελφή;–Ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶπε: «οὐκ ἐπιθυμήσεις ὅσα τῷ πλησίον σού ἐστι»1, πῶς νὰ ἐπιθυμήσουμε κάτι ποὺ ἔχει ὁ ἄλλος;
Οὔτε τὶς βασικὲς ἐντολὲς νὰ μὴν τηρήσουμε;
Μετὰ ἡ ζωή μας γίνεται κόλαση. «Ἕκαστος πειράζεται ὑπὸ τῆς ἰδίας ἐπιθυμίας»2, λέει ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος. Αὐτὲς οἱ ἐπιθυμίες θὰ βασανίζουν τὶς ψυχὲς καὶ στὴν κόλαση. Κι ἂν μᾶς πάρη ὁ Θεὸς στὸν Παράδεισο, χωρὶς νὰ ἔχουμε ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὴν ζήλεια, καὶ ἐκεῖ δὲν θὰ βροῦμε ἀνάπαυση, γιατὶθὰ ἔχουμε τὶς ἴδιες παράλογες ἐπιθυμίες.
Γέροντα, ζηλεύω μιὰ ἀδελφή.
–Ξέρω ποιά ἀδελφὴ ζηλεύεις...
Ἔμαθα ὅμως ὅτι κι ἐκείνη ζηλεύει ἐσένα! Ἐγὼ θὰ εὔχωμαι καὶ οἱ δυό σας νὰ ζηλεύετε τὸν ζηλωτὴ Ἠλία καὶ ἐκεῖνος νὰ σᾶς διώξη τὴν ζήλεια καὶ νὰ σᾶς δώση ἀπὸ τὸν δικό του θεῖο ζῆλο.
Ἀμήν.
–Ὅταν, Γέροντα, ζηλεύω, προσπαθῶ νὰ τοποθετηθῶ λογικά.
–Ἂν ἐξ ἀρχῆς προσπαθήσης νὰ μὴ ζηλέψης, δὲν εἶναι πιὸ καλά;
Ἡ ζήλεια εἶναι γελοῖο πράγμα.
Λίγη σκέψη χρειάζεται, γιὰ νὰ ξεπεράση τὴν ζήλεια κανείς· δὲν χρειάζεται νὰ κάνη μεγάλους ἀγῶνες καὶ πολλὴ ἄσκηση, γιατὶ εἶναι ψυχικὸ πάθος.
Πρόσεξε, μὴν ἀφήσης ποτὲ τὸ πάθος τῆς ζήλειας νὰ σὲ κυριέψη, γιατὶ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα πάθη.
Ξέρεις ἀπὸ τὴν ζήλεια ποῦ μπορεῖ νὰ φθάση ὁ ἄνθρωπος;
Στὸν φθόνο καὶ στὴν διαβολή.
Καὶ οἱ διαβολὲς κάνουν πολὺ μεγαλύτερο κακὸ ἀπὸ τὸν φθόνο.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Ε’ «Πάθη καὶ Ἀρετὲς» -
1Βλ. Ἔξ. 20, 17· Δευτ. 5, 21.
2 Ἰακ. 1, 14.

Ἡ ὑπερηφάνεια μᾶς ἀπομονώνει ἀπὸ τὸν Θεὸ.
–Γέροντα, βλέπω ὅτι δὲν πάω καλά.
–Βρῆκες τὴν αἰτία;
Τὴν προηγούμενη φορὰ ποὺ εἶχα ἔρθει, εἶδα ὅτι, ἐπειδὴ σκεφτόσουν σωστὰ καὶ ἐνεργοῦσες μὲ σύνεση, σὲ βοηθοῦσε καὶ ὁ Χριστός. Μήπως τώρα ὑπερηφανεύθηκες γι ̓ αὐτό, ὁπότε πῆρε τὴν Χάρη Του ὁ Χριστός;
–Ναί, Γέροντα, ἔτσι εἶναι.
–Ὅταν δὲν καταλαβαίνουμε ὅτι προοδεύουμε μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ νομίζουμε ὅτι τὰ καταφέρνουμε μόνοι μας καὶ ὑπερηφανευώμαστε, παίρνει ὁ Θεὸς τὴν Χάρη Του, γιὰ νὰ καταλάβουμε ὅτι μόνον ἡ θέληση καὶ ἡ προσπάθεια εἶναι δικά μας· ἡ δύναμη καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τοῦ Θεοῦ. Μόλις ἀναγνωρίσουμε ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς βοηθοῦσε καὶ γι ̓ αὐτὸ προοδεύαμε, ἀνοίγουν τὰ μάτια μας, ταπεινωνόμαστε, κλαῖμε γιὰ τὴν πτώση μας, μᾶς λυπᾶται ὁ Θεός, μᾶς ξαναδίνει τὴν Χάρη Του καὶ προχωροῦμε.
–Γέροντα, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ὑπερηφανευθῆ, ἡ θεία Χάρις φεύγει ἀμέσως;
–Φυσικά!
Τί νομίζεις, χρειάσθηκαν ὧρες γιὰ νὰ γίνη ὁ Ἑωσφόρος ἀπὸ Ἄγγελος διάβολος; Μέσα σὲ δευτερόλεπτα ἔγινε. Λίγο ἕνας λογισμὸς ἂν περάση στὸν ἄνθρωπο ὅτι κάτι εἶναι, ἀμέσως φεύγει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ τί δουλειὰ ἔχει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ὑπερηφάνεια; Ὁ Θεὸς εἶναι ταπείνωση.Καὶ ὅταν φύγη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ ζαλίζει τὸν ἄνθρωπο. Μπορεῖ μετὰ νὰ δεχθῆ ὁ ἄνθρωπος μιὰ ἐπίδραση δαιμονικὴ ἐξωτερικὴ καὶ νὰ ἔχη μέσα του σκοτάδι πνευματικό. Ὁ ὑπερήφανος δὲν ἔχει Χάρη Θεοῦ, γι ̓ αὐτὸ ὑπάρχει κίνδυνος νὰ πάρη
–Θεὸςφυλάξοι!
–τὸν μεγάλο κατήφορο.
Εἶναι χωρισμένος ἀπὸ τὸν Θεό, γιατὶ ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι κακὸς ἀγωγός, μονωτικό, ποὺ δὲν ἀφήνει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ περάση καὶ μᾶς ἀπομονώνει ἀπὸ τὸν Θεό.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Ε’ «Πάθη καὶ Ἀρετὲς» -45-


Πῶς γίνεται, Γέροντα, ἡ σωστὴ πνευματικὴ ἐργασία στὸν ἑαυτό μας;–Μυστικὰ καὶ σιωπηλά.
Ἡ πνευματικὴ ἐργασία εἶναι πολὺ λεπτὴ καὶ χρειάζεται πολλὴ προσοχὴ στὴν κάθε μας ἐνέργεια.
Ἡ πνευματικὴ ζωὴ εἶναι «ἐπιστήμη ἐπιστημῶν»3, λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Τί ἐγρήγορση χρειάζεται!
Τὸ ἀνέβασμα στὴν πνευματικὴ ζωὴ εἶναι σὰν τὸ ἀνέβασμα σὲ μιὰ κυκλικὴ σκάλα ποὺ δὲν ἔχει κάγκελα. Ἂν ἀνεβαίνη κανεὶς χωρὶς νὰ βλέπη ποῦ πατοῦν τὰ πόδια του καὶ λέη: «ὤ, πόσο ψηλὰ ἀνέβηκα! καὶ ποῦ θὰ φθάσω ἀκόμη!», παραπατάει καὶ πέφτει κάτω.
–Γιατί, Γέροντα, δὲν ἔχει κάγκελα ἡ σκάλα;
–Γιατὶ εἶναι ἐλεύθερος ὁ ἄνθρωπος καὶ πρέπει νὰ χρησιμοποιῆ τὸ μυαλὸ ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός. Ἂν δὲν τὸ χρησιμοποιῆ σωστά, τί νὰ τὸν κάνη ὁ Θεός;
–Γέροντα, μπορεῖ μιὰ κατάσταση πνευματικῆς ξηρασίας νὰ ἔχη αἰτία τὴν ὑπερηφάνεια;
–Ναί, ἂν ὑπάρχη ὑπερηφάνεια, ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νὰ μένη ὁ ἄνθρωπος σὲ μιὰ κατάσταση ὀκνηρίας, ἀκηδίας καὶ ψυχρότητος, γιατί, ἂν τὸν βοηθήση καὶ γευθῆ κάτι οὐράνιο, τότε ἕνα κι ἕνα θὰ τὸ πάρη ἐπάνω του, θὰ νομίζη ὅτι αὐτὸ ὀφείλεται στὸν ἀγώνα ποὺ ἔκανε καὶ θὰ ὑπερηφανεύεται:
«Ἀγωνισθῆτε! θὰ λέη μετὰ καὶ στοὺς ἄλλους. Ἐγὼ ἀγωνίσθηκα καὶ τί ἀξιώθηκα νὰ ζήσω!», καὶ ἔτσι θὰ πληγώνη ψυχές.
Γι ̓ αὐτὸ ὁ Θεὸς τὸν ἀφήνει νὰ χτυπηθῆ, ὅσο χρειάζεται, γιὰ νὰ πεθάνη ἡ ἰδέα ποὺ ἔχει γιὰ τὸν ἑαυτό του, νὰ ἀπελπισθῆ μὲ τὴν καλὴ ἔννοια ἀπὸ τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ νιώση τὸ «χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»4.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Ε’ «Πάθη καὶ Ἀρετὲς» -
3Βλ. Ἡσυχίου Πρεσβυτέρου, Πρὸς Θεόδουλον Λόγος ψυχωφελὴς καὶ σωτήριος περὶ νήψεως καὶ ἀρετῆς κεφαλαιώδης, ρκα’, Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, ἐκδ. «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1974, τόμος Α’, σ. 159.
4Ἰω. 15, 5.

Γέροντα, πῶς θὰ βοηθηθῆ κάποιος ποὺ ζηλεύει νὰ ξεπεράση τὴν ζήλεια;
–Ἂν γνωρίση τὰ χαρίσματα μὲ τὰ ὁποῖα τὸν ἔχει προικίσει ὁ Θεὸς καὶ τὰ ἀξιοποιήση, τότε δὲν θὰ ζηλεύη καὶ ἡ ζωή του θὰ εἶναι Παράδεισος.
Πολλοὶ δὲν βλέπουν τὰ δικά τους χαρίσματα· βλέπουν μόνον τὰ χαρίσματα τῶν ἄλλων καὶ τοὺς πιάνει ἡ ζήλεια. Θεωροῦν τὸν ἑαυτό τους ἀδικημένο, μειωμένο, κι ἔτσι βασανίζονται καὶ κάνουν τὴν ζωή τους μαύρη. «Γιατί αὐτὸς νὰ ἔχη αὐτὰ τὰ χαρίσματα κι ἐγὼ νὰ μὴν τὰ ἔχω;», λένε. Μὰ ἐσὺ ἔχεις ἄλλα χαρίσματα, ἐκεῖνος ἄλλα. Θυμᾶστε τὸν Κάιν καὶ τὸν Ἄβελ; Δὲν ἔψαξε ὁ Κάιν νὰ βρῆ τὰ δικά του χαρίσματα, ἀλλὰ κοιτοῦσε τὰ χαρίσματα τοῦ Ἄβελ· ὁπότε καλλιέργησε τὸν φθόνο πρὸς τὸν ἀδελφό του, μετὰ τὰ ἔβαλε καὶ μὲ τὸν Θεὸ καὶ τελικὰ ἀπὸ τὸν φθόνο ἔφθασε στὸν φόνο6. Καὶ μπορεῖ αὐτὸςνὰ εἶχε περισσότερα καὶ μεγαλύτερα χαρίσματα ἀπὸ τὸν Ἄβελ.
–Γέροντα, πῶς μπορεῖ κανείς, ὅταν βλέπη τὰ χαρίσματα τῶν ἄλλων, νὰ μὴ ζηλεύη, ἀλλὰ νὰ χαίρεται;
–Ἂν ἀξιοποιῆ τὰ δικά του χαρίσματα καὶ δὲν τὰ θάβη, τότε θὰ χαίρεται μὲ τὰ χαρίσματα τῶν ἄλλων. Χρόνια τώρα βλέπω ἐδῶ μιὰ ἀδελφὴ τί φωνὴ ἔχει, τί εὐλάβεια, καὶ ὅμως δὲν πάει νὰ ψάλη. Καὶ ἐπειδὴ τὸ δικό της χάρισμα τὸ θάβει καὶ δὲν ψάλλει, μαραζώνει, ὅταν ἀκούη τὴν ἄλλη ποὺ δὲν ἔχει καὶ τόσο καλὴ φωνὴ νὰ ψάλλη. Δὲν σκέφτεται ὅτι σ ̓ αὐτὴν ἔδωσε ὁ Θεὸς καλύτερη φωνή, ἀλλὰ δὲν τὴν καλλιεργεῖ. Γι ̓ αὐτό, λέω, ὁ καθένας νὰ ψάξη νὰ δῆ μήπως τὸ χάρισμα ποὺ βλέπει στὸν ἄλλον καὶ τὸ ζηλεύει τὸ ἔχει καὶ αὐτός, ἀλλὰ δὲν τὸ καλλιεργεῖ, ἢ μήπως ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε ἄλλο χάρισμα. Γιατὶ ὁ Θεὸς δὲν ἀδικεῖ κανέναν· στὸν καθέναν ἔχει δώσει ἕνα διαφορετικὸ χάρισμα ποὺ θὰ τὸν βοηθήση στὴν πνευματική του πρόοδο.Ὅπως ὁ ἕνας ἄνθρωπος δὲν μοιάζει μὲ τὸν ἄλλο, ἔτσι καὶ τὸ χάρισμα τοῦ ἑνὸς δὲν μοιάζει μὲ τοῦ ἄλλου. Προσέξατε καμμιὰ φορὰ τὰ ἀγριομπίζελα ποὺ ἔχετε ἐκεῖ κάτω στὸν φράχτη; Ὅλα εἶναι ἀπὸ μία ρίζα, ἀλλὰ ἔχουν διαφορετικὰ χρώματα καὶ τὸ ἕνα εἶναι πιὸ ὄμορφο ἀπὸ τὸ ἄλλο. Καὶ ὅμως τὸ ἕνα δὲν ζηλεύει τὸ ἄλλο... Τὸ καθένα χαίρεται μὲ τὸ χρῶμα ποὺ ἔχει. Βλέπετε καὶ τὰ πουλιά; Τὸ καθένα ἔχει τὴν χάρη του, τὸ δικό του κελάηδημα.
Ἂς βρῆ λοιπὸν ὁ καθένας τὰ χαρίσματα ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἂς δοξάζη τὸν Καλὸ Θεό, ὄχι ἐγωιστικά, φαρισαϊκά, ἀλλὰ ταπεινά, ἀναγνωρίζοντας ὅτι δὲν ἔχει ἀνταποκριθῆ στὶς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἂς τὰ ἀξιοποιήση στὸ ἑξῆς.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Ε’ «Πάθη καὶ Ἀρετὲς» -65-

Τὰ παιδιὰ πρέπει νὰ χορτάσουν στὸ σπίτι στοργὴ καὶ ἀγάπη.
Τὸ παιδὶ ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ πολλὴ ἀγάπη καὶ στοργὴ καὶ ἀπὸ πολλὴ
καθοδήγηση. Θέλει νὰ καθήσης κοντά του, νὰ σοῦ πῆ τὰ προβλήματά του, νὰ τὸ
χαϊδέψης, νὰ τὸ φιλήσης. Ὅταν τὸ μικρὸ παιδὶ εἶναι καμμιὰ φορὰ ἀνήσυχο καὶ κάνη
σκανταλιές, ἂν τὸ πάρη ἡ μάνα στὴν ἀγκαλιά, τὸ χαϊδέψη καὶ τὸ φιλήση, ἠρεμεῖ,
γαληνεύει. Ἂν χορτάση στοργὴ καὶ ἀγάπη, ὅταν εἶναι μικρό, ὕστερα ἔχει δύναμη νὰ
ἀντιμετωπίση τὰ προβλήματα τῆς ζωῆς.
Σήμερα ὅμως τὰ περισσότερα παιδιὰ βλέπουν τοὺς γονεῖς τους γιὰ λίγο τὸ
βράδυ καὶ δὲν χορταίνουν ἀγάπη. Πολλὲς φορὲς οἱ γονεῖς ποὺ εἶναι ἐκπαιδευτικοὶ ἢ
γιατροὶ καὶ ἀσχολοῦνται στὴν δουλειά τους μὲ παιδιὰ δίνουν τὴν στοργή τους στὰ
ξένα παιδιὰ καί, ὅταν γυρίζουν στὸ σπίτι, δὲν ἔχουν στοργὴ γιὰ τὰ δικά τους παιδιά.
Εἶναι κουρασμένοι. Ἔχει τελειώσει πιὰ ἡ μπαταρία. Ὁ πατέρας ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ
ξαπλώνει στὴν πολυθρόνα, παίρνει καὶ τὴν ἐφημερίδα νὰ διαβάση κανένα νέο καὶ δὲν
ἀσχολεῖται καθόλου μὲ τὰ παιδιά· πάει κοντά του τὸ παιδάκι καί, ἀντὶ νὰ τοῦ μιλήση,
ἀντὶ νὰ τὸ χαϊδέψη λίγο, τὸ διώχνει. Ἡ μάνα ἀπὸ τὴν ἄλλη πάει νὰ ἑτοιμάση κάτι γιὰ
φαγητό, ὁπότε οὔτε αὐτὴ δὲν εὐκαιρεῖ νὰ ἀσχοληθῆ μὲ τὰ παιδιά, κι ἔτσι τὰ καημένα
μεγαλώνουν στερημένα ἀπὸ ἀγάπη. Ἢ μερικοὶ δικαστικοί, ὅταν τὸ παιδὶ κάνη καμμιὰ
ζημιά, κάνουν καὶ στὸ σπίτι δικαστήριο. Δὲν φέρονται στὰ παιδιὰ μὲ στοργὴ καὶ
ἀγάπη, γι ̓ αὐτὸ μετὰ καὶ αὐτὰ ἔχουν ψυχολογικὰ προβλήματα.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Δ’ «Οἰκογενειακή Ζωή» ‐


Τὸ παράδειγμα τῶν γονέων
– Γέροντα, ὅταν τὸ παιδὶ δὲν ὑπακούη καὶ ἀντιδρᾶ, πῶς πρέπει νὰ φερθοῦν οἱ
γονεῖς;
– Γιὰ νὰ μὴν ὑπακούη τὸ παιδὶ καὶ νὰ φέρεται ἄσχημα, κάτι θὰ φταίη. Μπορεῖ
νὰ βλέπη ἄσχημες σκηνὲς ἢ νὰ ἀκούη ἄσχημα λόγια μέσα στὸ σπίτι ἢ ἔξω ἀπὸ αὐτό.
Πάντως τὰ παιδιὰ στὰ πνευματικὰ θέματα τὰ βοηθοῦμε κυρίως μὲ τὸ παράδειγμά
μας, ὄχι μὲ τὸ ζόρισμα. Περισσότερο μάλιστα τὰ βοηθάει ἡ μητέρα μὲ τὸ παράδειγμά
της, μὲ τὴν ὑπακοή της καὶ τὸν σεβασμό της πρὸς τὸν σύζυγο. Ἂν σὲ κάποιο θέμα ἔχη
διαφορετικὴ γνώμη ἀπὸ ἐκεῖνον, ποτὲ νὰ μὴν τὴν ἐκφράζη μπροστὰ στὰ παιδιά, γιὰ
νὰ μὴν τὸ ἐκμεταλλεύεται ὁ πονηρός. Ποτὲ νὰ μὴ χαλνάη τὸν λογισμὸ τῶν παιδιῶν
γιὰ τὸν πατέρα. Ἀκόμη καὶ ἂν φταίη ὁ πατέρας, νὰ τὸν δικαιολογῆ. Ἂν λ.χ. φερθῆ
ἄσχημα, νὰ πῆ στὰ παιδιά: « Ὁ μπαμπᾶς εἶναι κουρασμένος, γιατὶ ξενύχτησε, γιὰ νὰ
τελειώση μιὰ ἐπείγουσα δουλειά. Καὶ αὐτὸ γιὰ σᾶς τὸ κάνει».
Πολλοὶ γονεῖς μαλώνουν μπροστὰ στὰ παιδιὰ καὶ τοὺς δίνουν ἄσχημα
μαθήματα. Τὰ καημένα τὰ παιδιὰ θλίβονται. Ἀρχίζουν μετὰ οἱ γονεῖς, γιὰ νὰ τὰ
παρηγορήσουν, νὰ τοὺς κάνουν ὅλα τὰ χατίρια. Πηγαίνει ὁ πατέρας καὶ καλοπιάνει
τὸ παιδί: «Τί θέλεις, χρυσό μου, νὰ σοῦ πάρω;». Πηγαίνει καὶ ἡ μάνα, τὸ καλοπιάνει κι
ἐκείνη, καὶ τελικὰ τὰ παιδιὰ μεγαλώνουν μὲ νάζια καὶ καμώματα καὶ ὕστερα, ἂν δὲν
μποροῦν οἱ γονεῖς νὰ τοὺς δώσουν ὅ,τι τοὺς ζητοῦν, τοὺς ἀπειλοῦν ὅτι θὰ
αὐτοκτονήσουν.
Καὶ βλέπω πόσο βοηθάει τὰ παιδιὰ τὸ καλὸ παράδειγμα τῶν γονέων. Ἦρθαν
σήμερα δυὸ κοριτσάκια – τὸ ἕνα θὰ ἦταν τριῶν χρονῶν καὶ τὸ ἄλλο τεσσάρων – μὲ
τοὺς γονεῖς τους ποὺ ἦταν πολὺ εὐλαβεῖς. Πόσο τὰ χάρηκα! Σὰν ἀγγελούδια ἦταν.
Κάθονταν καὶ σκέπαζαν μὲ τὰ φορεματάκια τους τὰ γονατάκια τους. Εἶχαν μιὰ
συστολή, ἕναν σεβασμό! Καὶ ὅλο αὐτὸ προερχόταν ἀπὸ τὴν συμπεριφορὰ τῶν γονέων.
Ὅταν τὰ παιδιὰ βλέπουν τοὺς γονεῖς τους νὰ ἔχουν ἀγάπη μεταξύ τους, νὰ ἔχουν
σεβασμό, νὰ φέρωνται μὲ σύνεση, νὰ προσεύχωνται κ.λπ., τότε αὐτὰ τὰ τυπώνουν
στὴν ψυχή τους. Γι ̓ αὐτὸ λέω ὅτι ἡ καλύτερη κληρονομιὰ ποὺ μποροῦν νὰ ἀφήσουν οἱ
γονεῖς στὰ παιδιά τους εἶναι νὰ τοὺς μεταδώσουν τὴν δική τους εὐλάβεια.
Νὰ βλέπατε ἕνα κοριτσάκι στὴν Αὐστραλία͵ τί ἀρχοντιὰ εἶχε! Ἤμασταν στὴν
Κανμπέρα. Εἶχα δεῖ τοὺς τελευταίους ἀνθρώπους ποὺ εἶχαν ἔρθει ἐκεῖ καὶ σὲ λίγο θὰ
φεύγαμε. Βλέπω, σταματάει ἕνα αὐτοκίνητο καὶ κατεβαίνει ἕνα ἀνδρόγυνο μὲ τὸ
κοριτσάκι τους. «Γέροντα, σᾶς προλάβαμε», μοῦ λένε. «Ναί, τοὺς λέω, σὲ λίγο
φεύγουμε». «Γέροντα, λέει ὁ ἄνδρας, ἐγὼ ἂς μὴν ἔρθω· δὲν πειράζει· μόνον ἡ σύζυγος
νὰ σᾶς δῆ λίγο, γιὰ νὰ ἀναπαυθῆ, γιατὶ εἶναι εὐαίσθητη». Πήγαμε λίγο πιὸ πέρα μὲ
τὴν μάνα, γιὰ νὰ μοῦ πῆ τί ἤθελε. Τὸ κοριτσάκι ἔτρεχε ἀπὸ πίσω της. «Κάθησε, τοῦ
λέω, θὰ ἔρθη ἡ μαμά». «Ἐσὺ ἔχεις μαμά;», μὲ ρωτάει. «Δὲν ἔχω», τοῦ λέω. Βλέπω, τὰ
ματάκια του βούρκωσαν. «Θέλεις νὰ σοῦ δώσω τὴν δική μου μαμά;», μοῦ λέει. Τὸ
ρωτάω τότε κι ἐγώ: «Ἐσὺ ἔχεις παπποῦ;». «Ὄχι», μοῦ λέει. «Θέλεις παπποῦ;».
«Θέλουμε, μοῦ λέει. Θέλεις νὰ καθήσης στὸ σπίτι τὸ δικό μας ἢ θέλεις νὰ καθήσουμε
ἐμεῖς στὸ δικό σου; Ὅπως θέλεις», μοῦ λέει. Τέτοια ἀρχοντιά! Μικρὸ παιδὶ νὰ θυσιάση
τὴν μάνα του! Καὶ νὰ δῆτε, εἶχε ἀντιγράψει τοὺς γονεῖς του. Ὁ πατέρας εἶχε πολλὴ
ἀρχοντιά. Τὸν ἀγκάλιασα, τὸν φίλησα, τὸν συνεχάρηκα. Πόσες εὐχὲς τοῦ ἔδωσα!
Τέτοιοι ἄνθρωποι συγκινοῦν καὶ τὸν πιὸ σκληρόκαρδο ἄνθρωπο, πόσο μᾶλλον τὸν
Θεό!
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Δ’ «Οἰκογενειακή Ζωή»


Ἡ πνευματικὴ ἀναγέννηση τῶν παιδιῶν
– Γέροντα, γιὰ τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν εὐθύνονται μόνον οἱ γονεῖς;
Κυρίως οἱ γονεῖς εὐθύνονται, γιατί, ἀνάλογα μὲ τὴν ἀνατροφὴ ποὺ θὰ
δώσουν στὰ παιδιά, θὰ γίνουν καλοὶ κληρικοί, καλοὶ ἐκπαιδευτικοὶ κ.λπ., καὶ θὰ
βοηθοῦν καὶ αὐτὰ μὲ τὴν σειρά τους τὰ παιδιά, καὶ τὰ δικά τους καὶ τοῦ κόσμου. Ἡ
μητέρα μάλιστα ἔχει περισσότερη εὐθύνη ἀπὸ τὸν πατέρα γιὰ τὴν ἀνατροφὴ τῶν
παιδιῶν.
Ἂν οἱ γονεῖς, κατὰ τὸ διάστημα ποὺ τὸ παιδάκι εἶναι ἀκόμη στὴν κοιλιὰ τῆς
μητέρας, προσεύχωνται, ζοῦν πνευματικά, τὸ παιδάκι θὰ γεννηθῆ ἁγιασμένο. Καὶ
στὴν συνέχεια, ἂν τὸ βοηθήσουν πνευματικά, θὰ γίνη ἁγιασμένος ἄνθρωπος καὶ θὰ
βοηθάη τὴν κοινωνία, εἴτε στὴν Ἐκκλησία θὰ διακονῆ εἴτε στὴν ἐξουσία θὰ ἀνεβῆ
κ.λπ. Πρέπει ὅλοι νὰ βοηθοῦμε τὰ παιδιά, ὥστε νὰ γίνουν σωστοὶ ἄνθρωποι καὶ νὰ
μείνη λίγο προζύμι γιὰ τὶς ἑπόμενες γενιές. Γιατὶ τώρα, ὅπως πᾶνε τὰ πράγματα, πάει
νὰ χαθῆ καὶ τὸ προζύμι. Καὶ ἂν χαθῆ τὸ προζύμι, μετὰ τί θὰ γίνη;
Οἱ γονεῖς ποὺ γεννοῦν τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς δίνουν τὸ σῶμα πρέπει νὰ συντελέ‐
σουν, ὅσο μποροῦν, καὶ στὴν πνευματικὴ ἀναγέννησή τους. Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος, ἐὰν δὲν
ἀναγεννηθῆ πνευματικά, εἶναι γιὰ τὴν κόλαση. Ὕστερα οἱ γονεῖς, ὅ,τι δὲν μποροῦν νὰ
κάνουν οἱ ἴδιοι γιὰ τὰ παιδιά τους, θὰ τὸ ἀναθέσουν σὲ δασκάλους. Γι ̓ αὐτὸ λέει καὶ ἡ
Ἐκκλησία μας «τοὺς γονεῖς ἡμῶν καὶ διδασκάλους»1. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ οἱ
πνευματικοὶ Πατέρες, ποὺ μπορεῖ νὰ μὴν ἔχουν παιδιά, ἀλλὰ βοηθοῦν πιὸ θετικὰ
στὴν ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν, γιατὶ ἐργάζονται γιὰ τὴν πνευματική τους ἀναγέννηση.
Θέλω νὰ πῶ, ὅλοι πρέπει νὰ βοηθοῦν, καθένας μὲ τὸν τρόπο του, μὲ τὸ παρά‐
δειγμά του, γιὰ νὰ ἀναγεννηθοῦν τὰ παιδιά, ὥστε νὰ ζήσουν εἰρηνικὰ σ ̓ αὐτὴν τὴν
ζωὴ καὶ νὰ πᾶνε στὸν Παράδεισο. Ὅταν τὰ παιδιὰ γίνουν πνευματικοὶ ἄνθρωποι,
οὔτε νόμους χρειάζονται οὔτε τίποτε. «Δικαίοις νόμος οὐ κεῖται»2. Ὁ νόμος εἶναι γιὰ
τοὺς παρανόμους. Ἡ πνευματικὴ ἐξουσία εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὶς ἀνθρώπινες
ἐξουσίες.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Δ’ «Οἰκογενειακή Ζωή» ‐

Νὰ ἔχης τὴν διάθεση νὰ ἀρχίσης
Γέροντα, γιατί ἔχω ἀμέλεια;
– Ἀ‐μέλεια; Γιατὶ σοῦ λείπει τὸ ...μέλι! Δὲν ἔχεις, φαίνεται, γλυκαθῆ ἀπὸ τὰ
πνευματικά.
– Γέροντα, μετὰ ἀπὸ μιὰ περίοδο ἀμελείας, βοηθάει νὰ ξεκινήσω σιγὰ‐σιγά; Τὴν
μιὰ μέρα νὰ κάνω ἕνα κομποσχοίνι, τὴν ἄλλη δύο κ.λπ.;
– Νὰ ἔχης τὴν διάθεση νὰ ἀρχίσης καὶ νὰ βιάσης λίγο τὸν ἑαυτό σου, γιὰ νὰ
βάλης μιὰ ἀρχή. Ἀκόμη καὶ κουρασμένος ἂν εἶναι κανείς, ἂν βιάση λίγο τὸν ἑαυτό
του, περνάει ἡ κούραση καὶ νιώθει καλά. Αὐτὴ ἡ μικρὴ προσπάθεια ποὺ κάνει, ἔχει
μεγάλη σημασία, γιατὶ ὁ Θεὸς τὴν διάθεση θέλει γιὰ νὰ ἐπέμβη· καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ θὰ
μᾶς σώση, ἡ θεία ἐπέμβαση.
– Γέροντα, ἀκόμη καὶ ὅταν ἔχω χρόνο, δὲν ἔχω διάθεση νὰ κάνω πνευματικά.
– Ἔ, συμβαίνει καμμιὰ φορὰ αὐτὴ ἡ ἀνορεξία, ἀλλὰ [//54] χρειάζεται λίγη βία.
Ὅταν κανεὶς εἶναι ἀδιάθετος, συνήθως δὲν ἔχει ὄρεξη γιὰ φαγητό, ἀλλὰ βιάζει τὸν
ἑαυτό του καὶ τρώει. Ἔχει‐δὲν ἔχει ὄρεξη, τρώει κάτι ἐλαφρὺ στὴν ἀρχή, γιατὶ δὲν
σηκώνει τὸ στομάχι του, καὶ ἔρχεται σιγὰ‐σιγὰ ἡ ὄρεξη. Ἂν δὲν φάη, πῶς θὰ στυλωθῆ;
Ἔτσι κι ἐσύ, δὲν πρέπει νὰ ἀφήσης τὸν ἑαυτό σου ρέμπελο, γιατὶ θὰ καταστραφῆ. Νὰ
τοῦ δώσης ἐλαφριὰ πνευματικὴ τροφή, ὥστε σιγὰ‐σιγὰ νὰ συνέλθη. Νὰ κάνης μιὰ
προσπάθεια λίγο‐λίγο, γιὰ νὰ ἀρχίσης.
– Πράγματι, Γέροντα, ἡ δυσκολία μου εἶναι νὰ ἀρχίσω νὰ κάνω πνευματικά.
– Ναί, γιατὶ τὰ λάδια σου εἶναι παγωμένα. Νὰ κάνης λίγες μετάνοιες, λίγη
μελέτη, λίγο κομποσχοίνι, γιὰ νὰ ζεσταθῆ ἡ καρδιά. Νὰ λές: «Θὰ κάνω μόνον πέντεμετάνοιες». Ἂν πάρη μπρὸς ἡ μηχανή, μετὰ δὲν θὰ μπορῆς νὰ τὴν σταματήσης·
φρενάρισμα θὰ θέλη.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ ΣΤ’ «Περί Προσευχής»


«Πρῶτον διαλλάγηθι»
– Γέροντα, ἂν ἀπὸ ἀπροσεξία κάνω ἕνα σφάλμα καὶ δὲν τὸ καταλάβω, γιὰ νὰ
ζητήσω συγχώρηση ἀπὸ τὴν ἀδελφὴ τὴν ὁποία λύπησα, μπορεῖ στὴν προσευχὴ νὰ
ἔχω ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό;
– Γιὰ νὰ ἐπικοινωνήσης μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ βρῆς ἀνάπαυση, πρέπει νὰ
παρακολουθῆς τὸν ἑαυτό σου καὶ νὰ ἔχης συνεχῆ ἐγρήγορση, γιὰ νὰ καταλαβαίνης
τὰ σφάλματά σου, νὰ μετανοῆς καὶ νὰ ζητᾶς συγχώρηση. Διαφορετικά, ἀκόμη κι ἂν
νιώθης κάποια χαρὰ στὴν] προσευχή, αὐτὴ δὲν θὰ εἶναι χαρὰ πνευματική. Δὲν θὰ
ἔχης μέσα σου τὸ πνευματικὸ φτερούγισμα ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία μὲ
τὸν Θεό.
– Καμμιὰ φορά, Γέροντα, ὅταν πάω νὰ προσευχηθῶ, ἔχω μέσα μου μιὰ
ἀνησυχία.
– Ἂν ἔχης ἀνησυχία ἐσωτερικὴ ἢ νιώθης τὴν καρδιά σου σκληρή, νὰ ξέρης ὅτι
κάποια ἀδελφὴ θὰ πλήγωσες καὶ γι’ αὐτὸ νιώθεις ἔνοχη. Ἂν τῆς ζητήσης συγχώρηση,
θὰ φύγη ἡ ἀνησυχία.
– Ἡ προσευχή, Γέροντα, δὲν μπορεῖ νὰ διώξη αὐτὴν τὴν ἀνησυχία; Χρειάζεται
ὁπωσδήποτε νὰ ζητήσω συγχώρηση;
– Κοίταξε, ἂν στενοχωρήσης μιὰ ἀδελφή, δὲν μπορεῖς νὰ τὸ τακτοποιήσης αὐτὸ
μόνο μὲ τὴν προσευχή. Πρέπει νὰ πᾶς νὰ τῆς βάλης μετάνοια καὶ νὰ τῆς ζητήσης
συγγνώμη. Ἂν δὲν βάλης μετάνοια στὴν ἀδελφή, καὶ τριακόσιες μετάνοιες νὰ κάνης
στὸ κελλί σου, δὲν πιάνουν. Δὲν τακτοποιοῦνται ἔτσι αὐτὰ τὰ πράγματα. «Πρῶτον
διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ σου»20, λέει τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ ὕστερα πρόσφερε τὸ δῶρο σου21.
Ἐκτὸς ἐὰν δὲν μπορῆς νὰ τὴν βρῆς ἐκείνη τὴν ὥρα, ἀλλὰ ἔχης μετανοιώσει γιὰ τὸ
σφάλμα σου καὶ εἶσαι ἀποφασισμένη, μόλις τὴν συναντήσης, νὰ τῆς ζητήσης
συγγνώμη· τότε ἡ προσευχή σου γίνεται δεκτὴ ἀπὸ τὸν Θεό.
– Γέροντα, ἂν γίνη μιὰ παρεξήγηση μὲ κάποια ἀδελφή, ὅταν πάω στὸ κελλί
μου, εἰρηνεύω καὶ μπορῶ νὰ προσευχηθῶ. Μετά, ὅμως, ὅταν συναντήσω τὴν ἀδελφή,
εἶμαι σκληρὴ ἀπέναντί της καὶ μπορεῖ νὰ τὴν ἀποφύγω.
– Δὲν τὸ καταλαβαίνω αὐτό. Ἂν παρεξηγηθῆς μὲ μιὰ ἀδελφή, πῶς πᾶς στὸ
κελλί σου καὶ εἰρηνεύεις; Ἂν δὲν τῆς βάλης μετάνοια, πῶς μπορεῖς νὰ εἰρηνεύσης καὶ
νὰ προσευχηθῆς; Ἂν εἶχες μέσα σου τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, ἡ καρδιά σου θὰ εἶχε
μαλακώσει μετὰ τὴν προσευχὴ ποὺ ἔκανες στὸ κελλὶ καί, μόλις θὰ συναντοῦσες τὴν
ἀδελφή, θὰ τὸ θεωροῦσες εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ δὲν θὰ τὴν ἀπέφευγες.
– Μήπως, Γέροντα, δικαιολογῶ τὸ σφάλμα μου καὶ ἔτσι μπορῶ καὶ
προσεύχομαι;
– Τί προσευχὴ εἶναι αὐτή; Μόνον ἂν ὁ ἄνθρωπος πάρη τὸ σφάλμα ἐπάνω του
καὶ πῆ «εὐλόγησον»22, ἔρχεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, καὶ μπορεῖ νὰ ἐπικοινωνήση μὲ τὸν
Θεό.
22 «Εὐλόγησον»: Ἐδῶ σημαίνει «συγχώρεσέ με».
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ ΣΤ’ «Περί Προσευχής»

Mike Christodoulakis
Εχει πει ο Αγιος Παισιος υψιστο αγαθο η υγεια?????
Θελω ν


Γέροντα, όταν έχω εμπάθεια, μπορεί να δουλέψη η καρδιά μου στην προσευχή;
– Πώς να δουλέψη η καρδιά σου στην προσευχή, όταν μέσα σου έχης πάθη; Νά, πάρε ένα σκουριασμένο καλώδιο και σύνδεσέ το με το τηλέφωνο. Μπορείς να συνεννοηθής; Βραχυκυκλώνεται, βουίζει. Και ο άνθρωπος, όταν έχη μέσα του σκουριές, πάθη, έχει βραχυκυκλώματα στην πνευματική ζωή· μόνος του βραχυκυκλώνεται. Χρειάζεται να προσέξη την υπερηφάνεια, τον εγωισμό, το θέλημα, την αναίδεια. Γιατί, αν είναι κυριευμένος από αυτά, δεν είναι δυνατόν να τον επισκεφθή η Χάρις του Θεού, ώστε να μπορέση να προσευχηθή.
Πρέπει να καθαρίση τα σκουριασμένα του «καλώδια», για να γίνη καλός αγωγός και να μπορή να επικοινωνή με τον Θεό. Και όσο περισσότερο θα καθαρίζεται από τα πάθη, τόσο περισσότερο θα προχωράη στην προσευχή.
Τα πάθη είναι παράσιτα που εμποδίζουν την θεία επικοινωνία. Αν δεν φύγουν τα παράσιτα, πώς θα μπορέση ο άνθρωπος να επικοινωνήση με τον Θεό;
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ ΣΤ’ «Περί Προσευχής»


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΐΣΙΟΣ: ΑΣ ΜΗΝ ΠΕΤΡΟΒΟΛΟΥΜΕ… ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ!
.Ο τρόπος της Εκκλησίας είναι η αγάπη
Είπα σε κάποιον μιά φορά: «Ξέρεις πώς υπάρχουν και μαχητές τού πειρασμού;». Ό Χριστιανός δέν πρέπει νά είναι φανατικός, άλλα νά έχη αγάπη γιά όλους τους ανθρώπους.
Όποιος πετάει λόγια αδιάκριτα, και σωστά νά είναι, κάνει κακό.
Γνώρισα έναν συγγραφέα πού είχε ευλάβεια πολλή, άλλα μιλούσε στους κοσμικούς μέ μιά γλώσσα ωμή, πού προχωρούσε όμως σε βάθος, και τους τράνταζε.
Μιά φορά μου λέει: «Σε μιά συγκέντρωση είπα αυτό και αυτό σέ μιά κυρία». Άλλα μέ τον τρόπο πού της τό είπε, την είχε σακατέψει. Την πρόσβαλε μπροστά σέ όλους. «Κοίταξε, τού λέω, εσύ πετάς στους άλλους χρυσά στεφάνια μέ διαμαντόπετρες, έτσι όμως πού τά πετάς, σακατεύεις κεφάλια. Όχι μόνον ευαίσθητα άλλα καί γερά». Ας μην πετροβολάμε τους ανθρώπους… χριστιανικά.
Όποιος ελέγχει μπροστά σέ άλλους κάποιον πού αμάρτησε ή μιλάει μέ εμπάθεια γιά κάποιο πρόσωπο, αυτός δέν κινείται άπό τό Πνεύμα τού Θεού κινείται άπό άλλο πνεύμα. Ό τρόπος της Εκκλησίας είναι ή αγάπη- διαφέρει άπό τόν τρόπο των νομικών.
Ή Εκκλησία βλέπει τά πάντα μέ μακροθυμία και κοιτάζει νά βοηθήση τόν καθέναν, ο,τι καί άν έχη κάνει, όσο αμαρτωλός καί άν είναι. Βλέπω σέ μερικούς ευλαβείς ένα είδος παράξενης λογικής.
Καλή είναι ή ευλάβεια πού έχουν, καλή καί ή διάθεση γιά τό καλό, άλλα χρειάζεται καί ή πνευματική διάκριση καί ευρύτητα, γιά νά μή συνοδεύη την ευλάβεια ή στενοκεφαλιά, ή γεροκεφαλιά (τό γερό δηλαδή αρβανίτικο κεφάλι). Όλη ή βάση είναι νά έχη κανείς πνευματική κατάσταση, γιά νά έχη τήν πνευματική διάκριση, γιατί αλλιώς μένει στο «γράμμα τον νόμου», καί τό «γράμμα του νόμου άποκτείνει».
Αυτός πού έχει ταπείνωση, δεν κάνει ποτέ τόν δάσκαλο ακούει καί, όταν τού ζητηθη ή γνώμη του, μιλάει ταπεινά. Ποτέ δέν λέει «εγώ», άλλα «ό λογισμός μού λέει» ή «οί Πατέρες είπαν». Μιλάει δηλαδή σάν μαθητής. Όποιος νομίζει ότι είναι ικανός νά διορθώνη τους άλλους έχει πολύ εγωισμό.
- Όταν, Γέροντα, ξεκινάη κανείς άπό καλή διάθεση νά κάνη κάτι καί φθάνη στά άκρα, λείπει ή διάκριση;
- Είναι ό εγωισμός μέσα στην ενέργεια του αυτή καί δέν το καταλαβαίνει, γιατί δέν γνωρίζει τόν εαυτό του, γι’ αυτό πιάνει τα άκρα. Πολλές φορές από ευλάβεια ξεκινούν μερικοί, αλλά που φθάνουν!
Από το βιβλίο: «Πνευματική αφύπνιση»,
Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Β'

Γέροντα, γιατί πέφτω συχνά στην κατάκριση;
– Επειδή ασχολείσαι πολύ με τους άλλους. Περιεργάζεσαι τις αδελφές και θέλεις από περιέργεια να μαθαίνης τί κάνει η μιά, τί κάνει η άλλη· έτσι μαζεύεις υλικό, για να έχη το ταγκαλάκι να εργάζεται και να σε ρίχνη στην κατάκριση.
– Γιατί, Γέροντα, ενώ πρώτα δεν έβλεπα τα ελαττώματα των άλλων, τώρα τα βλέπω και κατακρίνω;
– Τώρα βλέπεις τα ελαττώματα των άλλων, γιατί δεν βλέπεις τα δικά σου.
– Από που προέρχονται, Γέροντα, οι λογισμοί κατακρίσεως; – Από την ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας – δηλαδή από την υπερηφάνεια
– και από την τάση να δικαιολογούμε τον εαυτό μας.
– Γέροντα, η κατάκριση έχει έλλειψη αγάπης;
– Έμ, τί έχει; Και έλλειψη αγάπης έχει και αναίδεια έχει. Όταν δεν έχης αγάπη, δεν βλέπεις με επιείκεια τα λάθη των άλλων, οπότε τους ταπεινώνεις μέσα σου και τους κατακρίνεις. Πάει μετά το ταγκαλάκι και τους βάζει να κάνουν και άλλο σφάλμα· το βλέπεις εσύ, τους κατακρίνεις πάλι και ύστερα συμπεριφέρεσαι με αναίδεια.
Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου.!!!!!!!!!!!

Γέροντα, ἔχω ζήλεια, μνησικακία, κατακρίνω, θυμώνω...
–Ἡ ζήλεια, ἡ κατάκριση, ὁ θυμός, ἡ μνησικακία κ.λπ., ὅλα ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια ξεκινοῦν. Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι τὸ Γενικὸ Ἐπιτελεῖο ὅλων τῶν παθῶν. Ἂν λοιπὸν χτυπήσης τὴν ὑπερηφάνεια, χτυπᾶς ὅλα τὰ πάθη καὶ ἔρχεται μέσα σου ἡ ταπείνωση καὶ ἡ ἀγάπη.
Γι ̓ αὐτό, νομίζω, ἀρκετὸ εἶναι νὰ ἀσχοληθῆς ἢ μᾶλλον νὰ ἀνοίξης μέτωπο μάχης μὲ τὴν ὑπερηφάνεια· νὰ στρέψης ὅλα τὰ πυρὰ πρὸς τὸ κάστρο τῆς ὑπερηφανείας, τὸ ὁποῖο μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό. Βλέπεις, ὅταν ὁ ἐχθρὸς πολεμάη ἕνα κράτος, τὶς περισσότερες δυνάμεις θὰ τὶς στείλη νὰ χτυπήσουν τὴν πρωτεύουσα. Μία βόμβα ἂν ρίξη στὴν πρωτεύουσα καὶ τὴν καταστρέψη, πάει μετά, κατέστρεψε ὅλο τὸ κράτος.
–Γέροντα, μὲ ποιόν συγγενεύει ὁ ὑπερήφανος;
–Μὲ τὸν ἔξω ἀπὸ ̓δῶ, μὲ τὸν διάβολο...
Ἂν καὶ εὐκολώτερα κάμπτεται ὁ διάβολος παρὰ ὁ ὑπερήφανος. Γιατὶ τὸν δαίμονα τὸν κάμπτεις, ἂν ταπεινωθῆς, ἐνῶ τὸν ὑπερήφανο,ἀκόμη καὶ νὰ ταπεινωθῆς καὶ νὰ τοῦ ζητήσης συγγνώμη, δὲν τὸν κάμπτεις· θὰ σοῦ πῆ: «ὑποκρίνεσαι!».Ὅποιος ἔχει περισσότερη ταπείνωση, ἔχει περισσότερο πνευματικὸ περιεχόμενο.
Ὁ ὑπερήφανος δὲν ἔχει ἐσωτερικὸ περιεχόμενο. Εἶναι σὰν τὸ ἀψώμωτο στάχυ ποὺ στέκεται ὄρθιο, ἐνῶ τὸ ψωμωμένο στάχυ γέρνει τὸ κεφαλάκι του. Καὶ ἐκτὸς ποὺ εἶναι σκοτισμένος, εἶναι καὶ ἐσωτερικὰ ἀνήσυχος καὶ ἐξωτερικὰ ταραγμένος καὶ θορυβώδης. Γιατί, ὅταν ὑπάρχη ὑπερηφάνεια, ὅ,τι κάνει ὁ ἄνθρωπος, εἶναι μιὰ φούσκα ποὺ τὴν φουσκώνει ὁ διάβολος καὶ μετὰ τὴν τρυπάει μὲ μιὰ καρφίτσα, κάνει κρότο καὶ σπάει.Εἶναι ἄτιμη ἡ ὑπερηφάνεια, εἶναι φοβερὸ πράγμα, ἀφοῦ τοὺς Ἀγγέλους τοὺς ἔκανε δαίμονες! Αὐτὴ μᾶς ἔφερε ἀπὸ τὸν Παράδεισο στὴν γῆ καὶ τώρα ἀπὸ τὴν γῆ προσπαθεῖ νὰ μᾶς στείλη στὴν κόλαση.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Ε’ «Πάθη καὶ Ἀρετὲς» -
  • Δεν υπάρχουν σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου