Ὁ ἀχάριστος εἶναι πάντα λυπημένος
–Γέροντα, γιατί πολλοὶ ἄνθρωποι, ἐνῶ τὰ ἔχουν ὅλα, νιώθουν ἄγχος καὶ στενοχώρια;
–Ὅταν βλέπετε ἕναν ἄνθρωπο νὰ ἔχη μεγάλο ἄγχος, στενοχώρια καὶ λύπη, ἐνῶ τίποτε δὲν τοῦ λείπει, νὰ ξέρετε ὅτι τοῦ λείπει ὁ Θεός. Ὅποιος τὰ ἔχει ὅλα, καὶ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ὑγεία, καί, ἀντὶ νὰ εὐγνωμονῆ τὸν Θεό, ἔχει παράλογες ἀπαιτήσεις καὶ γκρινιάζει, εἶναι γιὰ τὴν κόλαση μὲ τὰ παπούτσια.
Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχη εὐγνωμοσύνη, μὲ ὅλα εἶναι εὐχαριστημένος. Σκέφτεται τί τοῦ δίνει ὁ Θεὸς κάθε μέρα καὶ χαίρεται τὰ πάντα. Ὅταν ὅμως εἶναι ἀχάριστος, μὲ τίποτε δὲν εἶναι εὐχαριστημένος· γκρινιάζει καὶ βασανίζεται μὲ ὅλα. Ἄν, ἂς ποῦμε, δὲν ἐκτιμάη τὴν λιακάδα καὶ γκρινιάζη, ἔρχεται ὁ Βαρδάρης3 καὶ τὸν παγώνει... Δὲν θέλει τὴν λιακάδα· θέλει τὸ τουρτούρισμα ποὺ προκαλεῖ ὁ Βαρδάρης.
–Γέροντα, τί θέλετε νὰ πῆτε μ ̓ αὐτό;
–Θέλω νὰ πῶ ὅτι, ἂν δὲν ἀναγνωρίζουμε τὶς εὐλογίες ποὺ μᾶς δίνει ὁ Θεὸς καὶ γκρινιάζουμε, ἔρχονται οἱ δοκιμασίες καὶ μαζευόμαστε κουβάρι. Ὄχι, ἀλήθεια σᾶς λέω, ὅποιος ἔχει αὐτὸ τὸ τυπικό, τὴν συνήθεια τῆς γκρίνιας, νὰ ξέρη ὅτι θὰ τοῦ ἔρθη σκαμπιλάκι ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ξοφλήση τοὐλάχιστον λίγο σ ̓ αὐτὴν τὴν ζωή. Καὶ ἂν δὲν τοῦ ἔρθη σκαμπιλάκι, αὐτὸ θὰ εἶναι χειρότερο, γιατὶ τότε θὰ τὰ πληρώση ὅλα μιὰ καὶ καλὴ στὴν ἄλλη ζωή.
–Ὅταν βλέπετε ἕναν ἄνθρωπο νὰ ἔχη μεγάλο ἄγχος, στενοχώρια καὶ λύπη, ἐνῶ τίποτε δὲν τοῦ λείπει, νὰ ξέρετε ὅτι τοῦ λείπει ὁ Θεός. Ὅποιος τὰ ἔχει ὅλα, καὶ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ὑγεία, καί, ἀντὶ νὰ εὐγνωμονῆ τὸν Θεό, ἔχει παράλογες ἀπαιτήσεις καὶ γκρινιάζει, εἶναι γιὰ τὴν κόλαση μὲ τὰ παπούτσια.
Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχη εὐγνωμοσύνη, μὲ ὅλα εἶναι εὐχαριστημένος. Σκέφτεται τί τοῦ δίνει ὁ Θεὸς κάθε μέρα καὶ χαίρεται τὰ πάντα. Ὅταν ὅμως εἶναι ἀχάριστος, μὲ τίποτε δὲν εἶναι εὐχαριστημένος· γκρινιάζει καὶ βασανίζεται μὲ ὅλα. Ἄν, ἂς ποῦμε, δὲν ἐκτιμάη τὴν λιακάδα καὶ γκρινιάζη, ἔρχεται ὁ Βαρδάρης3 καὶ τὸν παγώνει... Δὲν θέλει τὴν λιακάδα· θέλει τὸ τουρτούρισμα ποὺ προκαλεῖ ὁ Βαρδάρης.
–Γέροντα, τί θέλετε νὰ πῆτε μ ̓ αὐτό;
–Θέλω νὰ πῶ ὅτι, ἂν δὲν ἀναγνωρίζουμε τὶς εὐλογίες ποὺ μᾶς δίνει ὁ Θεὸς καὶ γκρινιάζουμε, ἔρχονται οἱ δοκιμασίες καὶ μαζευόμαστε κουβάρι. Ὄχι, ἀλήθεια σᾶς λέω, ὅποιος ἔχει αὐτὸ τὸ τυπικό, τὴν συνήθεια τῆς γκρίνιας, νὰ ξέρη ὅτι θὰ τοῦ ἔρθη σκαμπιλάκι ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ξοφλήση τοὐλάχιστον λίγο σ ̓ αὐτὴν τὴν ζωή. Καὶ ἂν δὲν τοῦ ἔρθη σκαμπιλάκι, αὐτὸ θὰ εἶναι χειρότερο, γιατὶ τότε θὰ τὰ πληρώση ὅλα μιὰ καὶ καλὴ στὴν ἄλλη ζωή.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Ε’ «Πάθη καὶ Ἀρετὲς» -74-
3.Βαρδάρης: Ὁ πολὺ δυνατὸς καὶ ψυχρὸς ἄνεμος, ὁ ὁποῖος πνέει βορειοδυτικὰ τῆς Θεσσαλονίκης κατὰ μῆκος τοῦ ποταμοῦ Ἀξιοῦ
Τί βοηθάει, Γέροντα, νὰ ἀποκτήσης μιὰ ἀρετή;
–Νὰ συναναστρέφεσαι κάποιον ποὺ ἔχει αὐτὴν τὴν ἀρετή. Ὅπως, ἂν συναναστρέφεσαι κάποιον ποὺ ἔχει εὐλάβεια, θὰ μπορέσης σιγὰ-σιγὰ νὰ ἀποκτήσης κι ἐσὺ εὐλάβεια, τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ ὅλες τὶς ἀρετές, γιατὶ ἡ ἀρετὴ τῶν ἄλλων ἀρωματίζει κι ἐμᾶς. Ὅταν καθρεφτίζουμε τὸν ἑαυτό μας στὶς ἀρετὲς τῶν ἄλλων καὶ προσπαθοῦμε νὰ τὶς μιμηθοῦμε, οἰκοδομούμαστε.
Ἀλλὰ καὶ στὰ ἐλαττώματά τους ὅταν καθρεφτίζουμε τὸν ἑαυτό μας, πάλι βοηθιόμαστε, γιατὶ τὰ δικά τους ἐλαττώματα μᾶς βοηθᾶνε νὰ δοῦμε τὰ δικά μας.Καὶ τὸ μὲν χάρισμα τοῦ ἄλλου μὲ παρακινεῖ νὰ ἀγωνισθῶ, γιὰ νὰ τὸ μιμηθῶ, ἐνῶ τὸ ἐλάττωμά του μὲ κάνει νὰ σκεφθῶ μήπως τὸ ἔχω κι ἐγὼ καὶ σὲ τί βαθμὸ τὸ ἔχω, γιὰ νὰ ἀγωνισθῶ νὰ τὸ κόψω. Βλέπω λ.χ. κάποιον ποὺ ἔχει ἐργατικότητα.
Τὸ χαίρομαι καὶ προσπαθῶ νὰ τὸν μιμηθῶ. Βλέπω σὲ ἄλλον ὅτι ἔχει περιέργεια. Δὲν κατακρίνω τὸν ἀδελφό, ἀλλὰ ψάχνω νὰ δῶ μήπως ἔχω κι ἐγὼ περιέργεια. Κι ἂν δῶ ὅτι ἔχω, προσπαθῶ νὰ τὴν κόψω.
Ἂν ὅμως βλέπω μόνον τὶς δικές μου ἀρετὲς καὶ τὰ ἐλαττώματα τῶν ἄλλων, ἐνῶ τὰ δικά μου ἐλαττώματα τὰ παραβλέπω ἢ τὰ δικαιολογῶ καὶ λέω: «εἶμαι καλύτερος καὶ ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον καὶ ἀπὸ τὸν ἄλλον!», πάει, βούλιαξα.Ὁ καθρέφτης μας εἶναι οἱ ἄλλοι. Στοὺς ἄλλους καθρεφτιζόμαστε καὶ βλέπουμε τὸν ἑαυτό μας, καὶ οἱ ἄλλοι βλέπουν τὶς μουντζοῦρες μας καὶ πλενόμαστε μὲ τὴν ὑπόδειξή τους.
–Νὰ συναναστρέφεσαι κάποιον ποὺ ἔχει αὐτὴν τὴν ἀρετή. Ὅπως, ἂν συναναστρέφεσαι κάποιον ποὺ ἔχει εὐλάβεια, θὰ μπορέσης σιγὰ-σιγὰ νὰ ἀποκτήσης κι ἐσὺ εὐλάβεια, τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ ὅλες τὶς ἀρετές, γιατὶ ἡ ἀρετὴ τῶν ἄλλων ἀρωματίζει κι ἐμᾶς. Ὅταν καθρεφτίζουμε τὸν ἑαυτό μας στὶς ἀρετὲς τῶν ἄλλων καὶ προσπαθοῦμε νὰ τὶς μιμηθοῦμε, οἰκοδομούμαστε.
Ἀλλὰ καὶ στὰ ἐλαττώματά τους ὅταν καθρεφτίζουμε τὸν ἑαυτό μας, πάλι βοηθιόμαστε, γιατὶ τὰ δικά τους ἐλαττώματα μᾶς βοηθᾶνε νὰ δοῦμε τὰ δικά μας.Καὶ τὸ μὲν χάρισμα τοῦ ἄλλου μὲ παρακινεῖ νὰ ἀγωνισθῶ, γιὰ νὰ τὸ μιμηθῶ, ἐνῶ τὸ ἐλάττωμά του μὲ κάνει νὰ σκεφθῶ μήπως τὸ ἔχω κι ἐγὼ καὶ σὲ τί βαθμὸ τὸ ἔχω, γιὰ νὰ ἀγωνισθῶ νὰ τὸ κόψω. Βλέπω λ.χ. κάποιον ποὺ ἔχει ἐργατικότητα.
Τὸ χαίρομαι καὶ προσπαθῶ νὰ τὸν μιμηθῶ. Βλέπω σὲ ἄλλον ὅτι ἔχει περιέργεια. Δὲν κατακρίνω τὸν ἀδελφό, ἀλλὰ ψάχνω νὰ δῶ μήπως ἔχω κι ἐγὼ περιέργεια. Κι ἂν δῶ ὅτι ἔχω, προσπαθῶ νὰ τὴν κόψω.
Ἂν ὅμως βλέπω μόνον τὶς δικές μου ἀρετὲς καὶ τὰ ἐλαττώματα τῶν ἄλλων, ἐνῶ τὰ δικά μου ἐλαττώματα τὰ παραβλέπω ἢ τὰ δικαιολογῶ καὶ λέω: «εἶμαι καλύτερος καὶ ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον καὶ ἀπὸ τὸν ἄλλον!», πάει, βούλιαξα.Ὁ καθρέφτης μας εἶναι οἱ ἄλλοι. Στοὺς ἄλλους καθρεφτιζόμαστε καὶ βλέπουμε τὸν ἑαυτό μας, καὶ οἱ ἄλλοι βλέπουν τὶς μουντζοῦρες μας καὶ πλενόμαστε μὲ τὴν ὑπόδειξή τους.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου. ΛΟΓΟΙ Ε’ «Πάθη καὶ Ἀρετὲς» -81
Γέροντα, πῶς θὰ ξεπεράσω τὸν θυμό;
–Σκοπὸς εἶναι νὰ προλαβαίνης νὰ μὴ φθάνης στὸν θυμό. Καὶ τὸ γάλα, ἂν δὲν προλάβης νὰ τὸ κατεβάσης ἀπὸ τὴν φωτιά, μόλις φουσκώση, χύνεται.
–Πῶς θὰ προλαβαίνω νὰ μὴ θυμώνω;
–Χρειάζεται ἐπαγρύπνηση. Νὰ παρακολουθῆς τὸν ἑαυτό σου καὶ νὰ συγκρατῆς τὸν θυμό σου, γιὰ νὰ μὴ ριζώση μέσα σου τὸ πάθος, γιατὶ μετά, καὶ νὰ θελήσης νὰ τὸ κόψης μὲ τὸ τσεκούρι, θὰ πετάη συνέχεια «λαίμαργα»7.
Νὰ θυμᾶσαι αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Δαβίδ: «Ἡτοιμάσθην καὶ οὐκ ἐταράχθην»8.
Εἶδες ἐκεῖνος ὁ μοναχὸς τί ἔκανε;
Μόλις ἔβγαινε ἀπὸ τὸ κελλί του, ἔκανε τὸν σταυρό του καὶ ἔλεγε: «Θεέ μου, φύλαξέ με ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς» καὶ ἦταν ἕτοιμος νὰ ἀντιμετωπίση πειρασμό. Ἦταν σὰν νὰ κρατοῦσε σκοπιά. Κοιτοῦσε ἀπὸ ποῦ θὰ τοῦ ἔρθη ὁ πειρασμός, γιὰ νὰ ἀμυνθῆ. Ἂν λοιπὸν κάποιος ἀδελφὸς τοῦ φερόταν ἄσχημα, αὐτὸς ἦταν ἕτοιμος καὶ τὸν ἀντιμετώπιζε μὲ πραότητα καὶ ταπείνωση. Ἔτσι νὰ κάνης κι ἐσύ.
–Γέροντα, μερικὲς φορὲς σὲ ἕναν πειρασμὸ λέω ἀπὸ μέσα μου: «δὲν θὰ μιλήσω», ἀλλὰ στὸ τέλος ξεσπάω.
–Τί θὰ πῆ ξεσπᾶς;
Τὰ σπασμένα τί γίνονται μετά; Καίγονται; Δὲν ἔχεις, φαίνεται, πολλὴ ὑπομονή, γι ̓ αὐτὸ φθάνεις μέχρις ἑνὸς σημείου καὶ ὕστεραξεσπᾶς. Χρειάζεσαι λίγη ἀκόμη... Πρὶν μιλήσης, νὰ λὲς δυὸ-τρεῖς φορὲς τὴν εὐχή, γιὰ νὰ πάρης
λίγο φῶς.
Μιὰ γυναίκα, ὅταν θύμωνε, ἔλεγε τὸ «Πιστεύω» καὶ ὕστερα μιλοῦσε. Κοσμικοὶ ἄνθρωποι καὶ βλέπεις τί ἀγώνα κάνουν!–Γέροντα, ὅταν ἀντιδρῶ μὲ τὴν συμπεριφορὰ μιᾶς ἀδελφῆς, τί νὰ κάνω;
–Νὰ βλέπης τὴν ἀδελφὴ μὲ καλωσύνη. Νὰ προσπαθῆς νὰ τὴν δικαιολογῆς μὲ ἀγάπη. Αὐτὸ θὰ σὲ βοηθήση νὰ ἀποκτήσης φυσιολογικὰ μιὰ σταθερή, καλὴ πνευματικὴ κατάσταση καί, ὅταν θὰ ἔρχεται τὸ πάθος τοῦ θυμοῦ, θὰ βρίσκη κατειλημμένη τὴν θέση τῆς καρδιᾶς σου ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ δὲν θὰ μπορῆ πλέον νὰ σταθῆ· θὰ φεύγη.
–Σκοπὸς εἶναι νὰ προλαβαίνης νὰ μὴ φθάνης στὸν θυμό. Καὶ τὸ γάλα, ἂν δὲν προλάβης νὰ τὸ κατεβάσης ἀπὸ τὴν φωτιά, μόλις φουσκώση, χύνεται.
–Πῶς θὰ προλαβαίνω νὰ μὴ θυμώνω;
–Χρειάζεται ἐπαγρύπνηση. Νὰ παρακολουθῆς τὸν ἑαυτό σου καὶ νὰ συγκρατῆς τὸν θυμό σου, γιὰ νὰ μὴ ριζώση μέσα σου τὸ πάθος, γιατὶ μετά, καὶ νὰ θελήσης νὰ τὸ κόψης μὲ τὸ τσεκούρι, θὰ πετάη συνέχεια «λαίμαργα»7.
Νὰ θυμᾶσαι αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Δαβίδ: «Ἡτοιμάσθην καὶ οὐκ ἐταράχθην»8.
Εἶδες ἐκεῖνος ὁ μοναχὸς τί ἔκανε;
Μόλις ἔβγαινε ἀπὸ τὸ κελλί του, ἔκανε τὸν σταυρό του καὶ ἔλεγε: «Θεέ μου, φύλαξέ με ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς» καὶ ἦταν ἕτοιμος νὰ ἀντιμετωπίση πειρασμό. Ἦταν σὰν νὰ κρατοῦσε σκοπιά. Κοιτοῦσε ἀπὸ ποῦ θὰ τοῦ ἔρθη ὁ πειρασμός, γιὰ νὰ ἀμυνθῆ. Ἂν λοιπὸν κάποιος ἀδελφὸς τοῦ φερόταν ἄσχημα, αὐτὸς ἦταν ἕτοιμος καὶ τὸν ἀντιμετώπιζε μὲ πραότητα καὶ ταπείνωση. Ἔτσι νὰ κάνης κι ἐσύ.
–Γέροντα, μερικὲς φορὲς σὲ ἕναν πειρασμὸ λέω ἀπὸ μέσα μου: «δὲν θὰ μιλήσω», ἀλλὰ στὸ τέλος ξεσπάω.
–Τί θὰ πῆ ξεσπᾶς;
Τὰ σπασμένα τί γίνονται μετά; Καίγονται; Δὲν ἔχεις, φαίνεται, πολλὴ ὑπομονή, γι ̓ αὐτὸ φθάνεις μέχρις ἑνὸς σημείου καὶ ὕστεραξεσπᾶς. Χρειάζεσαι λίγη ἀκόμη... Πρὶν μιλήσης, νὰ λὲς δυὸ-τρεῖς φορὲς τὴν εὐχή, γιὰ νὰ πάρης
λίγο φῶς.
Μιὰ γυναίκα, ὅταν θύμωνε, ἔλεγε τὸ «Πιστεύω» καὶ ὕστερα μιλοῦσε. Κοσμικοὶ ἄνθρωποι καὶ βλέπεις τί ἀγώνα κάνουν!–Γέροντα, ὅταν ἀντιδρῶ μὲ τὴν συμπεριφορὰ μιᾶς ἀδελφῆς, τί νὰ κάνω;
–Νὰ βλέπης τὴν ἀδελφὴ μὲ καλωσύνη. Νὰ προσπαθῆς νὰ τὴν δικαιολογῆς μὲ ἀγάπη. Αὐτὸ θὰ σὲ βοηθήση νὰ ἀποκτήσης φυσιολογικὰ μιὰ σταθερή, καλὴ πνευματικὴ κατάσταση καί, ὅταν θὰ ἔρχεται τὸ πάθος τοῦ θυμοῦ, θὰ βρίσκη κατειλημμένη τὴν θέση τῆς καρδιᾶς σου ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ δὲν θὰ μπορῆ πλέον νὰ σταθῆ· θὰ φεύγη.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Ε’ «Πάθη καὶ Ἀρετὲς» -65-
7.Λαίμαργα: Τὰ κλαδιὰ ποὺ ἀπομυζώντας τὸν χυμὸ τοῦ δένδρου ἀναπτύσσονται ὑπερβολικά, ἀλλὰ δὲν δίνουν καρπό
8.Ψαλμ. 118, 60.
8.Ψαλμ. 118, 60.








Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου