Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου
Οἱ φιλότιμοι
ἔχουν λεπτὴ συνείδηση καὶ βοηθιοῦνται ἀπὸ τὸν Θεὸ.
–Γέροντα,ὅποιος
ἔχει φιλότιμο τὸ καταλαβαίνει ὁ ἴδιος;
–Ἐσὺ ἔχεις;
Αὐτὸ
φαίνεται, εὐλογημένη! Λίγο-πολὺ καταλαβαίνει κανεὶς τὸν ἑαυτό του,
πληροφορεῖται, γιατὶ ἔχει ἐσωτερικὴ ἀνάπαυση καὶ εἰρήνη. Ἀλλὰ καὶ ὅποιος ἔχει
φιλότιμο δὲν καυχᾶται, δὲν λέει «ἐγὼ ἔχω φιλότιμο», γιατὶ πάντα σκέφτεται:
«Πρέπει νὰ κινοῦμαι μὲ περισσότερο φιλότιμο».Ὁ φιλότιμος ἄνθρωπος ἔχει
εἰλικρίνεια, δὲν ὑπολογίζει τὸν ἑαυτό του, εἶναι ἁπλός, ἔχει ταπείνωση.
Ὅλα αὐτὰ δίνουν ἀνάπαυση καὶ στὸν ἴδιο, ἀλλὰ εἶναι αἰσθητὰ καὶ στὸν ἄλλον· ἔχει
καὶἐπικοινωνία ἐσωτερικὴ μὲ τὸν ἄλλον καὶ τὸν καταλαβαίνει. Καὶ νὰ τοῦ λές, ἐνῶ
πονᾶς, «εἶμαι πολὺ καλά», γιὰ νὰ μὴ στενοχωρεθῆ, ἐκεῖνος καταλαβαίνει ὅτι πονᾶς
καὶ προσπαθεῖ νὰ μὴ σὲ κουράση. Καὶ ἄλλος, ἐνῶ σὲ βλέπει νὰ μὴν ἔχης κουράγιο,
νὰ ζαλίζεσαι, ἐπειδὴ θέλει νὰ σὲ ἀπασχολήση, σοῦ λέει: «Σὲ βλέπω, Γέροντα, πιὸ
καλὰ ἀπὸ κάθε ἄλλη φορά, σὲ βλέπω ὑγιέστατο!».
Καὶ νὰ εἶχε οὐλάχιστον κανένα σοβαρὸ πρόβλημα, θὰ ἦταν κάπως δικαιολογημένος.
Ἀντιθέτως ὁ φιλότιμος, καὶ νὰ ἔχη ἀνάγκη, λέει: «Γέροντα, μόνον τὴν εὐχή σου νὰ
μοῦ δώσης, νὰ μὴ σὲ ἀπασχολῶ». Τὸν κρατῶ καὶ βουρκώνουν τὰ μάτια του. «Νὰ φύγω,
Γέροντα, λέει, νὰ φύγω, κουρασμένο σὲ βλέπω».
Ἔ, αὐτὸς πῶς νὰ μὴ δεχθῆ θεία βοήθεια;
Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἀπὸ τὸ φιλότιμο ποὺ ἔχουν ἀμέσως καταλαβαίνουν τί βοηθάει
καὶ τί εὐχαριστεῖ τὸν ἄλλον, μὲ τὴν καλὴ ἔννοια, γιατὶ σκέφτονται συνέχεια τὸν
ἄλλον καὶ ὄχι τὸν ἑαυτό τους.
Μερικοί, ἐνῶ δὲν μὲ γνωρίζουν, καταλαβαίνουν ἀπὸ τί ἔχω ἀνάγκη· μοῦ στέλνουν
κανένα δεματάκι καὶ ἔχουν μέσα ἀκριβῶς ὅ,τι μοῦ χρειάζεται. Τὸ δέμα τους σοῦ
δίνει νὰ καταλάβης ὅλον τὸν ἐσωτερικό τους κόσμο. Βλέπεις τὴν λεπτή τους
συνείδηση νὰ εἶναι ἁπλωμένη στὸ κάθε πράγμα.
Ἁγ. Παϊσίου
Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Ε’ «Πάθη καὶ Ἀρετὲς» -136-
Οἱ φιλότιμοι ἔχουν λεπτὴ συνείδηση καὶ βοηθιοῦνται ἀπὸ τὸν Θεὸ.
Ὅλα αὐτὰ δίνουν ἀνάπαυση καὶ στὸν ἴδιο, ἀλλὰ εἶναι αἰσθητὰ καὶ στὸν ἄλλον· ἔχει καὶἐπικοινωνία ἐσωτερικὴ μὲ τὸν ἄλλον καὶ τὸν καταλαβαίνει. Καὶ νὰ τοῦ λές, ἐνῶ πονᾶς, «εἶμαι πολὺ καλά», γιὰ νὰ μὴ στενοχωρεθῆ, ἐκεῖνος καταλαβαίνει ὅτι πονᾶς καὶ προσπαθεῖ νὰ μὴ σὲ κουράση. Καὶ ἄλλος, ἐνῶ σὲ βλέπει νὰ μὴν ἔχης κουράγιο, νὰ ζαλίζεσαι, ἐπειδὴ θέλει νὰ σὲ ἀπασχολήση, σοῦ λέει: «Σὲ βλέπω, Γέροντα, πιὸ καλὰ ἀπὸ κάθε ἄλλη φορά, σὲ βλέπω ὑγιέστατο!».
Καὶ νὰ εἶχε οὐλάχιστον κανένα σοβαρὸ πρόβλημα, θὰ ἦταν κάπως δικαιολογημένος. Ἀντιθέτως ὁ φιλότιμος, καὶ νὰ ἔχη ἀνάγκη, λέει: «Γέροντα, μόνον τὴν εὐχή σου νὰ μοῦ δώσης, νὰ μὴ σὲ ἀπασχολῶ». Τὸν κρατῶ καὶ βουρκώνουν τὰ μάτια του. «Νὰ φύγω, Γέροντα, λέει, νὰ φύγω, κουρασμένο σὲ βλέπω».
Ἔ, αὐτὸς πῶς νὰ μὴ δεχθῆ θεία βοήθεια;
Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἀπὸ τὸ φιλότιμο ποὺ ἔχουν ἀμέσως καταλαβαίνουν τί βοηθάει καὶ τί εὐχαριστεῖ τὸν ἄλλον, μὲ τὴν καλὴ ἔννοια, γιατὶ σκέφτονται συνέχεια τὸν ἄλλον καὶ ὄχι τὸν ἑαυτό τους.
Μερικοί, ἐνῶ δὲν μὲ γνωρίζουν, καταλαβαίνουν ἀπὸ τί ἔχω ἀνάγκη· μοῦ στέλνουν κανένα δεματάκι καὶ ἔχουν μέσα ἀκριβῶς ὅ,τι μοῦ χρειάζεται. Τὸ δέμα τους σοῦ δίνει νὰ καταλάβης ὅλον τὸν ἐσωτερικό τους κόσμο. Βλέπεις τὴν λεπτή τους συνείδηση νὰ εἶναι ἁπλωμένη στὸ κάθε πράγμα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου